<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-stylesheet type="text/xsl" href="http://geolib.geo.auth.gr/digeo/lib/pkp/xml/oai2.xsl" ?>
<OAI-PMH xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/2.0/"
	xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/2.0/
		http://www.openarchives.org/OAI/2.0/OAI-PMH.xsd">
	<responseDate>2026-04-05T03:03:06Z</responseDate>
	<request metadataPrefix="oai_marc" set="grelit:diss" verb="ListRecords">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/index/oai</request>
	<ListRecords>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12479</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη μελέτη της επίδρασης των τοπικών εδαφικών συνθηκών στη σεισμική κίνηση με τη χρήση δεδομένων μικροθορύβου και σεισμικών καταγραφών = A contribution to the study of site effects on seismic motion with the usage of ambient noise data and seismic recordings.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Ανθυμίδης, Μάριος Μιχαήλ</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωφυσικής.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διδακτορική διατριβή εφαρμόστηκε η μέθοδος της τομογραφίας εδαφικού θορύβου του υπεδάφους με τη χρήση ειδικών δικτύων σεισμομέτρων σε αστικό περιβάλλον και γεωτεχνική κλίμακα, για την εκτίμηση της 3D γεωφυσικής δομής του υπεδάφους. Στόχος της διατριβής ήταν η αξιολόγηση των δυνατοτήτων και περιορισμών της μεθόδου ως ένα εναλλακτικό εργαλείο προσδιορισμού της γεωφυσικής δομής, για την αξιοποίηση της στη μελέτη της επίδρασης των τοπικών εδαφικών συνθηκών στη σεισμική κίνηση, καθώς και σε γεωτεχνικές εφαρμογές. Η συλλογή δεδομένων εδαφικού θορύβου πραγματοποιήθηκε με την εγκατάσταση ενός προσωρινού ειδικού δικτύου 34 σταθμών καταγραφής στην πόλη της Θεσσαλονίκης (βόρεια Ελλάδα) και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή του ΑΠΘ. Η χρονική διάρκεια συλλογής δεδομένων εδαφικού θορύβου κυμαινόταν από λίγες ημέρες έως ένα μήνα. Η επεξεργασία των δεδομένων διαιρέθηκε σε έξι συνολικά βήματα: 1) στη διασυσχέτιση των καταγραφών εδαφικού θορύβου για κάθε ζεύγος σταθμών του δικτύου, 2) τον υπολογισμό του λόγου του σήματος προς θόρυβο στις καμπύλες διασυσχέτισης, 3) την ανάλυση πολλαπλών φίλτρων, 4) την εξαγωγή των καμπύλων σκέδασης των επιφανειακών κυμάτων Rayleigh για κάθε ζεύγος σταθμών του δικτύου, 5) τον υπολογισμό των καμπύλων ελλειπτικότητας των επιφανειακών κυμάτων Rayleigh για κάθε θέση σταθμού και, 6) τον υπολογισμό των καμπύλων HVSR εδαφικού θορύβου σε κάθε θέση σταθμού. Οι καμπύλες σκέδασης για κάθε ζεύγος σταθμών του δικτύου χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό των χρόνων διαδρομής των κυμάτων Rayleigh σε διακριτές τιμές της συχνότητας. Στους χρόνους διαδρομής των επιφανειακών κυμάτων εφαρμόστηκε μία τομογραφική προσέγγιση αντιστροφής, η οποία οδήγησε στην εκτίμηση της χωρικής κατανομής της ταχύτητας ομάδας των κυμάτων Rayleigh στην περιοχή μελέτης, για τις ίδιες διακριτές τιμές της συχνότητας. Η τομογραφική αντιστροφή πραγματοποιήθηκε με τη χρήση προσεγγιστικών ζωνών Fresnel στις ακτίνες διάδοσης των επιφανειακών κυμάτων, καθώς και με την εισαγωγή κατάλληλων περιορισμών της λύσης, όπως της απόσβεσης, της χωρικής και διασυχνοτικής εξομάλυνσης, για τη σταθεροποίηση των τομογραφικών εικόνων στο χώρο του δικτύου. Στα αποτελέσματα της τομογραφικής αντιστροφής εφαρμόστηκαν κατάλληλα κριτήρια αποκοπής για την απομάκρυνση των μη αξιόπιστων δεδομένων. Η τελική σύνθεση των αποτελεσμάτων της τομογραφίας για όλες τις διακριτές τιμές της συχνότητας οδήγησε στην ανακατασκευή των τοπικών καμπύλων σκέδασης των κυμάτων Rayleigh σε κάθε κόμβο του τομογραφικού πλέγματος. Στις τοπικές καμπύλες σκέδασης των επιφανειακών κυμάτων εφαρμόστηκε ο αλγόριθμος γειτνίασης για την 1D αντιστροφή τους και την εκτίμηση της τοπικής κατανομής της ταχύτητας των εγκαρσίων ελαστικών κυμάτων σε συνάρτηση με το βάθος. Η σύνθεση όλων των 1D εδαφικών προφίλ επέτρεψε την αναγνώριση της χωρικής κατανομής των κύριων επιφανειών ασυνέχειας του υπεδάφους και την εκτίμηση του 3D γεωφυσικού μοντέλου δομής στην περιοχή μελέτης. Επιπλέον, για τη βελτίωση της διακριτικής ικανότητας της 1D αντιστροφής στα επιφανειακά στρώματα της δομής και την εξαγωγή των επιφανειών ασυνέχειας του υπεδάφους με καλύτερη χωρική συνάφεια, πραγματοποιήθηκε συνδυαστική 1D αντιστροφή των τοπικών καμπύλων σκέδασης με τις καμπύλες ελλειπτικότητας. Το προτεινόμενο 3D γεωφυσικό μοντέλο δομής βρίσκεται σε πολύ καλή συμφωνία με το σύνολο των διαθέσιμων γεωλογικών/γεωφυσικών/γεωτεχνικών πληροφοριών για την περιοχή μελέτης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η εφαρμογή της 3D τομογραφίας εδαφικού θορύβου μπορεί να παρέχει με αξιοπιστία τη γεωφυσική δομή του υπεδάφους σε αστικά περιβάλλοντα και σε γεωτεχνική κλίμακα.

The method of ambient noise array tomography was implemented in an urban environment and at a geotechnical scale for the evaluation of the 3D geophysical subsurface structure. The main goal of the present study was to explore the capabilities and limitations of this ambient noise method as an alternative tool for the geophysical subsurface structure determination, in order to be applied for the assessment of site effects on seismic ground motion, as well as for geotechnical applications. For the ambient noise data acquisition, a temporary network of 34 recording stations was installed in Thessaloniki city (Northern Greece); more specifically within the broader area where the AUTΗ campus is located. The total duration of ambient noise recordings for each array station ranged from a few days to more than a month. The data processing was divided into six steps: 1) cross-correlation of the ambient noise recordings for each interstation pair of the array, 2) computation of the SNR of the cross-correlation curves, 3) multiple filter analysis, 4) extraction of the group slowness dispersion curves of Rayleigh waves for each interstation pair of the array, 5) calculation of Rayleigh waves’ ellipticity curves for all array stations and, 6) calculation of the ambient noise HVSR curves for all array stations. The obtained dispersion curves were used to compute the travel-times of Rayleigh waves at discrete frequencies. The derived travel-times of the surface waves, were inverted using a tomographic approach, which led to the assessment of the spatial distribution of the Rayleigh waves’ group slowness in the study area, for the same frequency range. The tomographic inversion was performed using approximate Fresnel zones for the rays of the array, as well as by introducing linear constraints to the solution, such as damping, spatial smoothing and inter-frequency smoothing, in order to stabilize the results (tomographic images) recovered for the study area. Several cut-off criteria were applied to the tomographic results in order to remove unreliable data. The combination of the tomography results for all the discrete frequencies led to the reconstruction of the local Rayleigh wave dispersion curves at each node of the tomographic grid. The neighborhood algorithm was implemented to the local dispersion curves for 1D inversion and to estimate the local shear wave velocity distribution (Vs) with depth. The superposition of all 1D ground profiles allowed the retrieval of the spatial distribution of the main interfaces of the subsurface structure and the evaluation of the 3D geophysical model in the study area. In addition, to improve the resolution of the 1D inversion in the uppermost subsurface layers and to extract the interfaces with improved spatial coherency, a joint 1D inversion of local dispersion curves with Rayleigh ellipticity curves was performed. The proposed 3D geophysical model is in very good agreement with the available geological/geophysical/geotechnical information. The results suggest that the application of 3D ambient noise array tomography can provide a reliable geophysical model of the subsurface structure in urban environments and at a geotechnical scale.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12479</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11502</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T10:05:35Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181105 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Καταγραφή και μελέτη της αρχαίας μεταλλευτικής δραστηριότητας στο όρος Παγγαίο, Α. Μακεδονία</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Βαξεβανόπουλος, Μάρκος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στο παρόν πόνημα εξετάζεται η αρχαία μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα στο όρος Παγγαίο στην Ανατολική Μακεδονία. Καταγράφονται συνολικά 9 περιοχές υπόγειας και επιφανειακής εξόρυξης μεταλλεύματος και 11 περιοχές με υπολείμματα μεταλλουργικής δραστηριότητας. Οι μεταλλευτικές περιοχές που ερευνήθηκαν στο πλαίσιο του παρόντος στο κεντρικό-ανατολικό τμήμα του όρους χαρακτηρίζονται από την παρουσία μεταλλοφοριών με Au, Ag, Fe, Cu, Pb, Zn, As, Mn, καθώς και με περιεκτικότητες σε Bi, Te, W, V, Co, B, Sb, Cr και U. Οι μεταλλοφορίες αυτές αποτελούνται από τα ορυκτά σιδηροπυρίτης, αρσενοπυρίτης, χαλκοπυρίτης, γαληνίτης, σφαλερίτης, όπως επίσης και από τα ορυκτά βισμουθινίτης, τετρα­εδρίτης, μαλαχίτης, αζουρίτης, γκαιτίτης και ρουτίλιο. Η μεταλλοφορία των περιοχών που μελετήθηκαν στο δυτικό τμήμα τους όρους αποτελείται από τα μεταλλικά στοιχεία Ag, Pb, Zn, Fe, Mn, As, Cu, καθώς και τα Ba,V, Sb, La, Ce, Cd, Hg, Sr και B. Τα ορυκτά που συνιστούν αυτόν τον τύπο μεταλλοφορίας είναι ο σιδηροπυρίτης, γκαιτίτης, βαρύτης και σμιθσονίτης. Μέρος της μεταλλοφορίας εντοπίζεται σε φυλλώδεις χαλαζιακές φλέβες με παράλληλη έως υποπαράλληλη διάταξη στη μάζα του πλουτωνίτη του Παγγαίου, ενώ παρατηρείται επίσης και στην επαφή του με τα υπερκείμενα μάρμαρα. Η κύρια μάζα της μεταλλοφορίας τοποθετείται κατά μήκος των ασυνεχειών των μαρμάρων και λιγότερο των σχιστολίθων, ενώ οι αμφιβολίτες και οι ζώνες διάτμησης χαρακτηρίζονται ως τοπικά αδιαπέρατα φράγματα των υδροθερμικών διαλυμάτων. Για το λόγο αυτό τα περισσότερα μεταλλοφόρα σώματα εντοπίζονται σε τεκτονικές διακλάσεις που υπόκεινται φακών αμφιβολιτών ή ζωνών διάτμησης. Η εκμετάλλευση κατά τους αρχαίους χρόνους αποσκοπούσε στην εξόρυξη της οξειδωμένης μεταλλοφορίας με περιεκτικότητα σε Au, Ag και κατά θέσεις σε Cu και Pb. Η εξόρυξη πραγματο­ποιείται κυρίως σε υπόγειες μεταλλευτικές στοές, οι οποίες ακολουθούν τη μεταλλοφορία διαμέσου των τεκτονικών ασυνεχειών και των επιφανειών σχιστότητας των μαρμάρων. Τα βασικά χρησιμοποιούμενα εργαλεία είναι το μεταλλευτικό σφυρί και το καλέμι, ενώ δευτερευόντως η τσάπα και η σφήνα. Το μετάλλευμα που παρουσιάζει υψηλές περιεκτικότητες σε Au, Ag, Cu, Pb και Fe μεταφέρεται στα μεταλ­λουργικά κέντρα όπου καθαρίζεται και κατόπιν πραγματοποιείται η εκκαμίνευσή του. Από τη μελέτη των μεταλλουργικών σκωριών συμπεραίνεται ότι η εκκαμίνευση αποσκοπούσε πιθανώς στην εξαγωγή Au, Ag και Cu από το μετάλλευμα. Είναι δύσκολο να διακριθούν οι περιοχές και οι περίοδοι όπου η μεταλλουργία προσανατολιζόταν σε ένα από αυτά τρία μέταλλα, καθώς και αν πραγματοποιούνταν δευτερογενής παραγωγή Pb ή Fe. Εξαίρεση αποτελεί η μεταλλουργική θέση των Δωματίων, όπου καταγράφεται αποκλειστικά μεταλλουργία Fe με πιθανή ανάτηξη σκω­ριών. Η μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα στην περιοχή του Παγγαίου είναι δύσκολο να χρονολογηθεί χωρίς ευρύτερα ανασκαφικά δεδομένα. Στην περιοχή της Βαλτούδας όπου πραγματοποιήθηκε αρχαιομεταλλουργική ανασκαφή η αρχαία μεταλλουργική διαδικασία που αποσκοπούσε κυρίως στην παραγωγή Cu χρονολογείται στους ρωμαϊκούς χρόνους. Στις περισσότερες θέσεις με βάση επιφανειακά αρχαιολογικά ευρήματα παρατηρείται εντατικοποίηση της μεταλλευτικής και μεταλλουργικής διαδικασίας κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ενώ η πρωιμότερη κεραμική χρονολογείται στους ελληνιστικούς χρόνους. Επίσης, έντονη δραστηριότητα καταγράφεται επιπλέον στους υστεροβυζαντινούς και οθωμανικούς χρόνους. Με βάση τα μελετηθέντα στοιχεία της παρούσας διατριβής το όρος Παγγαίο χαρακτηρίζεται ως  μία από τις σημαντικότερες μεταλλευτικές περιοχές της αρχαίας Ελλάδας, αποτελώντας ένα ενδιάμεσο μοντέλο μεταβατικής παραγωγής μετάλλων τοπικού χαρακτήρα πιθανότατα εντασσόμενο σε μία πιο ευρεία μεταλλευτική περιοχή.

The present thesis studies the ancient mining and metallurgical process in the Mount Pangaeon in northeastern Greece. Totally, 9 mining sites and 11 metallurgical areas were recorded and studied in the mass of the mountain. The ores at the studied mining areas at the central-eastern part of the mountain based on the present study’s analyses contain Au, Ag, Fe, Cu, Pb, Zn, As, Mn and substantial quantities of Bi, Te, W, V, Co, B, Sb, Cr and U, related with various mineral assemblages including pyrite, arsenopyrite, galena, chalcopyrite, sphalerite as well as minor bismuthinite, tetrahedrite, malachite, limonite and rutile. The ore at the studied mining areas at western part of Pangaeon contains Ag, Pb, Zn, Fe, Mn, As, Cu and minor Ba,V, Sb, La, Ce, Cd, Hg and Sr. The ore is hosted in sheeted quartz veins at the mass of the plutonite as well as in the contact with the overlying marbles. The main ore deposits are found along fissures mainly in marbles and less in schists. Amphibolites and shear zones play a damming role in the hydrothermal fluids movement with the main ore deposition in tectonic discontinuities just below them. The mining process during antiquity was focused on the oxidized ore following the main tectonic discontinuities and the schistosity of the marbles. The ore is enriched in Au, Ag as well as in Cu and Pb. The main mining tools were the hammer and the chisel. The extracted ores rich in Au, Ag, Cu, Pb and Fe were transferred to the metallurgical centers where enrichment and smelting was carried out. The metals produced from the smelting were Au, Ag and Cu based on the analysis of metallurgical slags. The production was focused on noble metals and also in the secondary exctraction  of  Cu and Pb. Only in the Domatia metallurgical site Fe production is recorded with a probable slag resmelting. The ancient mining and metallurgical process in Pangaeon is very difficult to be dated due to the absence of excavation data. Only in the Valtuda area where an archaeological excavation was carried out the metallurgical process of Cu is dated to Roman times. The oldest pottery finds are dated to Hellenistic times. An intensification of the mining and metallurgical process according to archaeological surface findings is recorded during Roman times. An intense activity is also reported during post-byzantine and ottoman times. On the basis of the studied data Pangaeon Mount constitutes one of the most important mining and metallurgical areas of ancient Greece with an intermediate model of local metal production included in a broader metal production system.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-05 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11502</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2017</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2017 Grey literature at Theophrastus Library. School of Geology, AUTh</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12926</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Investigating the impact of land cover changes on European climate with regional climate model simulations = Μελέτη των επιπτώσεων της αλλαγής κάλυψης Γης στο κλίμα της Ευρώπης με χρήση  περιοχικού κλιματικού μοντέλου.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Sofiadis, Ioannis Andreas</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The current doctoral dissertation is focused on the biophysical impact of land cover and land use change on regional climate in Europe, with the use of regional climate simulations. The WRF regional climate model is employed, driven by reanalysis data over Europe, while data from other climate models are also analyzed, which applied the same experimental design within the framework of Euro-CORDEX. In the first phase, the WRF simulations are evaluated to assess their ability to represent adequately the physical processes that take place between the ground and atmosphere. The simulations are compared to observational data for temperature, precipitation, radiation and heat fluxes, cloudiness and soil moisture. In the second phase, two idealized land cover maps are implemented into climate models, in which Europe is represented as fully covered by forest or grass, in order to examine the biophysical impact of land cover changes on soil temperature in Europe at regional scale. The consequences on soil temperature are investigated through the changes in surface energy balance and soil moisture. Furthermore, observational soil temperature data from FLUXNET network are analyzed, in order to assess the reliability of information that is delivered by models. In the third phase, two WRF simulations are compared, in which the land cover map of 1950 and 2015 is implemented respectively, with the aim to investigate the potential climate impact of recent land cover changes in Europe. Specifically, the changes in surface energy balance, temperature and precipitation are analyzed. The innovation of this study is that for first time climatic information is delivered by an ensemble of regional climate models about the biophysical consequences of land cover changes over Europe at regional scale. This information could help people involved in decision-making for climate change adaptation, since forestation is being promoted as a land-based mitigation strategy for reduction of anthropogenic greenhouse gases in atmosphere.

Η παρούσα διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στις βιοφυσικές επιπτώσεις των αλλαγών κάλυψης και χρήσης γης στο περιοχικό κλίμα της Ευρώπης, με τη χρήση κλιματικών προσομοιώσεων. Οι προσομοιώσεις εκτελούνται με το κλιματικό μοντέλο WRF, οδηγούμενο από δεδομένα επανάλυσης πάνω από την Ευρώπη, ενώ για την ανάλυση περιλαμβάνονται δεδομένα από προσομοιώσεις και άλλων κλιματικών μοντέλων, που εφάρμοσαν το ίδιο πειραματικό σχέδιο στο πλαίσιο δράσης του Euro-CORDEX. Σε πρώτο στάδιο, αξιολογήθηκαν οι προσομοιώσεις με WRF ως προς την ικανότητα τους να αναπαριστήσουν επαρκώς τις πραγματικές κλιματικές διεργασίες που συμβαίνουν μεταξύ της επιφάνειας του εδάφους και της ατμόσφαιρας. Οι προσομοιώσεις συγκρίθηκαν με δεδομένα παρατήρησης για τη θερμοκρασία, τον υετό, τις ροές θερμότητας και ακτινοβολίας, τη νέφωση και την υγρασία εδάφους. Σε δεύτερο στάδιο, δύο ιδεατοί χάρτες εφαρμόζονται στα μοντέλα, όπου η Ευρώπη είναι πλήρως καλυμμένη με δάσος ή γρασίδι, προκειμένου να εξεταστούν οι βιοφυσικές επιπτώσεις των αλλαγών χρήσης και κάλυψης γης στη θερμοκρασία εδάφους στην Ευρώπη σε περιοχική κλίμακα. Οι επιπτώσεις στην θερμοκρασία εδάφους ερευνώνται υπό το πρίσμα των αλλαγών στο ενεργειακό ισοζύγιο στην επιφάνεια και την υγρασία εδάφους. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιούνται δεδομένα θερμοκρασίας εδάφους από το δίκτυο σταθμών FLUXNET, ώστε να αξιολογηθεί η πληροφορία που μεταφέρεται από τα κλιματικά μοντέλα. Σε τρίτο στάδιο, συγκρίνονται δύο προσομοιώσεις με WRF για την περίοδο 1986-2015, όπου στη μία εφαρμόζεται ένας πραγματικός χάρτης κάλυψης γης για το έτος 1950 και στην άλλη ο χάρτης κάλυψης του εδάφους για το 2015, με σκοπό να εξεταστούν οι πιθανές κλιματικές επιπτώσεις των πρόσφατων αλλαγών κάλυψης γης πάνω από την Ευρώπη. Συγκεκριμένα, εξετάζονται οι αλλαγές στο ενεργειακό ισοζύγιο στην επιφάνεια του εδάφους, τη θερμοκρασία και τον υετό. Η καινοτομία της διδακτορικής διατριβής είναι ότι για πρώτη φορά μεταφέρεται κλιματική πληροφορία για τις βιοφυσικές επιπτώσεις των αλλαγών χρήσης και κάλυψης γης πάνω από την Ευρώπη, από σμήνος κλιματικών προσομοιώσεων σε περιοχική κλίμακα. Η πληροφορία αυτή μπορεί να βοηθήσει τους αρμόδιους για την πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, σε μία εποχή που η αναδάσωση προτείνεται ως μία στρατηγική μετριασμού των ανθρωπογενών θερμοκηπικών αερίων στην ατμόσφαιρα.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12926</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2023 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12804</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220608 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Αστική γεωλογία και τεκτονική δομή στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης : εκτίμηση σεισμικής επικυνδυνότητας με γεωλογίκα δεδομένα (μεταδδιδακτορική έρευνα) = Urban and structural geology in the metropolitan area of Thessaloniki : seismic hazzard assesment using geological data (Post-doc Research).</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Ζερβοπούλου, Άννα Σ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Ο όρος αστική γεωλογία είναι σχετικά σύγχρονος και αποτελεί μια ολιστική και πολυπαραγοντική έρευνα στην οποία εμπλέκονται όλοι οι κλάδοι της γεωλογίας. Τα γεωλογικά προβλήματα που εντοπίζονται στις αστικές περιοχές είναι περισσότερο επικίνδυνα απ’ ότι σε μη κατοικημένα περιβάλλοντα, απαιτούν τεράστιο κόστος αποκαταστάσεων, ενώ μπορούν να προκαλέσουν και απώλειες ανθρωπίνων ζωών. Στην συγκεκριμένη έρευνα θα μελετηθεί η αστική περιοχή της Θεσσαλονίκης ως προς τη γεωλογία, την επιφανειακή υδρολογία και υδρογεωλογία και τέλος την τεκτονική και νεοτεκτονική. Τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιούνται επίσης για την ιστορική προσέγγιση επέκτασης του αστικού ιστού από την ίδρυσή της πόλης μέχρι σήμερα. Η αστική γεωλογία χρησιμοποιεί τις γεωτρήσεις σε συνδυασμό με την χαρτογράφηση ανοιχτών εκσκαφών και τα ορατά πρανή μέσα στον αστικό ιστό. Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα της γεωλογίας κάτω από το επίπεδο θεμελίωσης της πόλης. Στις γεωλογικές ενότητες της Θεσσαλονίκης βρίσκουμε επιφανειακά τον κοινό σχηματισμό όλων των αστικών περιβαλλόντων, τις ανθρωπογενείς αποθέσεις. Ακολουθεί η τεφρή άργιλος και οι παράκτιες άμμοι παράλληλα στην ακτογραμμή, οι τεταρτογενείς αποθέσεις και η ψαμμιτομαργαϊκή ενότητα βαθύτερα. Σε επαφή με το βραχώδες μεταμορφωμένο υπόβαθρο βρίσκεται η ενότητα των Ερυθρών αργίλων. Η αστικοποίηση έχει επιδράσει και στους υδάτινους πόρους, στην υδρολογία και υδρογεωλογία μιας περιοχής. Ο σχεδιασμός των υδατορεμάτων σε μία αστική περιοχή συμβάλει στην κατανόηση της αρχικής μορφολογίας, ενώ εξάγονται στοιχεία για τους μορφοτεκτονικούς δείκτες και την ύπαρξη νεοτεκτονικών δομών. Στο πλαίσιο αυτό σχεδιάστηκαν και μελετήθηκαν οι χείμαρροι του ιστορικού κέντρου, της δυτικής και της Ανατολικής Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση εντοπισμού ρήγματος με γεωτρήσεις ή εκσκαφές τα στοιχεία που μπορούν να καταγραφούν είναι περιορισμένα. Ο συνδυασμός τους όμως μαζί με τις επιφάνειες ολίσθησης και άλλα τεκτονικά στοιχεία, μπορεί να δώσει μία εκτίμηση του μήκους επιφανειακής διάρρηξης των ρηγμάτων και της δυναμικότητάς τους. Τα ρήγματα που μελετήθηκαν στον αστικό ιστό είναι: της Αγ. Δημητρίου –Εγνατίας, του Πεδίου Άρεως, Κυβερνείου, Πυλαίας – Πανοράματος, Καλαμαριάς, περιοχής Νέας Ελβετίας, Βότση, Κρήνης και Νοτίου Πανοράματος. Η γνώση της γεωλογίας και της τεκτονικής σε μία αστική περιοχή παίζει σημαντικό ρόλο και στον εντοπισμό γεωτεχνικών προβλημάτων που θα μπορούσαν να προκύψουν και να επηρεάσουν το δομημένο περιβάλλον. Παρουσιάζονται συνοπτικά αυτά τα οποία θα μπορούσαν να απασχολήσουν το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης. Για να προσδιοριστεί ένα ενεργό ρήγμα και να μελετηθεί σε βάθος έτσι ώστε να υπολογιστεί ο σεισμικός κίνδυνος σε μία αστική περιοχή υπάρχουν μία σειρά από επιμέρους εργασίες σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές. Ο στόχος των μελετών αυτών είναι να καθοριστούν ζώνες μη δόμησης ή δόμησης υπό όρους και προϋποθέσεις, σε περιοχές από τις οποίες διέρχονται ενεργά ρήγματα. Οι ζώνες αυτές διαφέρουν ανάλογα με την ακρίβεια χαρτογράφησης του ίχνους του ρήγματος και τα χαρακτηριστικά του. Για την περαιτέρω μελέτη των γεωδομών του αστικού περιβάλλοντος προτείνεται η δημιουργία οργανωμένης εθνικής βάσης δεδομένων των υπόγειων εργασιών που γίνονται στο αστικό περιβάλλον. Στη βάση αυτή τα ενεργά ρήγματα θα μπορούν να παρακολουθούνται ενόργανα σε πραγματικό χρόνο, για πρόδρομα φαινόμενα μετατοπίσεων αλλά και για ασεισμικές ολισθήσεις.

Urban geology is a new subject in geology since 1900, associated with urbanization. It is an holistic and multifactor faculty, including all the other sections of geology. Urban subsurface knowledge is very crucial nowadays. Geological problems like seismic hazard are more dangerous in built environments. The cost of rebuilding after a major earthquake, as well as the lives lost is enormous. In this research, the urban environment of Thessaloniki is studied according to geology, hydrology, hydrogeology, tectonics, and neotectonics. The findings could be associated with the study of the historical expansion of the city of Thessaloniki since its establishment in 315 B.C. The urban geology report data from core boreholes, open excavation mapping and outcrop observations, when is not covered in urban areas. The combination of all these investigations can result in the geological ground beneath the city. The man‐made ground, or modern fill, is the top layer, which is found in all cities. In Thessaloniki, it is also the archaeological layer. Beneath the sands along the coastline is the black clay layer (a very important layer for building foundations near the seaside). Deeper but also at the surface are the neogene layers. First is the Sanstone‐Marl formation, and deeper, the Red Clay formation, in contact with the rocky Mesozoic basement of Thessaloniki. Urbanization has affected the surface hydrology as well as the hydrogeology beneath the city. The drainage network at the surface has been displaced by the inhabitants. Urban cover morphology can contribute to active tectonics. For the urban faults study, the geological stratigraphy from borehole sheets, excavation mapping, and trenches joined with Slickensides records and morphological data has been used. The studied faults are: Ag. Dimitriou – Egnatia Fault, Pedio Areos, Kyverneio, Pyleas‐ Panorama, Kalamaria, N. Elvetia, Votsi, Krini, and South Panorama faults. The knowledge of tectonic and geological stratigraphy in an urbanized area is very important for mapping geotechnical problems related to seismic hazard in the city, like landslides, liquefaction, and subsidence. The study of the active faults in urban areas can lead to a seismic hazard assessment and finally to seismic hazard microzonation of built areas. Many governments have developed design hazardous maps with building setback zones near well‐defined active fault surface ruptures. In tectonically active cities, the width of these zones is critical for the safety of their inhabitants. The necessity of a national geological database is demonstrated by the study of urban geology. This database may store reports from any excavation and geological fieldwork in the urban subsurface. At the same time, active faults can be monitored in real time for seismic or aseismic movements.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12804</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12442</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Υδρογεωλογική προσομοίωση του παράκτιου αλλουβιακού υδροφορέα της λεκάνης απορροής του ποταμού Χαβρία Χαλκιδικής σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής = Hydrogeological simulation of the coastal alluvial aquifer of the Havrias river basin in Chalkidiki under climate change conditions.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Βενετσάνου, Παναγιώτα Ν.</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η παρούσα διδακτορική διατριβή είχε ως αντικείμενο την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης μεθοδολογίας με καινοτόμα στοιχεία για την αξιόπιστη και βέλτιστη συνδυασμένη εφαρμογή των κλιματικών και των υδρολογικών-υδρογεωλογικών μοντέλων σε υδροφορείς με ελάχιστα ή και χωρίς παρατηρούμενα μετεωρολογικά και υδρολογικά-υδρογεωλογικά δεδομένα. Για την επίτευξη του στόχου συνδυάστηκαν διαφορετικά μοντέλα (κλιματικά μοντέλα, μοντέλα υδρολογίας και προσομοίωσης υπόγειας ροής), επιστημονικά εργαλεία (Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών-GIS), καθώς και στατιστικά πακέτα (πακέτο γλώσσας προγραμματισμού R). Η εφαρμογή της μεθοδολογίας πραγματοποιήθηκε στον αλλουβιακό υδροφορέα, που αναπτύσσεται στο παράκτιο τμήμα της λεκάνης απορροής του ποταμού Χαβρία Χαλκιδικής. Για την εκτίμηση της κλιματικής αλλαγής, χρησιμοποιήθηκε το περιοχικό κλιματικό μοντέλο RegCM4, στο οποίο ενσωματώθηκαν τα μοντέλα γενικής κυκλοφορίας MPI και HadGEM2 με χωρική ανάλυση 50 x 50 km, ακολουθώντας μια από τις πλέον πρόσφατες προσεγγίσεις και συγκεκριμένα, το πιο ακραίο σενάριο εκπομπών RCP8.5. Για τη ρεαλιστική αναπαράσταση του παροντικού κλίματος και την εκτίμηση του μελλοντικού κλίματος της περιοχής έρευνας δημιουργήθηκε μια βάση δεδομένων, αποτελούμενη από κλιματικές παραμέτρους υψηλής χωροχρονικής κλίμακας, η οποία επιτεύχθηκε μέσω της χωροχρονικής μεθόδου βέλτιστης παρεμβολής Kriging. Από την εφαρμογή της χωροχρονικής μεθόδου βέλτιστης παρεμβολής Kriging στις μελλοντικές παραμέτρους των δεδομένων εισόδου του περιοχικού κλιματικού μονέλου RegCM4, εκτιμήθηκαν οι μεταβολές των κλιματικών παραμέτρων για τις μελλοντικές περιόδους 2031-2050 και 2080-2099. Τα ποσοστά μείωσης και αύξησης των κλιματικών παραμέτρων, που προέκυψαν, διαφέρουν ανάλογα με το μοντέλο γενικής κυκλοφορίας, που χρησιμοποιείται ως δεδομένο εισόδου στο περιοχικό κλιματικό μοντέλο RegCM4. Η προσομοίωση της υπόγειας ροής του παράκτιου υδροφορέα της λεκάνης απορροής του ποταμού Χαβρία σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής πραγματοποιήθηκε μέσω της εφαρμογής του κώδικα MODFLOW. Για τον προσδιορισμό του παροντικού και του μελλοντικού εμπλουτισμού του υδροφορέα, που γίνεται μέσω της κατείσδυσης του νερού της βροχόπτωσης, της διήθησης από τον ποταμό Χαβρία και των επιστροφών άρδευσης, χρησιμοποιήθηκε το υδρολογικό μοντέλο ArcSWAT. Από τα αποτελέσματα της συνδυασμένης εφαρμογής του υδρολογικού μοντέλου ArcSWAT με το περιοχικό κλιματικό μοντέλο RegCM4, παρατηρήθηκε τάση μείωσης της κατείσδυσης έως το τέλος του 21ου αιώνα, που ποικίλει ανάλογα με το μοντέλο γενικής κυκλοφορορίας και κυμαίνεται από 4,5-11% (περίοδος 2031-2050) έως 15-27% (περίοδος 2080-2099). Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι όχι μόνο οι μεταβολές στη βροχόπτωση αλλά και οι μεταβολές στη θερμοκρασία επιδρούν καθοριστικά στις συνιστώσες του υδρολογικού ισοζυγίου. Τέλος, η διερεύνηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στη στάθμη του υπόγειου νερού επιτεύχθηκε μέσω της εφαρμογής του κώδικα MODFLOW με δεδομένα εισαγωγής τα αποτελέσματα της εφαρμογής του υδρολογικού μοντέλου ArcSWAT με τα διάφορα κλιματικά δεδομένα. Από την προσομοίωση του παράκτιου αλλουβιακού υδροφορέα σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής προέκυψε η συνεχής ταπείνωση της στάθμης του υπόγειου νερού έως το τέλος του 21ου αιώνα, ως επακόλουθο της μείωσης της κατείσδυσης και κατ’επέκταση της επανατροφοδοσίας του. Η ελάττωση του διαθέσιμου υδατικού δυναμικού και η διείσδυση του θαλασσινού νερού προς την ενδοχώρα εκτιμάται ότι θα προκαλέσει την ποσοτική μείωση και ποιοτική υποβάθμιση του υδροφόρου συστήματος. Το γεγονός αυτό θα αποτελέσει τροχοπέδη για την κάλυψη των υδρευτικών και αρδευτικών αναγκών της περιοχής έρευνας, καθώς συνδέονται άμεσα με το υπόγειο νερό.

The object of the dissertation thesis is to introduce a comprehensive methodology, which can be implemented into any ungauged or data-scarce aquifer, reducing the uncertainties in hydrogeological-hydrological simulation due to the limited observed hydrogeological-hydrological and meteorological data. Overall, the proposed methodology leads to the reliable estimation of the potential climate change impacts on an aquifer. For this purpose, climate, hydrological and groundwater flow models, tools (GIS) and statistical packages (R statistical program) were coupled. The proposed methodology was carried out in a coastal alluvial aquifer, being part of the Havrias river basin (Chalkidiki, Greece). The general circulation models (GCMs), Hadley Global Environment Model 2 (HadGME2) and MPI Earth System Model running on mixed resolution grid (MPI) under the extreme RCP8.5 pathway were used as forcing data to the Regional Climate Model Version 4 (RegCM4) in order to represent the future climate over the research area. The reliability of the RegCM4 climate model to represent the climate conditions over the research area was enhanced by applying the spatio-temporal Kriging approach. The spatio-temporal Kriging was also implemented into the climate model simulations for the future periods (2031-2050 and 2080-2099). Based on the results, the changes (increase/decrease) in the future climate parameters vary between the General Circulation models (GCMs). Then, the MODFLOW was employed to simulate the groundwater system of the coastal aquifer of the Havrias river basin under climate change conditions. The aquifer’s recharge was quantified by using the ArcSWAT hydrological model. The aquifer is mainly recharged mainly by rainfall infiltration, infiltration through torrent beds and irrigation returns. The potential climate change effects on the hydrological components (infiltration, surface runoff and evapotranspiration) over the research area until the end of the 21st century were investigated by driving the ArcSWAT model with the Regional Climate Model Version 4 (RegCM4) forcing data, resulted from the spatio-temporal Kriging approach. According to the results, the response of the hydrological components varies between the climate model simulations. In particular, the infiltration reduction ranges between 4.5-11% (2031-2050) and 15-27% (2080-2099). Moreover, it is proved that both precipitation and temperature are the most influential climate parameters in determining the water balance of the study area. Τhe results from the SWAT application with the climate model data, namely the estimated infiltration and runoff, were used as input data to drive the MODFLOW model. The groundwater simulation indicated that the reduce in infiltration resulted in the groundwater level decline until the end of the 21st century. The estimated decline of the groundwater level implies the decrease in the water resources availability and the seawater intrusion, causing the qualitative and quantitative deterioration of the aquifer system. In conclusion, the above methodology can be applied into any ungauged or data-scarce aquifer for the reasonable assessment of hydrogeological-hydrological impacts of climate change.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12442</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12639</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Hydrodynamic and hydrochemical investigation of the transboundary aquifer system in Prespa – Ohrid Watershed = Υδροδυναμική και υδροχημική έρευνα του διασυνοριακού υδροφορέα της λεκάνης των λιμνών Πρέσπας και Οχρίδας</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Kiri, Emanuela M.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Ohrid and Prespa lakes transboundary aquifer is shared by Albania, Greece and North Macedonia. These lakes are among the oldest lakes in the world, with tectonic origin, belonging to the Pliocene epoch or upper Miocene. These two lakes have interested specialists for a long time. Hydrodynamic and hydrochemical investigation leads to the scope of these surveys, directed towards understanding factors that can cause the Prespa Lake’s water table decreasing to the lowest levels known in recent years. The hydraulic connection has always existed between these two lakes. Water movement changes that occurred in this watershed, led to the necessity of detailed hydrogeological studies, along with other science. In order to draw a scientific conclusion about hydrodynamic and hydrochemistry of the water in this transboundary aquifer, an interaction among different sciences like: hydrogeology, geology, geophysics and hydrochemistry was required. Ohrid and Prespa lakes regions construct the transboundary aquifer system. From a hydrogeological point of view they are very heterogeneous, forming different hydrogeological complexes. So, this material was mostly handled among other geophysical methods (resistance and shallow seismic), and hydrochemical methods with Stiff diagrams construction and ionic ratio evaluations. The results of the analysis of both sciences mentioned above were very significant. As predicted, the water flow from Prespa Lake toward Ohrid Lake was dynamic not only during the dry period of time, as it was expected, but even during the wet period of the hydrologic year as well. The statistical analysis (Factor and Cluster analyses) were used to support the above mentioned researcher. One of the main application fields of stable isotope abundance was concerned with the origin and mixing of groundwater. In order to support the idea of the water supply’s origin in this region, the stable isotopes (δD and δ18O) in the water are also applied in this research. Stable isotopes analysis supports the results of the geophysics and hydrochemistry sciences. In conclusion, the hydrodynamic and hydrochemical investigation of the transboundary aquifer Ohrid and Prespa Lakes brings new data and results, which appear to be significant from the hydrogeological point of view. This process is impossible to eliminate, but it can be decelerated. The bad impact will be very soon reflected in many aspects of life in this region, especially in the economy. Finally, based on results of SWOT (Strengths, Weaknesses, Opportunities and Threats) analysis, a set of measures and recommendations are proposed for the sustainability of the transboundary aquifer and dependent ecosystems under climatic changes. Future research should investigate in detail the climate changes and its impact on this area. This can be achieved by monitoring the water balance of the transboundary aquifer Ohrid and Prespa Lakes.

Ο διασυνοριακός υδροφορέας των λιμνών της Οχρίδας και της Πρέσπας εκτείνεται μεταξύ των χωρών Αλβανίας, Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας. Οι λίμνες αυτές είναι από τις παλαιότερες λίμνες στον κόσμο, με τεκτονική προέλευση, που ανήκουν στην εποχή του Πλειόκαινου ή στο ανώτερο Μειόκαινο. Η υδροδυναμική και υδροχημική έρευνα είναι το αντικείμενο της παρούσας διατριβής, με σκοπό την κατανόηση των παραγόντων που προκαλούν μείωση του στάθμης του νερού της λίμνης Πρέσπας στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. Η υδραυλική σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο λιμνών είχε διαπιστωθεί από παλαιότερες έρευνες. Οι αλλαγές της κίνησης του νερού που σημειώθηκαν σε αυτήν τη λεκάνη απορροής, οδήγησαν στην ανάγκη λεπτομερών υδρογεωλογικών ερευνών σε συνδυασμό με άλλες επιστήμες. Προκειμένου να εξαχθεί ένα επιστημονικό συμπέρασμα σχετικά με την υδροδυναμική και την υδροχημεία του νερού σε αυτόν τον διασυνοριακό υδροφορέα, απαιτείται διεπιστημονική προσέγγιση, όπως: υδρογεωλογία, γεωλογία, γεωφυσική, υδροχημεία και ισοτοπική υδρολογία. Στην περιοχή των λιμνών της Οχρίδας και της Πρέσπας εκτείνεται ο διασυνοριακός υδροφορέας. Από υδρογεωλογική άποψη είναι πολύ ετερογενείς, σχηματίζοντας διαφορετικά υδρογεωλογικά περιβάλλοντα. Οι περιοχές διερευνήθηκαν, μεταξύ άλλων, με γεωφυσικές μεθόδους (μεταβολή αντίστασης και ρηχές σεισμικές μεθόδους), καθώς και με υδροχημικές μεθόδους (διαγράμματα Stiff και ιοντικοί λόγοι). Τα αποτελέσματα της ανάλυσης που αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν πολύ σημαντικά. Όπως προέκυψε, η ροή του νερού από τη λίμνη της Πρέσπας προς τη λίμνη της Οχρίδας ήταν δυναμική όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ξηράς περιόδου, όπως ήταν αναμενόμενο, αλλά και κατά τη διάρκεια της υγρής περιόδου του υδρολογικού έτους. Η στατιστική ανάλυση (Factor and Cluster analysis) χρησιμοποιήθηκε για την υποστήριξη των συμπερασμάτων της υδροχημικής συμπεριφοράς. Ένα από τα κύρια πεδία εφαρμογής της ισοτοπικής ανάλυσης αφορούσε την προέλευση και την ανάμειξη των υπόγειων υδάτων. Προκειμένου να διερευνηθεί η προέλευση του νερού στην περιοχή, τα σταθερά ισότοπα (δD και δ18O) στο νερό εφαρμόσθηκαν σε αυτήν την έρευνα. Η ανάλυση σταθερών ισοτόπων υποστηρίζει και επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα των επιστημών γεωφυσικής και υδροχημείας. Συμπερασματικά, η υδροδυναμική και υδροχημική διερεύνηση του διασυνοριακού υδροφορέα των λιμνών Οχρίδας και Πρέσπας φέρνει νέα δεδομένα και αποτελέσματα, τα οποία φαίνεται να είναι σημαντικά από υδρογεωλογική άποψη. Τέλος, με βάση τα αποτελέσματα της ανάλυσης SWOT (Πλεονεκτήματα, Αδυναμίες, Ευκαιρίες και Απειλές), προτείνεται μια σειρά μέτρων και πολιτικών για τη βιωσιμότητα του διασυνοριακού υδροφορέα και των εξαρτώμενων οικοσυστημάτων υπό το καθεστώς της κλιματικής κρίσης. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν κατάλληλοι δείκτες ως ένα χρήσιμο εργαλείο στη διαγνωστική ανάλυση των πιέσεων στον διασυνοριακό υδροφορέα. Με βάση αυτά γίνονται προτάσεις για τη βιώσιμη διαχείριση και την προστασία των υδροφόρων συστημάτων και των πηγών της περιοχής έρευνας. Τέλος, γίνεται αναλυτική παρουσίαση και συζήτηση επί των συμπερασμάτων, αναφέρονται οι περιορισμοί των μεθόδων που εφαρμόσθηκαν και γίνονται προτάσεις για μελλοντικές ερευνητικές εργασίες στην περιοχή έρευνας.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12639</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12285</identifier>
				<datestamp>2018-12-17T08:51:10Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181217 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Study of the influence of time dependent stress changes on seismicity rates with contribution in probalistic seismic hazzard assessment in Greece = Μελέτη της επίδρασης των χρονικά εξαρτώμενων μεταβολών του πεδίου των άσεων στους ρυθμούς σεισμικότητας με συμβολή στην πιθανοκρατική εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας στην Ελλάδα</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Leptokaropoulos, Konstantinos</subfield>
						<subfield label="u">Aristorle University of Thessaloniki. School of Geology</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Seismicity rate changes in selected regions of the broader Aegean area were studied by application of the Dieterich (1994) Rate/State formulation. The coseismic slip of the strongest events (Μw≥5.8) that occurred during selected “study” periods was considered to contribute to the stress field evolution along with the continuous tectonic loading. Stress changes were calculated just before and after each strong event and their influence was then examined in connection with the occurrence rate of the smaller magnitude events above the individually determined magnitude of completeness in each sub-area and for the respective time intervals, named as “study” or “forecasting” periods. After defining the probability density function (PDF) of seismicity distribution, a Rate/State model was used to combine static Coulomb stress changes (ΔCFF) with seismicity rates and to compare the observed with the expected rates of earthquake production for each time period and sub-area. Different parameter values combinations were tested in order to evaluate the model sensitivity. Qualitative and quantitative correlation between the observed and the expected seismicity rates provide a test for the validity and sufficiency of the model. Εarthquake probabilities for exceedance of magnitudes M=6.0 and M=6.5 during the next decade were finally illustrated. After deriving seismicity evolution from stress changes, the inverse method was attempted. Spatial and temporal evolution of the stress field in well monitored areas of Aegean were carried out. The highest accuracy and large sized regional catalogues were utilized in order to invert seismicity rate changes into stress variation through a Rate/State dependent friction model. After explicitly determining the physical quantities incorporating in the modeling (characteristic relaxation time, fault constitutive parameters, reference seismicity rates) stress changes in both space and time were derived and their possible connections with earthquake clustering and fault interactions were evaluated. The forward modeling approach resulted to satisfactory correlation between real and synthetic seismicity rates and is expected to constitute a useful mean for the time dependent seismic hazard assessment. The inverse method yielded promising results in the cases where the available data were sufficient and should provide a powerful tool for future research as the earthquake data becomes enriched and more precise.
The aim of the thesis is to investigate the changes on earthquake occurrence rates at specific areas of the broader Aegean region and their relation with the evolution of the stress field in order to contribute to a probabilistic, time dependent seismic hazard assessment. Stress changes origin is due to seismic slip caused by large earthquakes in addition with the constant tectonic loading on the major regional faults. The study region is one of the most active tectonically areas in Mediterranean with plenty of recorded earthquakes especially during the last 25 years, when seismicity network became more efficient. This thesis was compiled under the Postgraduate Program Studies of School of Geology, Aristotle University of Thessaloniki.
In the first chapter the aim of the study is introduced. After a brief illustration of the most prominent seismotectonic features of the study area, the importance of seismicity rate changes in hazard analysis research is presented through a historical recursion on previous work. Studies concerning changes in earthquake production rates and their association with stress changes and other natural processes (afterslip, viscoelastic relaxation) are explicitly discussed. The main focus is on studies concerning seismicity rate changes with Rate/State dependent friction approach and how this concept was developed during the last two decades. An overview on the methodology and results from seismicity rates related studies accomplished for the Aegean and the adjacent areas is finally summarized. 
In the second chapter the Rate/State model principles and formulation is described in detail. The model parameters, the techniques applied to handle earthquake catalog data, the process of stress changes calculations and the tools utilized for qualitative and quantitative evaluation of the results are demonstrated. Uncertainties in parameter values determination and constraints employed together with the selected range of parameter values is also provided. Rate/State model application are presented for different regions of the study area, i.e. Corinth Gulf, Central Ionian Islands, Hellenic Arc, Western Turkey, Northern Aegean Sea and Central Greece. Comparison between observed and expected seismicity rates is quantified and earthquake probabilities for exceedance of M=6.0 and M=6.5 during the next decade are illustrated. All of the obtained results are finally integrated in respect with time dependent seismic hazard. An attempt to verify the model performance in connection with the mostly recent strong earthquakes (M≥5.8) that took place in the broader Aegean region since June 2012.    
In the third chapter the development and application of a stress inversion algorithm, based upon Rate/State dependent friction concept is introduced. This method is used to derive stress changes from real earthquake occurrence rate changes, in areas exhibiting high recording seismicity rates. After explicitly determining the physical quantities incorporating in the modeling (characteristic relaxation time, reference seismicity rates) stress changes were sought in both space and time and their possible connection with earthquake clustering and fault interactions. Stress changes inverted from seismicity rate changes were also compared with the results derived from independent methods and their correlation was quantified. 
In the forth chapter the results are summarized, concluding remarks are retrieved and perspectives for future research and improvement of the method efficiency are suggested.

Οι μεταβολές των ρυθμών σεισμικότητας σε επιλεγμένες περιοχές του ευρύτερου χώρου του Αιγαίου, μελετήθηκαν με την εφαρμογή ενός μοντέλου Ρυθμού/Κατάστασης (Dieterich, 1994). Οι μεταβολές του πεδίου των τάσεων συνυπολογίστηκαν από τις μεταβολές που οφείλονται στην σεισμική ολίσθηση που προκαλείται από τη γένεση κάθε ισχυρού σεισμού και από τις μακράς διάρκειας μεταβολές που οφείλονται στη συνεχή τεκτονική φόρτιση. Η επίδραση των μεταβολών των τάσεων στους ρυθμούς σεισμικότητας μελετήθηκαν πριν και μετά από κάθε ισχυρό σεισμό σε κάθε περιοχή. Το μέγεθος πληρότητας των καταλόγων υπολογίστηκε ξεχωριστά για κάθε περιοχή και περίοδο μελέτης. Οι ρυθμοί σεισμικότητας των μικρότερου μεγέθους σεισμών εξομαλύνθηκαν με την εφαρμογή μιας συνάρτησης πυκνότητας πιθανότητας και η επίδραση των τάσεων στις μεταβολές των ρυθμών αυτών ενσωματώθηκε στο μοντέλο Ρυθμού/Κατάστασης προκειμένου να υπολογιστούν οι αναμενόμενοι ρυθμοί σεισμικότητας. Σημαντικό εύρος των τιμών των παραμέτρων χρησιμοποιήθηκαν ώστε να ελεγχθεί η ευαισθησία και η αποτελεσματικότητα του μοντέλου. Έγινε ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση της συσχέτισης μεταξύ παρατηρούμενων-αναμενόμενων ρυθμών σεισμικότητας ούτως ώστε να γίνει έλεγχος της αποτελεσματικότητας και της απόδοσης του μοντέλου. Υπολογίστηκαν επίσης οι πιθανότητες γένεσης σεισμού του οποίου το μέγεθος να υπερβαίνει το 6.0 και το 6.5 εντός της επόμενης δεκαετίας. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε αντιστροφή της διαδικασίας Ρυθμού/Κατάστασης, ώστε να χρησιμοποιηθούν οι παρατηρούμενοι ρυθμοί σεισμικότητας για να υπολογιστούν οι μεταβολές του πεδίου των τάσεων. Για το σκοπό αυτό μελετήθηκαν οι μεταβολές των ρυθμών σεισμικότητας σε περιοχές όπου το σεισμολογικό δίκτυο εξασφαλίζει επαρκή ποσότητα και ακρίβεια των δεδομένων. Αρχικά γίνεται εκτενής μελέτη του καθορισμού των φυσικών παραμέτρων που υπεισέρχονται στη μοντελοποίηση (καταστατικές παράμετροι ρηγμάτων, ρυθμοί σεισμικότητας αναφοράς) και στη συνέχεια υπολογίζονται οι μεταβολές των τάσεων στο χώρο και στο χρόνο. Μελετάται επίσης η πιθανή συσχέτιση των υπολογιζόμενων μεταβολών των τάσεων με την παρουσία συστάδων σεισμών (clusters) και την αλληλεπίδραση μεταξύ των ρηγμάτων. Και οι δύο προσεγγίσεις του μοντέλου Ρυθμού/Κατάστασης που εφαρμόστηκαν οδήγησαν σε ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ πραγματικών και αναμενόμενων τιμών των υπό μελέτη μεταβλητών (ρυθμοί σεισμικότητας – τάσεις). Η μεθοδολογία αυτή αναμένεται να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο για την μελλοντική σεισμολογική έρευνα που αφορά στην χρονικά εξαρτώμενη μελέτη σεισμικής επικινδυνότητας ειδικά μετά τον συνεχή εμπλουτισμό των διαθέσιμων καταλόγων με περισσότερα και ακριβέστερα δεδομένα.  
Ο σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η μελέτη της αλληλεπίδρασης μεταξύ των μεταβολών των ρυθμών σεισμικότητας και των μεταβολών του πεδίου των τάσεων στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, με συμβολή στην πιθανοκρατική, χρονικά μεταβαλλόμενη σεισμική επικινδυνότητα. Ο χώρος του Αιγαίου χαρακτηρίζεται ως μια από τις περισσότερο ενεργές σεισμικά περιοχές στην Μεσόγειο, με υψηλούς ρυθμούς σεισμικότητας και σημαντική συχνότητα γένεσης ισχυρών σεισμών (Μ≥6.0). Η περιοχή αυτή παρουσιάζει επίσης σημαντικό βαθμό ετερογένειας όσον αφορά τις σεισμοτεκτονικές ιδιότητες και την ποιότητα καταγραφής των σεισμών από το Σεισμολογικό Δίκτυο. Για το λόγο αυτό ήταν απαραίτητος ο διαχωρισμός της περιοχής σε 15 υπό-περιοχές, με βάση κοινά σεισμοτεκτονικά κριτήρια (μηχανισμοί γένεσης) και κριτήρια σεισμικότητας (ρυθμοί σεισμικότητας, μέγεθος πληρότητας). Οι περιοχές αυτές είναι: Κορινθιακός κόλπος, κεντρικό Ιόνιο, Ελληνικό τόξο (4 υπό-περιοχές), Δυτική Τουρκία (4 υπό-περιοχές), Βόρειο Αιγαίο (4 υπό-περιοχές) και Θεσσαλία. Η ανάλυση της μεταβολής των ρυθμών σεισμικότητας έγινε ξεχωριστά για κάθε μια από τις 15 αυτές υπό-περιοχές και τα αποτελέσματα ενοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν, ώστε να εξαχθούν τα τελικά συμπεράσματα. 
Τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα διατριβή προέρχονται από το Εθνικό Ενοποιημένο Δίκτυο Σεισμογράφων (Hellenic Unified Seismological Network). Επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν ένς τοπικός κατάλογος για την περιοχή Karaburun-Kusadasi, καθώς και ένας κατάλογος με ισοδύναμα μεγέθη σεισμικής ροπής, Μ*W, για την Δυτική Τουρκία που συντάχθηκαν στα πλαίσια της διατριβής αυτής. Προκειμένου να δημιουργηθεί ο κατάλογος αυτός χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το Διεθνές Κέντρο Σεισμολογίας (International Seismological Center) και προτάθηκαν νέες εμπειρικές σχέσεις που συνδέουν μεγέθη διαφορετικών κλιμάκων και ινστιτούτων με το μέγεθος σεισμικής ροπής. Τα μεγέθη πληρότητας για κάθε περιοχή και χρονική περίοδο υπολογίστηκαν με τη μέθοδο ελέγχου καλής προσαρμογής, η οποία τροποποιήθηκε και εφαρμόστηκε επίσης στα πλαίσια της παρούσας διατριβής.  
Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται η εισαγωγή του σκοπού της διατριβής και περιγράφονται συνοπτικά οι κυριότερες σεισμοτεκτονικές ιδιοτήτες της ευρύτερης περιοχής του Αιγαίου. Εν συνεχεία, επισημαίνεται η σημασία της ανάλυσης των ρυθμών σεισμικότητας στη μελέτη σεισμικής επικινδυνότητας. Για το σκοπό αυτό παρουσιάζεται μια εκτενής αναδρομή σε παλαιότερες αλλά και πλέον πρόσφατες επιστημονικές εργασίες που είχαν ως αντικείμενο τις μεταβολές των ρυθμών σεισμικότητας. Γίνεται εκτενής αναφορά σε εργασίες που σχετίζονται με τη μελέτη των μεταβολών της σεισμικότητας και τη σύνδεση τους με τη μεταβολή των στατικών και δυναμικών τάσεων καθώς και άλλων φυσικών διεργασιών (ποροελαστικά, ιξωδοελαστικά φαινόμενα). Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε εργασίες που βασίζονται στην ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνικών που βασίζονται στη μέθοδο Ρυθμού/ Κατάστασης κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Τέλος, παρουσιάζονται οι μέθοδοι και τα αποτελέσματα των εργασιών που είχαν ως αντικείμνενο τη μελέτη των ρυθμών σεισμικότητας στον Ελλαδικό χώρο και τις γειτονικές περιοχές.
Στο δεύτερο κεφάλαιο της διατριβής περιγράφονται οι αρχές και οι μαθηματικές εξισώσεις που διέπουν τη μέθοδο Ρυθμού/ Κατάστασης και το πως αυτές εφαρμόζονται στην παρούσα εργασία. Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή, οι αναμενόμενοι ρυθμοί σεισμικότητας μπορούν να μοντελοποιηθούν με βάση τους ρυθμούς σεισμικότητας αναφοράς, τις φυσικές καταστατικές παραμέτρους των ζωνών διάρρηξης και το ιστορικό του πεδίου της τάσης. Η εξέλιξη του πεδίου της τάσης οφείλεται τόσο στην απότομη σεισμική ολίσθηση κατά τη γένεση ισχυρών σεισμών, όσο και στη συνεχή τεκτονική φόρτιση εξαιτίας της διαρκούς σχετικής κίνησης των λιθοσφαιρικών πλακών. Κατά την παρουσίαση των μαθηματικών εξισώσεων γίνεται περιγραφή των παραμέτρων που υπεισέρχονται στις σχέσεις αυτές καθώς και η φυσική τους σημασία. Ακολουθεί εκτενής περιγραφή του τρόπου υπολογισμού/ καθορισμού του εύρους των τιμών των παραμέτρων αυτών και γίνεται σύγκρισή τους με τις αντίστοιχες τιμές που έχουν χρησιμοποιηθεί σε παλαιότερες εργασίες ή έχουν υπολογιστεί από εργαστηριακά πειράματα. Επιπλέον, μεγάλο εύρος των τιμών των παραμέτρων χρησιμοποιήθηκε ούτως ώστε να μελετηθεί η απόδοση του μοντέλου ως συνάρτηση καθεμιάς εκ των παραμέτρων αυτών.
Οι ρυθμοί τεκτονικής φόρτισης στις κυριότερες ζώνες διάρρηξης υπολογίστηκαν από τους αντίστοιχους ρυθμούς ολίσθησης, όπως αυτοί υπολογίστηκαν από εργασίες ανάλυσης γεωδαιτικών δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη και τον συντελεστή σεισμικής σύζευξης. Ο χαρακτηριστικός χρόνος εκτόνωσης υπολογίστηκε λαμβάνοντας υπόψη τη μέση περίοδο επανάληψης καθώς και βιβλιογραφικές αναφορές. Το γινόμενο Ασ υπολογίστηκε από τη σχέση που το συνδέει με τον χαρακτηριστικό χρόνο εκτόνωσης και τον ρυθμό τεκτονικής φόρτισης και έγινε έλεγχος των αποτελεσμάτων σε σχέση με τις τιμές που προτείνει η διεθνής βιβλιογραφία. Οι ρυθμοί σεισμικότητας αναφοράς και οι παρατηρούμενοι ρυθμοί, υπολογίστηκαν αφού έγινε εξομάλυνση της σεισμικότητας με τη χρήση μιας Γκαουσιανής συνάρτησης πυκνότητας πιθανότητας πυρήνα (Kernel), δύο μεταβλητών. Μεγάλο εύρος τιμών του παράγοντα ομαλοποίησης, h, που καθορίζει τον βαθμό εξομάλυνσης της σεισμικότητας χρησιμοποιήθηκαν σε όλες τις εφαρμογές. Οι διαστάσεις των ζωνών διάρρηξης υπολογίστηκαν από την χωρική κατανομή των ισχυρότερων μετασεισμών και την γεωμετρία των ρηγμάτων, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη περιορισμούς και εμπειρικές σχέσεις. Η μέση σεισμική ολίσθηση σε κάθε περίπτωση υπολογίστηκε από τις προαναφερθείσες τιμές σε συνδυασμό με τη σεισμική ροπή. Οι τιμές του λόγου του Poisson, του μέτρου δυσκαμψίας και του φαινόμενου συντελεστή τριβής (που ενσωματώνει την επίδραση της πίεσης των πόρων) που υιοθετήθηκαν στην παρούσα διατριβή επιλέχθηκαν από εργασίες που αφορούν τα ίδια σεισμοτεκτονικά περιβάλλοντα. 
Στη συνέχεια έγινε εκτίμηση των αποτελεσμάτων των αναμενόμενων ρυθμών σεισμικότητας όπως αυτοί υπολογίστηκαν από την εφαρμογή του μοντέλου Ρυθμού/ Κατάστασης. Για το σκοπό αυτό έγινε χαρτογράφηση του λόγου αναμενόμενων/ παρατηρούμενων ρυθμών σεισμικότητας για διαφορετικές τιμές παραμέτρων και για όλες τις περιόδους μελέτης. Επιπλέον έγινε εκτίμηση του Συντελεστή Γραμμικής Συσχέτισης (Pearson) και του διαστήματος εμπιστοσύνης του (95%).  Τέλος, ως συμβολή στην πιθανοκρατική εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας, έγινε ο υπολογισμός της πιθανότητας υπέρβασης μεγέθους 6.0 και 6.5 σε κάθε μια από τις περιοχές μελέτης εντός ενός χρονικού ορίζοντα διάρκειας μίας δεκαετίας. Η εκτίμηση της πιθανότητας αυτής έγινε λαμβάνοντας υπόψη τον μέσο ρυθμό σεισμικότητας σε κάθε περιοχή, με τη χρήση ενός μη-παραμετρικού εκτιμητή πυρήνα της κατανομής των μεγεθών. 
Εν συνεχεία παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της εφαρμογής του μοντέλου ρυθμού-κατάστασης για όλες τις περιοχές μελέτης, καθώς και πίνακες με τις τιμές των παραμέτρων και τις χρονικές περιόδους που μελετήθηκαν σε κάθε περιοχή. Αναλυτικότερα για κάθε περιοχή παρουσιάζονται: Οι αναμενόμενοι ρυθμοί σεισμικότητας, οι χάρτες με τους λόγους αναμενόμενων/ παρατηρούμενων ρυθμών σεισμικότητας, οι συντελεστές γραμμικής συσχέτισης για επιλεγμένο εύρος παραμέτρων και για όλες τις περιόδους μελέτης και οι πιθανότητες γένεσης ισχυρών σεισμών με μέγεθος μεγαλύτερο του 6.0 και του 6.5 για ορίζοντα 10 ετών. Τέλος γίνεται συγκέντρωση και ενοποίηση των αποτελεσμάτων και παρουσιάζεται η μεταβολή του συντελεστή συσχέτισης σε σχέση με το πλήθος των δεδομένων και το χρονικό διάστημα που αυτά καλύπτουν. Η δυνατότητα πρόγνωσης του μοντέλου ελέγχεται σε σχέση με τα επίκεντρα των πρόσφατων (μετά τον Ιούνιο του 2012) ισχυρών (Μ&gt;5.8) σεισμών που συνέβησαν στην περιοχή μελέτης. Έγινε ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση του κατά πόσο τα επίκεντρα αυτά εντοπίζονται σε περιοχές όπου το μοντέλο προβλέπει αυξημένους ρυθμούς σεισμικότητας και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται σε ένα χάρτη, μαζί με τις αντίστοιχες πιθανότητες γένεσης. Διαπιστώθηκε ότι 7 από τους 8 σεισμούς αυτούς συνέβησαν εντός ή πολύ κοντά σε περιοχές αυξημένης αναμενόμενης σεισμικής δραστηριότητας.   
Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται αρχικά η ιδέα και οι προσπάθειες που έχουν γίνει διεθνώς για την ανάπτυξη και την εφαρμογή του αντίστροφου μοντέλου Ρυθμού/ Κατάστασης. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, οι μεταβολές του ρυθμού σεισμικότητας όπως αυτός καταγράφεται από πυκνά σεισμολογικά δίκτυα μπορεί να δώσει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την χωρική και χρονική μεταβολή του πεδίου των τάσεων. Γίνεται η περιγραφή των εξισώσεων που διέπουν την μέθοδο αντιστροφής και των δεδομένων στα οποία έγινε η εφαρμογή του μοντέλου αυτού (Ευπάλιο 2008-2012, Σάμος-Κουσάντασι 2007-2012, Καραμπουρούν 2007-2012, Κορινθιακός Κόλπος 1975-2013, Λευκάδα 1999-2013, Δυτική Κρήτη 2009-2014 ). Σε κάθε περίπτωση γίνεται περιγραφή του τρόπου υπολογισμού των τιμών των παραμέτρων (ρυθμοί σεισμικότητας αναφοράς, χαρακτηριστικός χρόνος εκτόνωσης, ρυθμός τεκτονικής φόρτισης, γινόμενο Ασ). Εν συνεχεία περιγράφονται τα αποτελέσματα τα οποία αφορούν την χρονική μεταβολή του πεδίου των τάσεων όπως αυτή προκύπτει από τις μεταβολές στους ρυθμούς σεισμικότητας. Για τα τρία πρώτα σετ δεδομένων τα οποία περιέχουν περισσότερους σεισμούς και καλύτερα προσδιορισμένα επίκεντρα γίνεται επιπλέον ανάλυση: Υπολογισμός των χωρικών μεταβολών του πεδίου των τάσεων και σύγκριση/ συσχέτιση με τα αντίστοιχα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εφαρμογή του μοντέλου ελαστικής εξάρμωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εκτίμηση των αποτελεσμάτων σε κοντινές και μακρινές αποστάσεις από τα επίκεντρα των ισχυρότερων σεισμών, ενώ έγινε αναγνώριση συστάδων σεισμικότητας και συσχέτιση τους με τις μεταβολές του πεδίου των τάσεων. Το κεφάλαιο κλείνει με συζήτηση σχετικά με την προσέγγιση αντιστροφής, τις αβεβαιότητες και τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μέθοδο, καθώς και τη συνολική εκτίμηση των αποτελεσμάτων.      
    Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται οι σύνοψη των αποτελεσμάτων της διατριβής και αναφέρονται οι προοπτικές για μελλοντική έρευνα προκειμένου να βελτιωθεί η απόδοση της μεθοδολογίας.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-12-17 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12285</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2014</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12484</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">A seismological and remote sensing approach of geodynamic phenomena = Σεισμολογική και τηλεπισκοπική προσέγγιση γεωδυναμικών φαινομένων.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Svigkas, Nikos A.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωφυσικής.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Οι γεωδαιτικές μετρήσεις μπορούν να συνεισφέρουν στη μελέτη πολλαπλών φαινομένων. Η τεχνολογική εξέλιξη και οι δορυφορικές αποστολές ραντάρ, προσέφεραν καινούργιους τρόπους μελέτης της επιφανειακής παραμόρφωσης. Στην παρούσα διατριβή, γίνεται χρήση αυτών των δεδομένων ραντάρ, για την παρακολούθηση της γήινης επιφανειακής παραμόρφωσης, μέσω της ανάλυσης τους με τη χρήση των τεχνικών συμβολομετρίας ραντάρ συνθετικού ανοίγματος (InSAR). Μελετώνται δυο τύποι επιφανειακής παραμόρφωσης: ανθρωπογενής και τεκτονική. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία η εστίαση τίθεται στη βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη (τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας) και τα περίχωρά της. Η περιοχή ήταν γνωστό ότι ήταν υπό καθεστώς παραμόρφωσης, και σε αυτή τη διατριβή παρουσιάζονται νέα, πιο πρόσφατα αποτελέσματα των οποίων τα χαρακτηριστικά αναλύονται λεπτομερώς. Επιπρόσθετα, οι κύριοι μηχανισμοί που προκαλούν το φαινόμενο προτείνονται με βάση και την αξιοποίηση εξωτερικών δεδομένων. Οι περιοχές ενδιαφέροντος είναι το Καλοχώρι, η λεκάνη του Ανθεμούντα και η ευρύτερη περιοχή του Ωραιοκάστρου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχουν σημαντικά σήματα παραμόρφωσης, τα οποία κατά περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές αστοχίες σε σπίτια, κτίρια και υποδομές υψηλής σημασίας. Αξιολόγηση των in-situ δεδομένων, μαζί με τα Τηλεπισκοπικά, δείχνουν ότι η δραστηριότητα των υδροφορέων είναι η κύρια αιτία της επιφανειακής παραμόρφωσης και ότι η δραστηριότητα του υπόγειου νερού καθορίζει τις επιφανειακές ανυψωτικές και καθιζηματικές τάσεις, των υπό μελέτη περιοχών. Ως γενική πρόταση, η ανάγκη για διαχείριση των υπόγειων υδάτων, θεωρείται κρίσιμη προτεραιότητα για την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, για την αποφυγή μελλοντικών κινδύνων. Στη δεύτερη ενότητα της παρούσας διατριβής, γίνεται μελέτη σήματος τεκτονικής παραμόρφωσης αρχικά για την περίπτωση του σεισμού Ιράν-Ιράκ 2017 με σκοπό τον προσδιορισμό της πηγής του συμβάντος. Οι άγονες περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής μελέτης, συνέβαλαν σε ένα σήμα παραμόρφωσης υψηλής με σκοπό τον υπολογισμό των παραμέτρων του ρήγματος, που σχετίζεται με την παραμόρφωση της ενεργού τεκτονικής των πλακών που παρατηρείται στην περιοχή. Μια άλλη μελέτη που παρουσιάζεται εδώ, επικεντρώθηκε στην περιοχή του Ιονίου, το πιο ενεργό τεκτονικό τμήμα της ανατολικής Μεσογείου. Με την αξιοποίηση δεδομένων ραντάρ πολλαπλών ζωνών συχνοτήτων από διαφορετικές γεωμετρίες λήψης και με βάση τα αποτελέσματα των προηγούμενων μελετών της ακολουθίας της Λευκάδας του 2015, προτείνεται μια νέα γεωμετρία ρηξιγενών τεμαχών για τη ζώνη Κεφαλονιάς- Λευκάδας (Cephalonia-Lefkada Transform fault Zone -CTF). Στην παρούσα διατριβή, γίνεται επίσης εστίαση στις νέες δυνατότητες που προσφέρουν οι τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις των δορυφόρων ραντάρ και στη συμβολή που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην κοινότητα των επιστημών της γης. Μελετώντας τη ακολουθία σμηνοσεισμών της χερσονήσου της Μπίγκα του 2017 και χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη στρατηγική μοντελοποίησης, αποδεικνύεται ότι υπάρχουν νέες δυνατότητες σήμερα για να εξετάσουμε τις ακολουθίες σμηνοσεισμών. Οι τελευταίες είναι ελάχιστά μελετημένες απο τη σκοπιά της δορυφορικής συμβολομετρίας ραντάρ, σε σύγκριση με τις ακολουθίες που συνδέονται με σεισμούς μεγάλου μεγέθους.


Geodetic measurements can be used to study different phenomena. Technological advancements and the radar satellite constellations offered new ways of measuring surface deformation. These data are exploited in this thesis, to monitor surface deformation, by applying interferometric synthetic aperture radar (InSAR) techniques, conventional and multi-temporal. Two types of surface deformation are studied: anthropogenic and tectonic. Regarding the former, focus is set on northern Greece and especially Thessaloniki (the second largest city in Greece) and its surroundings. The area was known to be under a deforming trend. In this thesis, new recent deformation results are presented, whose characteristics are analysed in detail. Interpretations of the main driving mechanisms, are proposed by exploiting also external data. Areas of interest are Kalochori, Anthemountas basin and the broader area of Oreokastro. Results show that there are significant deformation signals, which in some cases, can cause severe failures to houses, buildings and critical infrastructure. In-situ data, together with the remote sensing results, indicate that aquifer activity is the main cause of surface displacement and that the underground water trends, directly affect the detected uplift and subsidence of the areas under study. A need for groundwater management, is considered as a crucial priority for the broader area of Thessaloniki, to avoid future hazard. In the second part of this thesis, tectonic deformation signal is analysed at first for the case of the Iran-Iraq 2017 earthquake, to estimate the source properties of the event. Due to the arid conditions of the area, a high quality deformation signal was used as input to perform geodetic inversion, to estimate a fault which is related with the active plate boundary deformation, occurring at the area. Another study, exploiting radar data was focused in the territory of the Ionian Sea, the most active tectonic region of the eastern Mediterranean. By exploiting multi-band radar data from different acquisition geometries and based on results of the latest studies of the Lefkada 2015 sequence, a new fault segmentation is proposed for the Cephalonia-Lefkada Transform fault Zone (CTF) advancements and the contribution they could offer to the earth science community. By studying the 2017 Biga seismic swarm, using a specific modelling strategy, it is demonstrated that new possibilities are currently existing to look into the seismic swarm sequences. The latter are understudied from an InSAR point of view, in comparison to the sequences characterized by major seismic events.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12484</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11863</identifier>
				<datestamp>2021-11-03T10:37:56Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181116 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Development and application of assimilation techniques of hydrometeorological remotely-sensed data in meteorological and land-surface models</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Serpetzolou, Efthymios</subfield>
						<subfield label="u">Aristotle University of Thessaloniki. School of Geology.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The dissertation focuses on the study of the continental water cycle and combines advanced atmospheric and land surface modelling systems with remotely-sensed data to thoroughly investigate the interactions between water cycle processes taking place underground, at the land surface and in the lower atmospheric boundary layer. The first part of the dissertation includes the study of the propagation of error of remotely-sensed precipitation data to the soil moisture fields simulated by an advanced land surface model (LSM). The study facilitates the in-depth investigation and comparison of two major error sources in the simulation of land surface state properties at the regional scale, namely the error induced by rainfall forcing and the error induced by model internal parameterizations. Through this error sensitivity analysis, two other major contributions are achieved; namely, the comparison of the performance of three extensive sources of remotely-sensed rainfall data (NEXRAD, TRMM and CMORPH) as well as the evaluation of the performance of the advanced LSM (Community Land Model, version 3.5). The second part of the dissertation investigates the interaction between water reservoirs over land (rivers, lakes etc.) and the underlying groundwater at the regional/seasonal scale. The study improves the CLM3.5 parameterization of the interactions between surface- and groundwater (TOPMODEL approach) by considering the discharge of land surface streams into groundwater that was not accounted before. The results show significant improvement in the simulations of soil moisture and other land surface properties in the areas including or surrounding major river networks. Both studies identify similar climatological effects of the prescribed analyses. Specifically, the CLM error statistics and the new river-groundwater interaction parameterization highly depend on the wetness conditions that prevail during the simulation period (improved results on wet areas or seasons). The third part of the dissertation discusses the development and application of a new assimilation technique through the ingestion of remotely-sensed precipitation data in the land surface schemes of advanced mesoscale models. The technique significantly improves the models’ quantitative precipitation forecasting capability in cases of extreme thunderstorms, thus offering a valuable tool to meteorologists worldwide. The assimilation technique is tested for two different advanced weather forecasting systems (i.e., the POSEIDON and the WRF systems) in two different continental regimes (i.e., continental USA and Europe, respectively) with two different sources of remotely-sensed rainfall for the LSM data ingestion (i.e., NEXRAD and CMORPH estimates, respectively). Moreover, an extensive feedback investigation is performed, advancing our understanding of the complex land-atmosphere interaction processes


Η διατριβή επικεντρώνεται στη μελέτη του ηπειρωτικού υδάτινου κύκλου και συνδυάζει προηγμένα εδαφικά και ατμοσφαιρικά μοντέλα με δεδομένα τηλεπισκόπισης για τη διερεύνηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των διεργασιών του υδάτινου κύκλου που πραγματοποιούνται κάτω από την επιφάνεια της γης, στην επιφάνεια της αλλά και στο ατμοσφαιρικό οριακό στρώμα. Το πρώτο μέρος της διατριβής περιλαμβάνει τη μελέτη της διάδοσης του σφάλματος που χαρακτηρίζει τα δεδομένα βροχόπτωσης από τηλεπισκόπιση στα πεδία εδαφικής υγρασίας που προσομοιώνονται από ένα προηγμένο εδαφικό μοντέλο. Η μελέτη διευκολύνει την εις βάθος διερεύνηση και σύγκριση δύο σημαντικών πηγών σφάλματος στη προσομοίωση των ιδιοτήτων της επιφανειακής εδαφικής κατάστασης σε περιοχική κλίμακα, δηλαδή το σφάλμα που οφείλεται στις εκτιμήσεις βροχόπτωσης και το σφάλμα που προκαλείται από τις εσωτερικές παραμετροποιήσεις του μοντέλου. Μέσω αυτής της ανάλυσης ευαισθησίας, επιτυγχάνεται επίσης η σύγκριση των επιδόσεων τριών σημαντικών συνόλων δεδομένων βροχόπτωσης από τηλεπισκόπιση (NEXRAD, TRMM και CMORPH) καθώς και η αξιολόγηση των επιδόσεων του προηγμένου εδαφικού μοντέλου (CLM3.5). Το δεύτερο μέρος της διατριβής διερευνά την αλληλεπίδραση μεταξύ των επιφανειακών υδάτων (ποτάμια, λίμνες κ.λπ.) και των υποκείμενων υπόγειων υδάτων, επίσης σε περιοχική και εποχική κλίμακα. Η μελέτη βελτιώνει την παραμετροποίηση του CLM3.5 ως προς τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ επιφανειακών και υπόγειων υδάτων (προσέγγιση TOPMODEL), λαμβάνοντας υπόψη τη διήθηση των επιφανειακών υδάτων στα υπόγεια ύδατα που δεν υπήρχε μέχρι τώρα. Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντική βελτίωση στις προσομοιώσεις των πεδίων εδαφικής υγρασίας και άλλων επιφανειακών εδαφικών παραμέτρων στις περιοχές που περιλαμβάνουν μεγάλους ποταμούς ή γύρω από αυτούς. Και οι δύο προαναφερόμενες αναλύσεις παρουσιάζουν παρεμφερή κλιματολογικά χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, τόσο οι στατιστικές των σφαλμάτων στο CLM όσο και η νέα παραμετροποίηση αλληλεπίδρασης μεταξύ ποταμών και υπόγειων υδάτων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες υγρασίας που επικρατούν κατά την περίοδο των προσομοιώσεων (καλύτερα αποτελέσματα στις περιπτώσεις υγρών περιοχών και περιόδων). Το τρίτο μέρος της διατριβής πραγματεύεται την ανάπτυξη και εφαρμογή μιας νέας τεχνικής αφομοίωσης δεδομένων βροχόπτωσης από τηλεπισκόπιση στα εδαφικά σχήματα προηγμένων μετεωρολογικών μοντέλων. Η τεχνική βελτιώνει σημαντικά την ικανότητα πρόγνωσης βροχοπτώσεων σε περιπτώσεις έντονων καταιγιδοφόρων συστημάτων, προσφέροντας έτσι ένα πολύτιμο εργαλείο στους μετεωρολόγους παγκοσμίως. Η τεχνική αφομοίωσης αξιολογείται για δύο διαφορετικά προηγμένα συστήματα πρόγνωσης καιρού (συστήματα POSEIDON και WRF) σε δύο διαφορετικές ηπειρωτικές περιοχές (ΗΠΑ και Ευρώπη, αντίστοιχα) με χρήση δύο διαφορετικών πηγών δεδομένων βροχόπτωσης για την εισαγωγή στο εδαφικό σχήμα (NEXRAD και CMORPH, αντίστοιχα). Επιπλέον, πραγματοποιείται ενδελεχής μελέτη για την καλύτερη κατανόηση των σύνθετων διεργασιών αλληλεπίδρασης και ανατροφοδοτήσεων μεταξύ εδάφους και ατμόσφαιρας.


</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-16 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11863</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2018</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προπτυχιάκες και Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13004</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Πιθανολογική εκτίμηση και αποάθροιση της σεισμικής επικινδυνότητας του Ελληνικού χώρου με τη συγκριτική αξιολόγηση αριθμητικών μεθόδων και αναλύσεων με τη χρήση συνθετικών καταλόγων = Probabilistic assessment and deaggregation of seismic hazard of the Greek area with the comparative evaluation of numerical methods and analyzes using synthetic catalogs.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κερκένου, Αθανασία Σταύρος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διατριβή εξετάζονται διάφορες πτυχές της Πιθανολογικής Εκτίμησης της Σεισμικής Επικινδυνότητας (ΠΕΣΕ) για τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου, με αξιοποίηση διαφορετικών μεθοδολογικών εργαλείων, όπως σύγχρονων σχετικών κωδίκων (Openquake) και μίας μεθόδου προσομοίωσης τύπου Monte Carlo (με τη χρήση συνθετικών καταλόγων σεισμικότητας). Γίνεται συγκριτική αξιολόγηση των 5 κυριότερων μοντέλων επιφανειακών σεισμικών πηγών για τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και 15 πρόσφατων εμπειρικών σχέσεων πρόβλεψης της Ισχυρής Σεισμικής Κίνησης (Ι.Σ.Κ.) ή GMPE. Προτείνεται ένα λογικό δέντρο για την υλοποίηση υπολογισμών ΠΕΣΕ και βάσει αυτού δημιουργείται ένας επικαιροποιημένος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας για τον Ελληνικό χώρο. Από τη σύγκρισή του με τον ΝΕΑΚ2003 παρατηρείται ότι οι τιμές μέγιστης εδαφικής επιτάχυνσης (PGA) του τελευταίου είναι 1.5-2.5 φορές χαμηλότερες. Διενεργείται Ανάλυση Ευαισθησίας τύπου OFAT για τις παραμέτρους PGA και PGV (μέγιστη εδαφική ταχύτητα) σε 42 επιλεγμένες θέσεις του Ελληνικού χώρου, προκειμένου να προσδιοριστούν οι εισαγόμενοι παράγοντες που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στα αποτελέσματα της ΠΕΣΕ. Ως εισαγόμενοι παράγοντες θεωρούνται το μοντέλο σεισμικών πηγών (Source model), η εμπειρική σχέση πρόβλεψης της Ι.Σ.Κ. (GMPE), ο αριθμός των θεωρούμενων τυπικών αποκλίσεων σε αυτήν (std), οι σταθερές Gutenberg-Richter (G-R) a και b, το μέγιστο και το ελάχιστο μέγεθος (Mmax και Mmin, αντίστοιχα) και το κυρίαρχο είδος διάρρηξης (SoF). Από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι οι εισαγόμενοι παράγοντες που επηρεάζουν στον μέγιστο βαθμό τα αποτελέσματα της ΠΕΣΕ είναι κυρίως το μοντέλο πηγών (ιδίως οι αβεβαιότητες στις παραμέτρους G-R, a και b) και οι εμπειρικές σχέσεις εκτίμησης Ι.Σ.Κ. (GMPE). Το Mmax επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τo PGV, ενώ έχει μικρότερη επίδραση στο PGA. Οι υπόλοιποι παράγοντες κρίνονται ως ήσσονος σημασίας. Για τις υπολογιστικές ανάγκες της παρούσας διατριβής δημιουργήθηκε ένας νέος κώδικας (σε γλώσσα MATLAB) παραγωγής συνθετικών καταλόγων σεισμικότητας και εκτίμησης της ΠΕΣΕ με τη χρήση μιας μεθόδου προσομοίωσης τύπου Monte Carlo. Δημιουργούνται και αξιολογούνται τρεις νέες σχέσεις στατιστικής μετατροπής μεταξύ των διαφόρων ειδών αποστάσεων που απαιτούνται στις GMPE: μετατροπή της επικεντρικής απόστασης (Repi) σε απόσταση Joyner Boore (RJB), της υποκεντρικής απόστασης (Rhypo) στην κοντινότερη από τη διάρρηξη απόσταση (Rrup) και της Repi στην απόσταση μετρημένη κάθετα στην παράταξη (Rx). Τα αποτελέσματα της ΠΕΣΕ με τη χρήση αυτών των στατιστικών σχέσεων είναι σε καλή συμφωνία με αυτά που προκύπτουν όταν οι αποστάσεις υπολογίζονται γεωμετρικά.  Διενεργήθηκε 3D και 4D αποάθροιση της σεισμικής επικινδυνότητας σε 42 θέσεις του Ελληνικού χώρου, μέσω της οποίας προσδιορίζονται τα χαρακτηριστικά του πιο πιθανού σεισμού (π.χ. μέγεθος, συντεταγμένες, απόσταση) που δύναται να προκαλέσει κίνηση η οποία υπερβαίνει το υπολογισμένο επίπεδο σεισμικής επικινδυνότητας ενός σημείου. Αυτή δείχνει ότι οι περισσότερες θέσεις επηρεάζονται κυρίως από σεισμούς που συμβαίνουν εντός της σεισμικής πηγής στην οποία ανήκουν, μεγέθους 5.0-6.0 σε κοντινές αποστάσεις (έως 20 km), και από σεισμούς μεγαλύτερων μεγεθών (Μ&gt;6.0) σε πιο μακρινές αποστάσεις (έως 50 km). Επιπλέον, πολλές θέσεις του Ελληνικού χώρου επηρεάζονται τόσο από κοντινούς σεισμούς (έως 50 km) που γίνονται εντός της πηγής στην οποία ανήκουν, όσο και από πιο μακρινούς σεισμούς (έως 100 km) μεγαλύτερου μεγέθους (Μ&gt;7.0) που συνήθως προέρχονται από τις μεγάλες τεκτονικές δομές της ευρύτερης περιοχής του Αιγαίου, π.χ. ζώνη κατάδυσης του Ν. Αιγαίου (εξωτερικό Ελληνικό τόξο).

In the present thesis, various aspects of the Probabilistic Seismic Hazard Analysis (PSHA) for the broader Aegean area are examined, with the use of different methodological tools, such as modern relevant codes (OpenQuake) and a Monte Carlo simulation approach (with the use of synthetic seismicity catalogs). We perform A comparative evaluation of the 5 main areal seismic source models available for the broader Aegean area and of 15 recent Ground Motion Prediction Equations (GMPE). A logic tree is proposed and used for the creation of an updated seismic hazard map for the broader Aegean area. From its comparison with NEAK2003, we conclude that the latter underestimates the seismic hazard by 1.5-2.5 times. An OFAT Sensitivity Analysis is conducted for Peak Ground Acceleration and Velocity (PGA and PGV, respectively) in 42 selected sites of the Greek area, to identify the controlling factors that mostly affect PSHA results. The controlling factors considered are the seismic source model (Source Model), the GMPE (GMPE), the number of standard deviations considered at their application (std), the Gutenberg-Richter (G-R) constants a and b, the maximum and minimum magnitude considered (Mmax and Mmin, respectively) and the dominant rupture type (SoF). The analysis of the results shows that the controlling factors that mainly affect the PSHA results are the Source model (especially the uncertainties in the G-R parameters, a and b) and the GMPE. Mmax mostly affects PGV, while having minor effect on PGA. The other factors are generally of minor importance. For the computational needs of this thesis, two codes were created, one to produce synthetic seismicity catalogs and one for the PSHA calculations, with the use of the Monte Carlo simulation method. Three new statistical conversion relations between the different types of distances required in GMPE are proposed and evaluated, namely conversion of epicentral distance (Repi) to Joyner Boore distance (RJB), of hypocentral distance (Rhypo) to rupture distance (Rrup) and of Repi to the distance measured perpendicular to the strike of the fault (Rx). PSHA results using these statistical relationships show a good agreement with those evaluated by calculating the distances geometrically. 3D and 4D seismic hazard deaggregation regarding 42 indicative sites of the Greek area is carried out, through which the characteristics of the most possible earthquake (e.g. size, coordinates, distance) that may result in strong ground motion exceeding the calculated level of seismic hazard of a site. The results show that most sites are mainly affected by earthquakes occurring within the seismic source to which they belong, with a magnitude of 5.0-6.0 at close distances (up to 20 km) and by earthquakes of larger magnitudes (Μ&gt;6.0) at farther distances (up to 50 km). In addition, many sites are affected both by nearby earthquakes (up to 50 km) occurring within the source to which they belong and by more distant earthquakes (up to 100 km) of large magnitude (Μ&gt;7.0) that belong to seismotectonic zones that describe well-known tectonic structures of the broader Aegean area, such as the S. Aegean subduction zone (outer Hellenic arc).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13004</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12809</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220608 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μορφοτεκτονική μελέτη ενεργών ρηγμάτων του βορείου περιθωρλιου της πεδιαδας της Λάρισας με τη χρήση ΣΜΗΕΑ (UAV) και ψηφιακών μοβτέλων εδάφους = Morphotectonic study of active faults in the northern margin of Larissa plain using UAV and digital elevation models.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κρεμαστός, Ευάγγελος Νικόλαος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην περιοχή του βόρειου περιθωρίου της πεδιάδας της Λάρισας έχουν χαρτογραφηθεί αρκετά ενεργά ρήγματα, μεταξύ των οποίων τα ρήγματα Ροδιάς, Γυρτώνης, Τυρνάβου, Λάρισας και Ασμακίου. Παλαιοσεισμολογικές έρευνες και ιστορικά σεισμικά δεδομένα δείχνουν ότι αυτά τα ρήγματα συνδέονται με ιστορικά ή γεωλογικά καθορισμένους σεισμούς.
Στην παρούσα Διατριβή επανεξετάστηκαν τα ρήγματα Ροδιάς, Γυρτώνης και Ελασσόνας με ποσοτικές μορφοτεκτονικές μεθόδους, με λεπτομερή και πυκνή αναλυτική φωτογραφία με χρήση ΣμηΕΑ και δημιουργία ψηφιακών λεπτομερών μοντέλων εδάφους, επιτόπια εργασία και χαρτογράφηση αναβαθμίδων και τεκτονικών πρανών.
Για την κατανόηση της τρέχουσας τεκτονικής κατάστασης της περιοχής εφαρμόστηκαν αρχικά όλες οι γνωστές μέθοδοι μορφοτεκτονικής με υπολογισμό των μορφοτεκτονικών δεικτών στην περιοχή της Ροδιάς και της Ελασσόνας. Η ανάλυση των δεικτών δείχνει και τεκμηριώνει τη συνεχή τεκτονική δραστηριότητα των ρηγμάτων και τον βαθμό δραστηριότητάς τους.
Χρησιμοποιήθηκαν και τα διαθέσιμα ψηφιακά μοντέλα για την ανάλυση της επιφάνειας του εδάφους. Δημιουργήθηκαν λεπτομερή μοντέλα επιφανειακών εδαφών με ακρίβεια απεικόνισης cm/pix. Για να επιτευχθεί αυτή η λεπτομέρεια στην ανάλυση, χρησιμοποιήθηκε νέα τεχνολογία με αεροφωτογράφηση με χρήση ΣμηΕΑ και δημιουργία λεπτομερών ψηφιακών μοντέλων για την περιοχή ενδιαφέροντος. Επιπλέον, έγιναν υπαίθριες εργασίες στο χώρο και χαρτογράφηση των κύριων τεκτονικών αναβαθμών.
Τα δεδομένα αεροφωτογράφησης χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή λεπτομερών ψηφιακών μοντέλων, με λεπτομερή αποτύπωση της επιφάνειας του εδάφους στο πλησιέστερο εκατοστό. 
Από τη λεπτομερή χαρτογράφηση και μελέτη της επιφάνειας και την έρευνα για την περιοχή, στην επιφάνεια εντοπίζονται τα εξής.
Επιφανειακή εμφάνιση νέων τεκτονικών πρανών, παράλληλα με τα ρήγματα Γυρτώνης Ελασσόνας και Ροδίας, που καθορίζουν την παράλληλη ή υποπαράλληλη γεωμετρική τους ανάπτυξη και τη σταδιακή μετανάστευση της τεκτονικής τους δραστηριότητας.
Διάσπαρτες υψομετρικές διαφορές σε μορφή αναβαθμίδων, σημαντικής υψομετρικής διαφοράς στην περιοχή της Ροδιάς και της Ελασσόνας.
Η εικόνα της περιοχής που ανιχνεύεται με τις παραδοσιακές μεθόδους μορφοτεκτονικών δεικτών αλλά και της επιτόπιας έρευνας, εντοπίστηκε με μεγάλη ακρίβεια από τα αναλυτικά ψηφιακά μοντέλα. Συγκεκριμένα τόσο για τις περιοχές της Ροδιάς όσο και της Ελασσόνας, οι μορφοτεκτονικοί δείκτες έδειξαν περιοχές με παρουσία τεκτονικής δραστηριότητας.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε από τα αναλυτικά ψηφιακά μοντέλα των περιοχών που δημιουργήθηκαν για τις ανάγκες της παρούσας Διατριβής, έδειξαν την έντονη παρουσία τεκτονικής δραστηριότητας. Προκειμένου να γίνει κατανοητή μια εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας της περιοχής με γεωλογικά δεδομένα, εφαρμόστηκαν πέντε υποθετικά σενάρια για τη σεισμική ενεργοποίηση των ρηγμάτων στην περιοχή. Σχεδόν όλα τα εκτιμώμενα σενάρια δείχνουν δυσμενή σεισμική κατάσταση για την ευρύτερη περιοχή, αφού τα ρήγματα αυτά εντοπίζονται στο λεκανοπέδιο και σε μικρές αποστάσεις από την πόλη της Λάρισας και άλλους οικισμούς. 

In the area of the northern margin of the plain of Larissa, several active faults have been mapped, including the faults of Rodia, Gyrtoni, Tyrnavos, Larissa and Asmaki. Paleoseismological surveys and historical seismic data show that these faults are associated with historically or geologically determined earthquakes.
In the present dissertation, the Rodias, Gyrtoni and Elassona faults were re-examined with quantitative morphotectonic methods, detailed and dense analytical photography using UAV and creation of digital detailed terrain models, field work and mapping of terraces and tectonic slopes.
In order to understand the current tectonic situation of the area, all the known methods of morphotectonics were initially applied by calculating the morphotectonic indicators in the area of Rodia and Elassona. The analysis of the indicators shows and documents the continuous tectonic activity of the faults and their degree of activity.
In the present dissertation, the available digital models were also used for the analysis of the soil surface. Detailed surface soil models with cm / pix imaging accuracy were created. In order to achieve this detail in the analysis, new technology was used with aerial photography using UAV and the creation of detailed digital models for the area of interest. In addition, outdoor work was carried out in the area and mapping of the main tectonic terraces.
The aerial photography data were used to produce detailed digital models, with detailed capture of the ground surface to the nearest centimeter. From the detailed mapping and study of the surface and the research for the area, on the surface are identified the following.
Surface appearance of new tectonic slopes, parallel to the faults of Gyrtoni of Elassona and Rhodia, which determine their parallel or sub-parallel geometric development and the gradual migration of their tectonic activity.
Scattered rugged slopes, in the form of terraces, of significant elevation difference in the area of Rodia and Elassona.
The image of the area that is detected with the traditional methods of morphotectonics indicators and also of the field research, was identified with great accuracy by the analytical digital models. Specifically for both the areas of Rhodia and Elassona, the morphotectonic indices showed areas with the presence of tectonic activity. 
This fact was confirmed by the detailed digital models of the areas created for the needs of the present dissertation, showed the strong presence of tectonic activity. In order to understand an assessment of the seismic hazard of the area with geological data, five hypothetical scenarios were applied for the seismic activation of the faults in the area. Almost all the estimated scenarios show an unfavorable seismic situation for the wider area, since these faults are located in the basin and at short distances from the city of Larissa and other settlements.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12809</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12473</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Study of seismicity properties based on the interaction and evolution of active fault systems in the Aegean and its surroundings = Μελέη των ιδιοτήτων της σεισμικότητας με βάση την αλληλεπίδραση και ανάπτυξη συστημάτων σεισμογόνων ρηγμάτων στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Gkarlaouni, Charikleia G.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωφυσικής.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στόχος της διατριβής είναι η μελέτη και ανάδειξη των δυναμικών και στοχαστικών χαρακτηριστικών δύο πληθυσμών σεισμογόνων ρηγμάτων του Ελλαδικού χώρου, η διερεύνηση της αλληλεξάρτησης και ποσοτικοποίηση του βαθμού αλληλεπίδρασης μεταξύ των ρηγμάτων όπως αποτυπώνεται στη σεισμική διαδικασία. Οι δύο περιοχές μελέτης είναι η Μυγδονία  λεκάνη και η λεκάνη του Κορινθιακού κόλπου. Η διατριβή αποτελείται από τρία επιμέρους ερευνητικά αντικείμενα τα οποία συμβάλλουν στην ολοκληρωμένη προσέγγιση του  στόχου. Η κατανομή των σεισμικών εστιών αποκαλύπτει πληροφορίες για την ανάπτυξη και τη γεωμετρία του σεισμοτεκτονικού ιστού. Για το λόγο αυτό πραγματοποιείται ο επαναπροσδιορισμός των παράμετρων της εστίας για τους πιο πρόσφατους σεισμούς. Συλλέγονται δεδομένα σεισμικότητας (αφίξεις ζευγών εγκαρσίων και επιμήκων σεισμικών κυμάτων)και χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της μεθοδολογίας Wadati, τον υπολογισμό χρονικών διορθώσεων των σεισμολογικών σταθμών και μαζί με τα μοντέλο ταχυτήτων, εισάγονται στο πρόγραμμα Hypoinverse και HypoDD. Η χρονική και χωρική κατανομή της σεισμικότητας δείχνει σημαντική μετανάστευση σεισμών μεταξύ των ρηγμάτων. Η  μικροσεισμικότητα δημιουργεί ομάδες οι οποίες συσχετίζονται μεταξύ τους και η αλληλεπίδραση αυτή υπερισχύει μεταξύ των κύριων δομών. Η διερεύνηση του σεισμογόνου όγκου και της γεωμετρίας των ρηγμάτων πραγματοποιείται με την υλοποίηση κατακόρυφων τομών σε διεύθυνση κάθετη στην επικρατούσα διεύθυνση των κύριων ρηγμάτων. Επόμενο στόχο της εργασίας αποτελεί η ποσοτικοποίηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των σεισμών, δηλαδή η ιδιότητα της σεισμικής διαδικασίας να διατηρεί τα χαρακτηριστικά. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ανεύρεση του μεγέθους πληρότητας και η αποκλασματοποίηση των σεισμικών καταλόγων. Δημιουργούνται χρονοσειρές και εξετάζονται η ύπαρξη συσταδοποίησης, μακράς και βραχείας μνήμης-εμμονής της πρόσφατης και ισχυρής σεισμικότητας. Η παρουσία μακροπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης μνήμης μελετάται με τη βοήθεια του  συντελεστή Hurst και του συντελεστή αυτοσυσχέτισης ACF μαζί με τη πιθανή συσχέτιση του Hurst με τη χωρική και χρονική μεταβολή της σεισμικότητας. Η δυναμική παρουσία της μνήμης αποδυκνείεται έντονα, ειδικά για τους  ενδιαμέσους χρόνους με τον Κορινθιακό κόλπο να υπερτερεί σημαντικά. Τελικό στόχο της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των  σημαντικότερων ρηγμάτων σύμφωνα με την εξέλιξη του πεδίου των τάσεων λόγω της σεισμικής ολίσθησης και τεκτονικής φόρτισης. Για το σκοπό αυτό
λαμβάνονται υπόψιν οι ισχυροί σεισμοί από το 1700 μέχρι σήμερα. Προσδιορίζονται τα μοντέλα διάρρηξης και υπολογίζονται οι μεταβολες της τάσης Coulomb oι οποίες προκαλούνται κατά τη γένεση κάθε ισχυρού σεισμού. Λαμβάνοντας υπόψιν την τεκτονική φόρτιση από την διαρκή κίνηση των μικροπλακών στην περιοχή του Αιγαίου, ανακατασκευάζεται το διαδοχικό πεδίο των τάσεων πριν και μετά από κάθε σεισμό μέχρι τη σημερινή κατάσταση.Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο βαθμός επικέντρωσης της παραμόρφωσης εκδηλώνεται μέσω της σεισμικής συμπεριφοράς. Η ισχυρή επικέντρωση της παραμόρφωσης στον Κορινθιακό κόλπο όπως αποδυκνύεται από ανάλογες μελέτες είναι υπεύθυνη για την ισχυρή παρουσία συσταδοποίησης και μακροπρόθεσμης μνήμης για τους ενδιαμεσους χρόνους και
αποστάσεις μεταξύ των σεισμών, οι οποίοι προκαλούνται πάνω σε κυρίαρχες τεκτονικές δομές. Αντίθετα, στην Μυγδονία συγκριτικά με τον Κορινθιακό, πραγματοποιείται μια περισσότερο κατανεμημένη παραμόρφωση στο πληθυσμό ρηγμάτων, όπου μικρά δευτερεύοντα ρήγματα συμμετέχουν ενεργά στην εξέλιξη της σεισμικότητας η οποία εκδηλώνει μια σεισμική συμπεριφορά με πιο ασθενή την διατήρηση μνήμης και την χωροχρονική συσταδοποίηση συγκριτικά με τον Κορινθιακό κόλπο. 

The main purpose of this dissertation is the study and the identification of the seismotectonic and stochastic characteristics of two active fault populations  located in Greece. The investigation of possible interactions between faults and earthquakes is based on the stochastic tools which unveil hidden information on seismic activity and the dependence of earthquakes on stress distribution. The two study areas, Mygdonia basin and Corinth Rift have experienced strong and frequent seismicity. The epicentral distribution of earthquakes provides information on the presence of major or subsidiary faults. One of the most important objectives is the relocation of earthquake coordinates. Pairs of P- and S- seismic wave phases are employed for the application of Wadati methodology, the 
calculation of the velocity ratio and station delays. All the above data are further used as an input to the Hypoinverse and HypoDDalgorithm. The spatial and temporal investigation of earthquake distribution shows an indication of earthquake migration and clustering. Cross sections perpendicular to the dominant azimuth of the main seismogenic faults contributes to the identification of fault geometry. The second objective is the quantification of  interaction between earthquakes and the ability of seismicity to maintain its characteristics in time. Stochastic methodologies are applied on seismic catalogs owing different features in all magnitude scales. The completeness magnitude is estimated and catalogs are declustered when needed. Time-series were created for the interevent time and the interevent distance between consecutive events along with successive magnitudes and were investigated for their clustering and the existence of long and short memory in all cases of strong and minor seismicity. The existence of memory content  is investigated with the help of the Hurst coefficient and the autocorrelation coefficient. Long memory is proved to be one of the most important characteristics of seismicity, especially for the recent microseismicity of the Corinth Rift. The final objective is the investigation of the interactions among the major faults in each study area, based on the evolution of the stress field. For this reason, the strong earthquakes that occurred in the two study  areas since 1700 are considered. Rupture models are prepared and coseismic Coulomb stress changes are computed. The incorporation of the tectonic loading measured by geodetic means is incorporated and the evolutionary stress field is reconstructed until present. Finally, a synthesis of all results is attempted in combination with the geological and seismotectonic information. Results show that the different degree of deformation localization into the two study areas  is imprinted on seismicity catalogs. The stronger strain localization in the Corinth Rift is responsible for the strong indications of clustering and long memory content for interevent time and distance, meaning that seismicity mostly occurs along the main fault zones. On the other hand, a relatively more  distributed deformation pattern in Mygdonia graben, compared to Corinth Rift, where subsidiary small faults are brought into failure due to the occurrence of strong earthquakes account for earthquake occurrence and exhibit a weaker degree of spatiotemporal memory and clustering.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12473</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12660</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Simulation of the development of the pre-deltaic depositional strata of the Nile River in the Herodotus Basin and comparison with seismic stratigraphic data within the Exclusive Economic Zone of Cyprus = Προσομοίωση της εξέλιξης των προδελταϊκών αποθετικών ακολουθιών του Νείλου ποταμού στη λεκάνη του Ηρόδοτου και σύγκριση με σεισμικά στρωματογραφικά δεδομένα εντός της Κυπριακής ΑΟΖ.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Mousouliotis, Angelos Georgios</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
The aim of the present doctoral dissertation was the study of the Messinian prodeltaic deposits of the Nile River in the Herodotus Basin within the Exclusive Economic Zone of Cyprus. We examine the internal seismic stratigraphy of the Messinian Evaporite, the different deformation patterns of the Messinian deposits, and the main salt-tectonic deformation mechanisms. We interpreted the medium to high amplitude high-frequency seismic reflections located at the base of the Messinian salt in the Herodotus Basin as a channel-lobe complex. The late Messinian deposits were correlated with the late Messinian clastic sequences located at the Nile delta area and a conceptual model was created to explain the deposition of clastic material so far from the source area. Moreover, the interpreted clastic sequences were simulated by using a stratigraphic forward model. Finally, the results of the forward model compared with the interpreted 2D seismic lines


Σκοπός της διατριβής ήταν η μελέτη των Μεσσήνιων προδελταϊκών ακολουθιών του ποταμού Νείλου εντός της Κυπριακή Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Εξετάσαμε την σεισμική στρωματογραφία του Μεσσήνιου Εβαπορίτη, τα είδη της τεκτονικής του παραμόρφωσης και του μηχανισμούς που τα προκαλούν. Στη συνέχεια προχωρήσαμε στην ερμηνεία αποθέσεων με υψηλή ανακλαστικότητα. Οι αποθέσεις αυτές ερμηνεύθηκαν στα σεισμικά δεδομένα σαν αποθέσεις βαθιάς θάλασσας και συσχετίσθηκαν με τις Μεσσήνιες ακολουθίες που βρίσκονται στο Δέλτα του ποταμού Νείλου. Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ένα εννοιολογικό μοντέλο για να μπορέσει να εξηγηθεί η παρουσία αυτών των κλαστικών αποθέσεων σε τόσο μεγάλη απόσταση μακριά από το Δέλτα του ποταμού Νείλου. Ακολούθως οι ιζηματογενείς ακολουθίες προσομοιώθηκαν με την χρήση μοντέλου αριθμητικής προσομοίωσης αποθετικών ακολουθιών. Τέλος, έγινε σύγκριση των αποτελεσμάτων της αριθμητικής προσομοίωσης με τα δισδιάστατα σεισμικά δεδομένα που είχαμε ερμηνεύσει.


</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12660</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12316</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T09:29:58Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"161231 2016                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Τεχνολογική εξέλιξη και παθογένειες ιστορικών κονιαμάτων</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κυροπούλου, Δάφνη</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">123 δείγματα ιστορικών κονιαμάτων μελετήθηκαν στα πλαίσια διδακτορικής διατριβής. Ο σκοπός της διδακτορικής διατριβής είναι να εξετάσει την τεχνολογία και διάβρωση των ιστορικών  κονιαμάτων. Τα δείγματα αποσπάστηκαν από ταφικά μνημεία, οχυρωματικά έργα και  ιστορικά κτήρια που χρονολογούνται από την Ελληνιστική έως την Βυζαντινή εποχή. Το πρώτο δείγμα συλλέχθηκε από την εξωτερική επιφάνεια, ενώ τα υπόλοιπα δείγματα συλλέχθηκαν 1cm προς το εσωτερικό με σκοπό να κατασκευαστεί μία ιδανική γραμμή αναφοράς με ισοτοπικές τιμές για να προσδιορίσει τις παραμέτρους διάβρωσης. Τα δείγματα χαρακτηρίστηκαν ως προς την ισοτοπική, χημική και ορυκτολογική σύσταση. Τα σταθερά ισότοπα άνθρακα και οξυγόνου (13C και 18O) έδωσαν πληροφορίες για την προέλευση  του CO2 κατά τον σχηματισμό του ασβεστίτη, με αποτέλεσμα τον διαχωρισμό των διαφορετικών τεχνολογιών κατασκευής των κονιαμάτων και των μηχανισμών διάβρωσης. Η στοιχειακή και μορφολογική ανάλυση επιτεύχθηκε με την εφαρμογή της ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σε συνδυασμό με την ανάλυση ενεργειακής διασποράς Χ-ray (SEM/EDXA), ενώ οι ορυκτές  φάσεις προσδιορίστηκαν με την χρήση πολωτικού πετρογραφικού μικροσκοπίου. Tα αποτελέσματα των αναλύσεων προσδιόρισαν την τεχνολογική εξέλιξη και διάβρωση των ιστορικών κονιαμάτων. Τα Ελληνιστικά κονιάματα αποτελούνται από ασβέστη και άργιλο-πυριτικά αδρανή και κύριο αδρανές τον χαλαζία. Τα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά κονιάματα αποτελούνται από ασβέστη, ποζολάνη, και ποικίλα αδρανή όπως χαλαζίας, πλαγιόκλαστο αλλά και θραύσματα κεραμικών και πλίνθων. Οι βασικοί μηχανισμοί διάβρωσης που εντοπίστηκαν είναι η διαλυτοποίηση και ανακρυστάλλωση του ασβεστιτικής προέλευσης συνδετικού υλικού, η απώλεια συνοχής του συνδετικού υλικού και η κρυστάλλωση αλάτων. Οι τιμές των σταθερών ισοτόπων που μελετήθηκαν αποτελούν ένα εύρος τιμών από  -17,6‰ έως 3,6‰ και από  -25,9‰ έως 0,4‰  για δ13C και δ18Ο αντίστοιχα. Οι ιδανικές γραμμές για τα Eλληνιστικά και τα Ρωμαϊκά-Βυζαντινά κονιάματα εκφράζονται από τις συναρτήσεις παλινδρόμησης δ18O calcite matrix =0.61 δ13C calcite matrix -1.9 and δ18O calcite matrix =0.63 δ13C calcite matrix -2. Η ανάλυση των σταθερών ισοτόπων προσδιόρισε με ακρίβεια την προέλευση του ανθρακικού άλατος κι έτσι διακρίθηκαν οι διαφορετικές τεχνολογίες, οι περιβαλλοντικές συνθήκες σκλήρυνσης των κονιαμάτων, η προέλευση του CO2 και του νερού κατά την διάρκεια σχηματισμού του ασβεστίτη, το μέγεθος της διάβρωσης και τους πιθανούς μηχανισμούς διάβρωσης.

123 bulk samples of mortars were examined as part of this PhD research. The main aim of this work is to investigate the technology and degradation of mortar samples. The samples were collected from funerary monuments dated from Hellenistic to Byzantine time, affected by environmental degradation. The samples were collected in sections 6cm towards the surface using a drill-core material. The first sample was collected from the external layers, while the internal samples were collected 1cm below, in order to create an ideal Hellenistic and Byzantine mortar layer and to provide weathering gradients using isotopic analysis. The samples were characterized in terms of their isotopic, chemical and mineralogical composition. Stable isotope analysis (13C and 18O) provided information relative to the origin of CO2 and water during calcite formation making possible to distinguish different mortar technologies and degradation gradients. Compositional and morphological analyses were achieved using energy dispersive X-ray analysis in the scanning electron microscope while the mineralogical phases were detected using petrographic (polarised optical microscopy) analysis. The results of micro-morphological and petrographic examination elucidate the technological continuity and degradation of historic mortars. Hellenistic mortars are composed of lime enhanced with quartz aggregates. Roman and Byzantine mortars are composed of lime, pozzolan and a various aggregates such as quartz, feldspar, ceramic and rock fragments. The main degradation mechanisms are calcite recrystallization, loose of adhesion bonds in the binding material and salts crystallization. The isotopic values comprise a range of δ13C and δ18Ο values from -17,6‰ to 3,6‰ and -25,9‰ to 0,4‰ very different from that of local limestones used for mortar production. The ideal layers from Hellenistic and Byzantine era are expressed, by the regression lines δ18O calcite matrix =0.61 δ13C calcite matrix -1.9 and δ18O calcite matrix =0.63 δ13C calcite matrix -2. This study indicated that stable isotope analysis is an excellent tool to fingerprint the origin of carbonate and therefore indicate the variations in mortar’s technology, the environmental setting conditions of mortar, origin of CO2 and water during calcite formation and to determine the weathering depth and the potential secondary degradation mechanisms.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2017-12-08 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12316</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2016</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2019 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13083</identifier>
				<datestamp>2025-03-19T09:30:16Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"241010 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Τεχνικογεωλογική αξιολόγηση και ταξινόμηση των σχηματισμών του αστικού περιβάλλοντος της Θεσσαλονίκης με τη χρήση γεωτεχνικής βάσης δεδομένων. Έρευνα επί της τεχνικής συμπεριφοράς και εφαρμογές στον σχεδιασμό τεχνικών έργων = Engineering geological assessment and classification of Thessaloniki’s urban area formations using a geotechnical database. Research on the technical behavior and applications in the design of engineering projects.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κοκκαλά, Αλίκη Νικόλαος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Η διδακτορική διατριβή πραγματεύεται την τεχνικογεωλογική αξιολόγηση και ταξινόμηση των γεωλογικών σχηματισμών του αστικού περιβάλλοντος της Θεσσαλονίκης με τη δημιουργία και χρήση τεχνικογεωλογικής βάσης δεδομένων. Η έρευνα επικεντρώνεται στη λεπτομερή διερεύνηση της γεωλογικής σύστασης, των τεχνικογεωλογικών ιδιοτήτων και της υδρογεωλογικής συμπεριφοράς των τεχνητών επιχώσεων κι αποθέσεων Τεταρτογενούς και Νεογενούς ηλικίας, με σκοπό την αντιμετώπιση γεωλογικών και γεωτεχνικών προκλήσεων. Στην περίπτωση ενός αστικού περιβάλλοντος όπου συναντώνται κατά βάση εδαφικά γεωυλικά, η δημιουργία μιας τέτοιας βάσης δεδομένων με σκοπό τη διαχείριση μεγάλου πλήθους δεδομένων είναι επιτακτική, καθώς συνδράμει στην απομείωση της γεωλογικής αβεβαιότητας που σχετίζεται με: την έλλειψη ή/και περιορισμένη προσβασιμότητα σε γεωλογικά και τεχνικογεωλογικά δεδομένα, τη γεωλογική ετερογένεια του υπεδάφους, τη διακύμανση των γεωλογικών σχηματισμών στο χώρο και τις συνθήκες των υπόγειων υδάτων, τη διαφοροποίηση των τεχνικογεωλογικών συνθηκών ανά τεχνικογεωλογικές ενότητες, την ύπαρξη ζωνών και περιοχών γεωλογικής επικινδυνότητας, τις προκλήσεις που συναντώνται κατά το σχεδιασμό έργων υποδομής και την εκδήλωση γεωκινδύνων. Τα δεδομένα που εισήχθησαν κι επεξεργάστηκαν εντός της τεχνικογεωλογικής βάσης δεδομένων προέρχονται από περισσότερες από 600 γεωτρήσεις πλήθους γεωτεχνικών ερευνών και μελετών κι αφορούν σε αποτελέσματα εργαστηριακών κι επιτόπου δοκιμών που διενεργήθηκαν στους εξεταζόμενους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής έρευνας. Βασικός στόχος της βάσης δεδομένων, είναι να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η γεωλογική και τεχνικογεωλογική γνώση μπορούν να διαχειριστούν σε μια καλά οργανωμένη πλατφόρμα. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στη λεπτομερή ανάλυση και συσχέτιση των δεδομένων, ούτως ώστε να προκύψουν χρήσιμες πληροφορίες που σχετίζονται με τον ασφαλή σχεδιασμό τεχνικών έργων, τη διαχείριση έναντι γεωκινδύνων και την προστασία του γεωπεριβάλλοντος στη λεκάνη της Θεσσαλονίκης. Η έρευνα ενισχύεται περαιτέρω από τον συνδυασμό διαφορετικών λογισμικών, επιστημονικών εργαλείων, γεωστατιστικών και προγραμματιστικών τεχνικών με σκοπό την ανάλυση, συσχέτιση και παρουσίαση των δεδομένων. Συγκεκριμένα, παράγεται ένα μεγάλο πλήθος παραγόμενων αποτελεσμάτων, όπως: i. Θεματικοί χάρτες κατανομής πάχους και βάθους των τεχνητών επιχώσεων κι αποθέσεων Τεταρτογενούς και Νεογενούς ηλικίας, χάρτες κατανομής λεπτόκοκκων κι αδρόκοκκων υλικών για τις αποθέσεις Τεταρτογενούς και Νεογενούς ηλικίας για διάφορα βάθη και χωρικής κατανομής πλήθους τεχνικογεωλογικών φυσικών και μηχανικών παραμέτρων, ii. Στατιστικές κατανομές ποσοστιαίας συμμετοχής και διαγράμματα κατανομής των εξεταζόμενων φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων με το βάθος κι ανά κατηγορία γεωυλικού, iii. Δισδιάστατες τομές και τρισδιάστατα γεωλογικά και τεχνικογεωλογικά μοντέλα στα οποία προβάλλονται η χωρική κατανομή των σχηματισμών και η μεταβλητότητα των εξεταζόμενων φυσικών και μηχανικών παραμέτρων, iv. ο νέος επικαιροποιημένος τεχνικογεωλογικός χάρτης του λεκανοπεδίου της Θεσσαλονίκης με τον επαναπροσδιορισμό των γεωλογικών επαφών με βάση τα νέα διαθέσιμα δεδομένα, v. Λεπτομερή εύρη τιμών και στατιστικοί δείκτες για τις εξεταζόμενες φυσικές, μηχανικές και υδραυλικές ιδιότητες των γεωλογικών σχηματισμών και vi. Παραδείγματα συγκεκριμένων εφαρμογών-χρήσεων της βάσης, με έμφαση στη διερεύνηση κι εκτίμηση της τεχνικογεωλογικής αξιολόγησης βάσει επικινδυνότητας (εδώ ρευστοποίησης κι εκδήλωσης καθιζήσεων) και είδους τεχνικού έργου (διάνοιξη αστικών σηράγγων και κατασκευή σημαντικών θεμελιώσεων). Μέσω αυτής της διαδικασίας, επιτυγχάνεται ο μετασχηματισμός πλήθους πρωτογενών δεδομένων - μη διαθέσιμων έως σήμερα - σε χρήσιμες πληροφορίες που μπορούν να αξιοποιηθούν περαιτέρω τόσο σε ερευνητικό, όσο και τεχνικό επίπεδο, με σκοπό την ενίσχυση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων που σχετίζονται με την ασφαλή αστική ανάπτυξη και την προστασία της Θεσσαλονίκης από γεωκινδύνους.

The doctoral thesis deals with the engineering geological assessment and classification of the geological formations of Thessaloniki’s urban area through the creation and use of a geotechnical database. The research focuses on the detailed investigation of the geological composition, engineering geological properties and hydrogeological behavior of fill deposits and sediments of Quaternary and Neogene age. In case of an urban environment where soil geomaterials are predominant, the creation of such a database for big data management is crucial as it assists in reducing the geological uncertainty related to: lack of and/or limited access to geological and engineering geological data, geological heterogeneity of the subsurface, spatially variation of geological formations and groundwater conditions, discrimination of engineering geological conditions per engineering geological units, existence of geological hazardous zones, challenges encountered in the early stages of designing infrastructure projects and the occurrence of geohazards. The data entered and processed within the engineering geological database originate from more than 600 boreholes of numerous geotechnical investigations and refer to the results of laboratory and field tests carried out in the geological formations of the research area. The research focuses on developing various correlations within the database in order to generate useful information related to the safe design of engineering projects, management against geohazards and protection of the geoenvironment in the Thessaloniki basin. The remarkable contribution of the research is enhanced by the detailed methodological approach followed, which combines different software, scientific tools, geostatistical and coding techniques in order to analyse, correlate and present the data. In particular, a large amount of produced outcomes is generated, categorized as follows: i. Thematic maps displaying thickness and depth distribution of fill deposits and sediments of Quaternary and Neogene age, distribution of fine and coarse-grained materials for sediments of Quaternary and Neogene age for various depths and spatial distribution of a significant number of engineering geological physical and mechanical parameters, ii. Statistical plots and relative frequency of the distributions on the physical and mechanical properties, by depth and geomaterial category, iii. Two-dimensional sections and three-dimensional geological and engineering geological models displaying the spatial distribution and variability of the geological formations investigated, as well as the physical and mechanical parameters by depth, iv. The new updated engineering geological map of Thessaloniki basin highlighting the redefinition of the geological contacts based on the new available data, v. Range of values and statistical indices for the physical, mechanical and hydraulic properties of the geological formations examined in detail and vi. Examples of specific applications-usages of the database, with emphasis on the investigation and assessment of the engineering geological evaluation based on geohazards (here, liquefaction and settlement) and type of engineering project (urban tunneling and construction of major foundations). Through this methodology, a large amount of primary data - not available until now - is transformed into useful information that can be further exploited both on research and technical level. Thus, a useful tool is created, in order to optimize decision-making process related to safe urban development and protection of Thessaloniki from geohazards.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13083</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2024</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12502</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Estimating error and uncertainty of cloud-aerosol-radiation interactions in regional climate model simulations = Εκτίμηση σφαλμάτων και αβεβαιότητας αλληλεπιδράσεων νεφών-αερολυμάτων-ακτινοβολίας σε κλιματικές προσομοιώσεις περιοχικής κλίμακας</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Pavlides, Vasileios S.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The subject of the thesis is to study the effects of atmospheric aerosols on regional climate simulations over Europe with the WRF climate model. We mainly study the interactions of aerosols with radiation (direct and semi-direct effect) while the interactions of aerosols with clouds are also simulated. The dissertation is divided into two main parts. In the first part, 5-year sensitivity simulations (2004-2008) were performed using different aerosol configurations in the model as well as different datasets of aerosol optical properties. The results showed that the introduction of the aerosol-radiation interaction significantly reduced the shortwave radiation at the surface (-3 to -8%), leading to a decrease in temperature which may well exceed 1 ° C at the regional level. The effect on the direct and diffuse component of the solar radiation is much stronger with a sharp decrease in the direct and a sharp increase in the diffuse component. Minor changes in precipitation and cloud cover were observed and in certain cases parameterization and the communication of radiation and microphysics parameterizations with respect to the radius of cloud particles. Both experiments showed a strong effect on the solar radiation reaching the ground. In the second part of the thesis, 30 years long simulations were performed with the WRF regional model driven by the global model CESM1, for the historical (1971-2000) and future climate (2021-2050) based on the Rcp8.5 emission scenario.  A static in time aerosol field as well as a decreasing in time aerosol field were used. The effect of the aerosol-radiation interactions was similar to that observed in the sensitivity simulations, leading to a decrease in radiation and surface temperature. The use of a realistic aerosol field with a decreasing trend over the historical period has led to an increasing trend of solar radiation at the surface (brightening) which is consistent with observational data. All simulations of the future climate show an increase in temperature over Europe in relation to the historical period. Also, the reduction of the optical depth of the aerosols in the future compared to the historical period leads to increased ground radiation and an intensification of the overall warming.

Το αντικείμενο μελέτης της διατριβής είναι οι επιδράσεις των ατμοσφαιρικών αιωρούμενων σωματιδίων (αεροζόλ) σε περιοχικές κλιματικές προσομοιώσεις πάνω από την Ευρώπη με το κλιματικό περιοχικό μοντέλο WRF. Μελετώνται κατά κύριο λόγο οι αλληλεπιδράσεις των αεροζόλ με την ακτινοβολία (direct και semi-direct effect) ενώ προσομοιώνονται και οι αλληλεπιδράσεις των αεροζόλ με τα νέφη. Η διατριβή χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη. Στο πρώτο μέρος πραγματοποιήθηκαν προσομοιώσεις ευαισθησίας διάρκειας 5 ετών (περίοδος 2004-2008) στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές παραμετροποιήσεις των αεροζόλ στο μοντέλο καθώς και διαφορετικά δεδομένα των οπτικών τους ιδιοτήτων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η εισαγωγή της αλληλεπίδρασης αεροζόλ-ακτινοβολίας μειώνει σημαντικά την μικρού μήκους κύματος ακτινοβολία στην επιφάνεια (-3 με -8%) οδηγώντας σε μείωση της θερμοκρασίας η οποία σε περιοχικό επίπεδο μπορεί να ξεπεράσει και τον 1οC. Η επίδραση στην άμεση και την διάχυτη συνιστώσα της ηλιακής ακτινοβολίας είναι αρκετά πιο ισχυρή με έντονη μείωση της άμεσης και έντονη αύξηση της διάχυτης συνιστώσας. Παρατηρήθηκαν μικρές αλλαγές στην βροχόπτωση και την νεφοκάλυψη ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν κυκλωνικές ανωμαλίες στο πεδίο του ανέμου πάνω από τα σημεία έντονης ψύξης. Στο πρώτο μέρος έγιναν επίσης πειράματα ευαισθησίας που αφορούν την επιλογή της παραμετροποίησης της νεφοκάλυψης καθώς και την επικοινωνία των παραμετροποιήσεων της ακτινοβολίας και της μικροφυσικής όσον αφορά την ακτίνα των νεφοσταγόνων. Και τα δύο πειράματα αυτά έδειξαν έντονη επίδραση στην ηλιακή ακτινοβολία που φτάνει στο έδαφος. Στο δεύτερο μέρος της διατριβής πραγματοποιήθηκαν μεγαλύτερης διάρκειας προσομοιώσεις 30 ετών με το περιοχικό μοντέλο WRF οδηγούμενο από το παγκόσμιο μοντέλο CESM1, για το ιστορικό (1971-2000) αλλά και για το μελλοντικό κλίμα (2021-2050) με βάση το σενάριο εκπομπών Rcp8.5. Έγινε χρήση στατικού στο χρόνο πεδίου αεροζόλ όσο και πεδίου αεροζόλ με μειωτική τάση. Η επίδραση των αλληλεπιδράσεων αεροζόλ-ακτινοβολίας ήταν παρόμοια με αυτήν που παρατηρήθηκε στις προσομοιώσεις ευαισθησίας οδηγώντας σε μείωση της ακτινοβολίας και της θερμοκρασίας στην επιφάνεια. Η χρήση ρεαλιστικού πεδίου αεροζόλ με μειωτική τάση κατά την ιστορική περίοδο οδήγησε σε μια αυξητική τάση της ακτινοβολίας (brightening) η οποία είναι σε σύμπτωση με τα παρατηρησιακά δεδομένα.  Όλες οι προσομοιώσεις του μελλοντικού κλίματος δείχνουν μια αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από την Ευρώπη σε σχέση με την ιστορική περίοδο. Επίσης η μείωση του οπτικού βάθους των αεροζόλ στην μελλοντική σε σχέση με την ιστορική περίοδο οδηγεί σε αύξηση της ακτινοβολίας στο έδαφος και σε εντατικοποίηση της συνολικής θέρμανσης.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12502</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12263</identifier>
				<datestamp>2018-12-04T11:16:05Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"151231 2015                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη διερεύνηση των μηχανισμών αστοχίας υπολειμματικών εδαφών = Contribution to the investigation of failure mechanism of residual soils</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Χατζηγώγος, Νικόλαος-Παναγιώτης Θ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Τα υπολειμματικά εδάφη δημιουργούνται από την επί τόπου αποσάθρωση των πετρωμάτων και αποτελούν μία μεγάλη κατηγορία εδαφών των οποίων η μηχανική συμπεριφορά διαφέρει της συμπεριφοράς των ιζηματογενών εδαφών. Οι κλιματολογικές, οι τοπογραφικές και οι γεωλογικές συνθήκες μιας περιοχής είναι οι παράγοντες που καθορίζουν τις διαδικασίες αποσάθρωσης και  τα προϊόντα της, τα οποία εξαρτώνται από την ορυκτολογική σύσταση και τη δομή του μητρικού πετρώματος. Είναι σημαντικό ότι οι θεωρίες που διέπουν τη μηχανική συμπεριφορά των εδαφών αναπτύχθηκαν βασισμένες στη συμπεριφορά των ιζηματογενών εδαφών και για το λόγο αυτό η εφαρμογή τους στα υπολειμματικά εδάφη οδηγεί σε μη ρεαλιστικές προσεγγίσεις και σε εσφαλμένες εκτιμήσεις.
Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής διερευνούνται, αξιολογούνται και τελικώς ερμηνεύονται, με την εισαγωγή ενός μοντέλου ανάλυσης ευστάθειας, οι μηχανισμοί αστοχίας που παρατηρήθηκαν σε μια σειρά ανοικτών ορυγμάτων σε υπολειμματικά εδάφη γνευσιακής προέλευσης στην περιοχή της Ασπροβάλτας. Η υπολειμματική δομή του μητρικού πετρώματος, η ορυκτολογική σύσταση των υπολειμματικών εδαφών και οι μεταβολές του βαθμού κορεσμού αποτελούν τους τρεις κύριους παράγοντες με βάση τους οποίους ερμηνεύονται τα αποτελέσματα μιας πλήρους εργαστηριακής έρευνας για τον προσδιορισμό της μηχανικής συμπεριφοράς των εξεταζόμενων γεωυλικών.
Στη συνέχεια της εργασίας προτείνεται η εφαρμογή ενός μοντέλου ανάλυσης ευστάθειας πρανών, το οποίο λαμβάνει υπόψη το γεωλογικό μοντέλο αποσάθρωσης, τα μηχανικά χαρακτηριστικά των υπολειμματικών εδαφών όπως προσδιορίστηκαν εργαστηριακά και τη συμπεριφορά τους σε ακόρεστες συνθήκες. Η εφαρμογή του προτεινόμενου μοντέλου περιγράφει ικανοποιητικά το ιστορικό και τη μορφή των αστοχιών των ορυγμάτων της περιοχής έρευνας, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του δύσκολου προβλήματος της επιλογής των παραμέτρων αντοχής για το σχεδιασμό τεχνικών έργων σε υπολειμματικά εδάφη.

Residual soils are formed from the in situ weathering of rocks, they constitute a big class of soils and their mechanical behavior differs significantly from that of sedimentary soils. The factors that determine the weathering processes are the climatic, the morphological and the geological conditions and their products depend on the structural and mineralogical features of the parent rock. It is important to mention that the theoretical framework on which the research of the mechanical behavior of soils has evolved is based on the behavior of sedimentary soils, and for that reason the application of standard practices in soil mechanics on residual soils may lead to nonrealistic approaches and false estimations.  
This thesis investigates, evaluates and finally interprets the failure mechanisms in a series of cut slopes that took place in residual soils of gneisseous origin, by introducing a methodology of slope stability analysis for these soils. A full scale laboratory testing program is implemented for the assessment of the mechanical behavior of the considered soils and the results are interpreted on the basis of the three distinct characteristics of residual soils, the inherited structure of the parent rock, the mineralogical composition and the changes in the degree of saturation.
Based on the in situ and laboratory investigation, the application of a slope stability analysis model is proposed, which takes into account the weathering profile and the different types of soils present, as well as the mechanical parameters of them for both saturated and unsaturated conditions, derived from the laboratory investigation. The application of the proposed model simulates accurately the cases and the types of failures of the cut slopes that were investigated, contributing to the difficult task of choosing design strength parameters for construction projects in residual soils.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-15 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12263</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2015</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12480</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Γεωτεχνική διερεύνηση μολασσικών σχηματισμών της λεκάνης των Γρεβενών = Geotechnical investigation of molassing formation in Grevena area.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Τζιλίνη, Μαρία Γ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η αντοχή σε διάτμηση των γεωυλικών είναι καθοριστικής σημασίας για τη μηχανική συμπεριφορά των γεωλογικών σχηματισμών στα πλαίσια της κατασκευής τεχνικών έργων. Στην περίπτωση των βραχωδών σχηματισμών η συμπεριφορά αυτή εξαρτάται τόσο από τα μηχανικά χαρακτηριστικά του άρρηκτου πετρώματος όσο και από τον προσανατολισμό και τα γεωμετρικά και μηχανικά χαρακτηριστικά των ασυνεχειών. Η διατμητική αντίσταση άρρηκτων βραχωδών υλικών εξετάζεται πληρέστερα με τη βοήθεια της δοκιμής τριαξονικής θλίψης ενώ η διατμητική αντίσταση κατά μήκος ασυνεχειών προσδιορίζεται με τη δοκιμή άμεσης διάτμησης. 
Αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής αποτελεί η γεωτεχνική διερεύνηση μολασσικών σχηματισμών της λεκάνης των Γρεβενών και χαρακτηριστικών πετρωμάτων από τις παρυφές της λεκάνης στα όρια της Πίνδου (οφιολιθικό σύμπλεγμα), με εστίαση στη διερεύνηση των παραμέτρων διατμητικής αντοχής μέσω δοκιμών τριαξονικής θλίψης άρρηκτου υλικού και δοκιμών άμεσης διάτμησης κατά μήκος φυσικών και τεχνητών ασυνεχειών.  
Προς την κατεύθυνση αυτή, πραγματοποιήθηκαν δυο ανεξάρτητες σειρές εργαστηριακών δοκιμών, που η μία καλύπτει τη μηχανική συμπεριφορά σε τριαξονική θλίψη επιλεγμένων τύπων άρρηκτων πετρωμάτων και η δεύτερη τη μηχανική συμπεριφορά σε άμεση διάτμηση τεχνητών και φυσικών ασυνεχειών των ιδίων πετρωμάτων. 
Εξετάστηκαν πέντε διαφορετικοί τύποι πετρωμάτων της περιοχής μελέτης, στους οποίους περιλαμβάνονται  ψαμμίτης (3 τύποι), ασβεστόλιθος και σερπεντινίτης.  Πραγματοποιήθηκαν σειρές δοκιμών σε τριαξονική θλίψη, σε εύρος πλευρικών πιέσεων 0-70 MPa, προσδιορίστηκαν οι παράμετροι διατμητικής αντοχής, και αναλύθηκε η συμπεριφορά των υλικών, ιδιαίτερα στις υψηλότερες τιμές πλευρικής πίεσης, κατά τις οποίες το δοκίμιο μεταβάλλει σταδιακά τη συμπεριφορά του από ψαθυρή σε όλκιμη.
Συνολικά, στα πλαίσια της έρευνας λήφθηκαν βραχώδη τεμάχη από τέσσερις θέσεις δειγματοληψίας και πυρήνες από μία δειγματοληπτική γεώτρηση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ, από τα οποία διαμορφώθηκαν και εξετάστηκαν ως προς τις φυσικές, δυναμικές και μηχανικές τους ιδιότητες 317 δείγματα βραχώδους υλικού. Ειδικότερα πρόκειται για 2 θέσεις δειγματοληψίας με ψαμμιτικούς σχηματισμούς (128 δοκίμια), 1 θέση με ασβεστολιθικούς σχηματισμούς (89 δοκίμια), 1 θέση με σερπεντινίτες (88 δοκίμια) και 1 θέση από γεώτρηση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ για την λήψη δειγμάτων λεπτόκοκκου ψαμμίτη (12 δοκίμια).
Έτσι, συνολικά εκτελέστηκαν:
    • 100 δοκιμές προσδιορισμού του πορώδους, ξηρής πυκνότητας,
    • 83 δοκιμές προσδιορισμού της ταχύτητας διάδοσης των επιμήκων κυμάτων υπερήχων 
    • 100 δοκιμές προσδιορισμού της σκληρότητας Schmidt
    • 56 δοκιμές προσδιορισμού του δείκτη σημειακής φόρτισης 
    • 10 δοκιμές προσδιορισμού της αντοχής σε μονoαξονική θλίψη
    • 42 δοκιμές προσδιορισμού της αντοχής σε έμμεσο εφελκυσμό σt (Βραζιλιανή δοκιμή)
    • 192 δοκιμές άμεσης διάτμησης ασυνεχειών
    • 92 δοκιμές τριαξονικής θλίψης άρρηκτου υλικού
Πραγματοποιήθηκαν σειρές δοκιμών σε τριαξονική θλίψη, σε εύρος πλευρικών πιέσεων 0-70 MPa, προσδιορίστηκαν οι παράμετροι διατμητικής αντοχής, και εξετάστηκε η συμπεριφορά των υλικών, ιδιαίτερα στις υψηλότερες τιμές πλευρικής πίεσης, κατά τις οποίες το δοκίμιο μεταβάλλει σταδιακά τη συμπεριφορά του από ψαθυρή σε όλκιμη .
Στους ίδιους τύπους πετρωμάτων, πραγματοποιήθηκαν σειρές δοκιμών άμεσης διάτμησης σταθερής ορθής τάσης στο εύρος 0-2 MPa, σε φυσικές και τεχνητές ασυνέχειες. Η συνολική διατμητική μετατόπιση σε όλες τις δοκιμές ήταν τουλάχιστο 5% του μήκους του δοκιμίου. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην λεπτομερή καταγραφή της διαστολής του δοκιμίου, με τη βοήθεια της οποίας έγινε ανάλυση της διατμητικής αντοχής σε συνιστώσα τριβής και συνιστώσα διαστολής λόγω τραχύτητας. 
Επίσης, με τη βοήθεια λογισμικού επεξεργασίας εικόνας, πραγματοποιήθηκε προσδιορισμός των πραγματικών επιφανειών επαφής των δύο τοιχωμάτων των ασυνεχειών, και εκτιμήθηκε η τιμή της επ’ αυτών αναπτυσσόμενης πραγματικής ορθής τάσης.  Από τη συσχέτιση της τιμής αυτής της τάσης με την τάση που αντιστοιχεί στην μετάβαση από ψαθυρή σε όλκιμη συμπεριφορά κατά την τριαξονική θλίψη του άρρηκτου πετρώματος, προέκυψαν χρήσιμα συμπεράσματα για την ερμηνεία των τιμών των παραμέτρων διατμητικής αντοχής με τους δυο τύπους εργαστηριακών δοκιμών.
Τα αποτελέσματα συμβάλλουν στην κατανόηση του μηχανισμού της διάτμησης των ασυνεχειών, στο ρόλο της διαστολής και στη σχέση τους με την τριαξονική αντοχή του άρρηκτου πετρώματος στη μεταβατική περιοχή αλλαγής συμπεριφοράς από ψαθυρή σε όλκιμη.

The shear strength of geological materials is of great importance for the mechanical behavior of geological formations within the framework of construction of technical works. In the case of rock formations, this behavior depends on both the mechanical characteristics of the intact rock material and the orientation and the geometric and mechanical characteristics of the discontinuities. The shear resistance of intact rock materials is best examined by triaxial compression testing, while the shear resistance along discontinuities is determined by direct shear testing.
    The aim of the thesis is the geotechnical investigation of three rock types from the molassing formations of Grevena basin and two characteristic rocks from its western border with Pindos mountain (ophiolite complex). The  study is focused on the of shear strength parameters through triaxial testing of intact rock material and direct shear testing  along natural and artificial discontinuities.
    Towards this goal, we conducted two independent series of laboratory tests: one covering the mechanical behavior in triaxial compression of selected types of intact rocks and the second one covering the shear  behavior of artificial and natural discontinuities of the same rock.
    Five different rock types from the study area were investigated, including three types of sandstone, one limestone and one serpentinite. Triaxial test series were performed at confining pressures range of 0-70 MPa, the shear strength parameters were determined, and the behavior of the materials was examined, especially at the highest confining pressures, where the sample gradually changes its behavior from brittle to ductile.
Several rock blocks were obtained from four sampling sites and from one borehole drilling of Egnatia Motorway, from which 317 specimens of intact rock material were prepared and investigated in terms of their physical, and mechanical properties. Two of these sampling sites were in sandstone formations (128 specimens), one site in limestone formation (89 specimens) and one site with serpentinites (88 specimens). Finally, 12 specimens were prepared from  borehole cores drilled during the construction of Egnatia Motorway.
The properties and the number of tests performed for the determination of their values are:
    • Porosity  and dry density: 100 
    • P-wave velocity : 83 
    • Schmidt hardness tests: 100
    • Point load strength: 56
    • Unconfined compressive strength : 10
    • Indirect tensile strength (Brazilian test): 42 
    • Triaxial compression of intact rock: 92                
    • Shear tests on discontinuities: 192 
    A series of triaxial compression tests were performed at confining pressures in the range of 0-70 MPa. The shear strength parameters were determined, and the behavior of the materials was studied, especially at the highest confining  pressures, approaching the brittle-ductile transition.
Another series of direct shear tests on natural and artificial discontinuities of the same rock types, was carried out,  under constant normal load conditions, under normal stresses in the range of 0-2 MPa. The total shear displacement in all tests was at least 5% of the specimen length. Particular emphasis was placed on the detailed recording of the dilation of the top block of the specimen during shearing and the dilation  component of shear strength was accurately determined.     
The real area of contact between the two walls of  the discontinuities were determined for all direct shear tests, using  ImageJ, a public domain processing and analysis  program, and the value of the real normal stress developed on the contact spots was estimated. From the correlation between the real normal stress at peak and the brittle-ductile transition pressure of intact specimens as determined from the triaxial compression tests, useful conclusions have been drawn for the interpretation of the values of shear strength parameters by the two types of laboratory tests.
    The results of the thesis provide an interpretation of the shearing mechanism of discontinuities, the role of dilation, and their relationship to the triaxial strength of intact rock in the brittle-ductile transition.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12480</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11504</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T10:00:41Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181105 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Η γεωλογική δομή, η κινηματική της παραμόρφωσης και η γεωτεκτονική εξέλιξη των ορεινών όγκων Πάικου και Τζένας (κεντρική Μακεδονία)</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κατριβάνος, Εμμανουήλ Δ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Τα τεκτονοστρωματογραφικά πεδία (terranes) του Πάικου και της Τζένας τοποθετούνται γεωτεκτονικά στο κεντρικό τμήμα της ζώνης Αξιού, μεταξύ των Πελαγονικών τεκτονικών καλυμμάτων που βρίσκονται δυτικά και της μεταμορφικής περιοχής της Σερβομακεδονικής και Ροδοπικής μάζας στα ανατολικά.  Η ζώνη Αξιού περιλαμβάνει την υποζώνη Αλμωπίας στα δυτικά, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία οφιολιθικών πετρωμάτων, τα πεδία Πάικου και Τζένας ενδιάμεσα και την επίσης οφιολιθική υποζώνη Παιονίας προς τα ανατολικά.  Κατόπιν της γεωλογικής εργασίας υπαίθρου και της μελέτης των τεκτονοστρωματογραφικών στοιχείων στην παρούσα διατριβή, διαπιστώσαμε ότι τα πεδία του Πάικου και της Τζένας ταυτίζονται τεκτονοστρωματογραφικά και το καθένα απ’ αυτά αποτελείται από μία πολύπλοκη στήλη τεκτονικών καλυμμάτων με ποικίλες τεκτονοστρωματογραφικές ενότητες.  Παλαιοζωικοί γνεύσιοι και Τριαδικά μάρμαρα σε εναλλαγές με σχιστόλιθους τοποθετούνται τεκτονικά κάτω από ηφαιστειοκλαστικά και ανθρακικά πετρώματα Ιουρασικής και Κάτω Κρητιδικής ηλικίας, καθώς επίσης και κάτω από τους επωθημένους οφιόλιθους, οι οποίοι έχουν μεταφερθεί προς τα δυτικά μακριά από την αρχική τους θέση.  Επικλυσιγενή ιζήματα Άνω Ιουρασικής έως Κάτω Κρητιδικής ηλικίας, καθώς επίσης και Άνω Κρητιδικής ηλικίας ασβεστόλιθοι και φλύσχης τοποθετούνται με ασυμφωνία πάνω σε όλες τις προαναφερόμενες ενότητες.  Τα πετρώματα του υποβάθρου Παλαιοζωικής ηλικίας δεν εμφανίζονται στο πεδίο του Πάικου. ...

Paikon and Tzena terranes are situated in the center part of the Axios zone, between the Pelagonian nappe and the Serbomacedonian/Rhodope metamorphic province.  Axios zone comprises the ophiolite - bearing Almopia Subzone in the West, the Paikon and Tzena terranes in the Middle, and the also ophiolite - bearing Paionia Subzone in the East (Mercier 1968).  The structural evolution and geotectonic position of Paikon and Tzena terranes have long been a matter of controversy between researchers, with several questions remaining unanswered.  We try here to correlate Paikon and Tzena terranes, reconstructing the evolution of deformation from Jurassic till recent times, and for this purpose we carried out geological mapping and detailed structural investigations, combined with all available geochronological and stratigraphic data.  
Paikon and Tzena terranes are two identical tectonostratigraphic terranes, constituting a complicated tectonic nappe pile with several tectonostratigraphic units.  Paleozoic gneisses and Triassic marbles intercalated with schists (Lower Units) are tectonically overlain by volcanoclastic and carbonate rocks of Jurassic to Early Cretaceous age (Medium Units), as well as the obducted ophiolites traveled westwards from their initial place.  Transgressive Upper Jurassic to Lower Cretaceous sediments, as well as Upper Cretaceous limestone and flysch (Upper Units) overlie discordantly all the above mentioned units.  The Paleozoic basement rocks do not exhumed in the Paikon terrane. ...
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-05 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11504</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2017</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2017 Grey literature at Theophrastus Library. School of Geology, AUTh</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12927</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Καθορισμός και προσομοίωση χρόνων επανάληψης ισχυρών σεισμών στον ελληνικό χώρο με τη χρήση στοχαστικών μοντέλων: συμβολή στην εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας = Determination and simulation of strong earthquakes’ recurrence times in Greece via the application of stochastic models: contribution on seismic hazard assessment.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κουρούκλας, Χρήστος Αθανάσιος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωφυσικής.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Ο καθορισμός του μέσου χρόνου επανάληψης ισχυρών σεισμών που συνδέονται με συγκεκριμένο ρήγμα ή τμήμα αυτού και πάνω από ένα ορισμένο μέγεθος αποτελεί απαραίτητη παράμετρο για την μελέτη της χρονικής συμπεριφοράς των ισχυρών σεισμών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δεδομένο εισόδου σε μελέτες εκτίμησης της σεισμικής επικινδυνότητας μίας συγκεκριμένης περιοχής. Χρησιμοποιώντας τον μέσο χρόνο επανάληψης κάθε ρήγματος είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν στατιστικά μοντέλα με σκοπό την εκτίμηση της πιθανότητας γένεσης του επόμενου ισχυρού σεισμού του εκάστοτε ρήγματος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ο καθορισμός του κατωφλιού μέγεθος πάνω από το οποίο οι ενδιάμεσοι χρόνοι της σεισμικότητας είναι στατιστικά ανεξάρτητοι είμαι μία σημαντική παράμετρος πριν την εφαρμογή των στατιστικών μοντέλων. Το κατώφλι αυτό καθορίστηκε σε διακριτές περιοχές του ελληνικού χώρου με εφαρμογή μεθόδων ανάλυσης χρονοσειρών και συνδέθηκε με σεισμούς ενδιάμεσου μεγέθους, διασφαλίζοντας την στατιστική ανεξαρτησία των διαστημάτων επανάληψης των ισχυρών σεισμών του ελληνικού χώρου. Οι περιπτώσεις όπου τα διαθέσιμα διαστήματα επανάληψης ισχυρών σεισμών που συνδέονται με συγκεκριμένο ρήγμα έχουν έναν ικανοποιητικό αριθμό για το στατιστικό καθορισμό του μέσου χρόνου επανάληψης είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Για αυτό το λόγο εφαρμόσθηκε η μέθοδος της διατήρησης της σεισμικής ροπής για τον καθορισμό του μέσου χρόνου επανάληψης. Η μέθοδος εφαρμόσθηκε στο σύνολο των 191 κύριων ρηγμάτων του ελληνικού χώρου και των γειτονικών περιοχών του που καθορίστηκαν. Τα διαστήματα εμπιστοσύνης των εκτιμήσεων του μέσου χρόνου επανάληψης εκτιμήθηκαν επίσης με δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων δείχνουν συμφωνία μεταξύ των μεθόδων στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των 191 ρηγμάτων. Τα διαστήματα εμπιστοσύνης δείχνουν μία τάση χαμηλής περιοδικότητας του μέσου εκτιμώμενου χρόνου επανάληψης της διάρρηξης των ρηγμάτων που σαν αποτέλεσμα έχουν τη γένεση ισχυρών σεισμών. Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων αυτών χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια για την εφαρμογή δύο στατιστικών κατανομών, της εκθετικής κατανομής που αντιπροσωπεύει το μακράς διάρκειας χρονο-ανεξάρτητο μοντέλο γένεσης ισχυρών σεισμών και της κατανομής πρώτης μετάβασης της κίνησης Brown που αντιπροσωπεύει ένα μακράς διάρκειας χρονο-εξαρτώμενο μοντέλο ανανέωσης, με στόχο την εκτίμηση των πιθανοτήτων γένεσης των επόμενων ισχυρών σεισμών που συνδέονται με τα κύρια ρήγματα του ελληνικού χώρου και των γειτονικών του περιοχών. Επιπλέον, εφαρμόσθηκε αλγόριθμος προσομοίωσης της σεισμικότητας σε επιλεγμένες ζώνες διάρρηξης του ελληνικού χώρου για την αναπαραγωγή αντιπροσωπευτικών καταλόγων σεισμικότητας για κάθε ζώνη διάρρηξης, που θα καλύπτου διάστημα 10 χιλιάδων ετών. Στόχος αυτής της εφαρμογής είναι η ποσοτική στατιστική ανάλυση του μέσου χρόνου επανάληψης των ισχυρών σεισμών. Από τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης προκύπτει ότι η χρονο-εξαρτώμενη προσέγγιση μοντελοποίησης των χρονικών ιδιοτήτων των ισχυρών σεισμών εμφανίζει καλύτερη απόδοση από τη χρονο-ανεξάρτητη προσέγγιση.

The study of the mean recurrence time of strong earthquakes in specific fault or fault segment above a certain magnitude threshold is an appropriate parameter for the study of the temporal behavior of strong earthquakes. Mean recurrence time can be later used as an input for the development of earthquake rupture forecast models, aiming at the probability estimation of a future strong earthquake associated with a given fault in a specific time span. Statistical models applications requires the statistical independency of the earthquakes interevent times data. The magnitude threshold is determined through time series analysis methodologies in distinctive sub-areas of the Greek territory and is found to be linked with intermediate magnitude earthquakes, ensuring the statistical independence of the recurrence intervals of strong earthquakes. The cases where the available recurrence intervals of strong earthquakes per fault or fault segment have a sufficient number for a robust statistical estimation of the mean recurrence time is limited. For this reason the alternative method of seismic moment conservation is applied for the estimation of the mean recurrence time of strong earthquakes which associated with the 191 main fault segments of Greece. The confidence intervals of mean recurrence time estimates are also estimated using two different approaches. Results of these estimations showing good agreement between the two approaches for the majority of the fault segments. The estimated confidence intervals shown a trend of low periodicity of the mean estimated recurrence time. The obtained results are later used for the application of the exponential distribution and the Brownian passage time distribution, which represent the long-term time-independent and a renewal model for the occurrence of strong earthquakes, respectively. Additionally, a physics-based earthquake simulation algorithm was applied in selected fault zones of the Greece, aiming at the generation long-lasting and representative simulated earthquake catalogs for each fault zone. The simulated catalogs are covering a period of 10 thousand years, allowing the robust statistical analysis of the strong earthquakes recurrence times. Results of this analysis indicate that the time-dependent approach for modeling the temporal properties of strong earthquakes performs better than the time-independent one.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12927</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2023 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12805</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220708 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Contribution to the study of the parameters that control the seismic motion on surface geological formations: Experimental and theoretical approach based on ARGONET, Greek and French earthquake records =  Συμβολή στη μελέτη παραμέτρων που διαμορφώνουν τη σεισμική κίνηση σε Επιφανειακούς γεωλογικούς σχηματισμούς: Πειραματική και θεωρητική προσέγγιση με έμφαση στο πεδίο δοκιμών ARGONET στην Κεφαλονιά καθώς και με τη χρήση άλλων δεδομένων του Ελληνικού και Γαλλικού δικτύου επιταχυνσιογράφων</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Grendas, Ioannis Athansios</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωφυσικής.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Ground motion simulation are based on the knowledge of the following three factors: seismic source, wave attenuation and Site Amplification Factor (SAF) due to the local surface geological conditions. In this study a parametric GIT algorithm, was developed, by introducing distance and regional dependent attenuation parameters, regarding the geometrical spreading and anelastic attenuation terms, respectively. This step aims at a more detailed investigation of the attenuation path, anticipating to improve estimation of all three fundamental factors controlling seismic ground motion. The algorithm is based on a Gauss-Newton iterative inversion method, using initial realistic model parameters. A synthetic dataset, approximating a simplified real dataset, was inverted by the proposed GIT algorithm verifying its computational validity. The effectiveness of the algorithm is also supported by the ~9% misfit reduction achieved by a GIT application of the new algorithm on a real dataset, with respect to the application by a previously developed GIT algorithm investigating a uniform attenuation model. The GIT algorithm developed in this study was also applied to a real dataset of S-wave records corresponding to western Greece earthquakes. Regional variation of Qs was found around a mean value of 45, while a distance dependent geometrical spreading attenuation factor gamma, γ, was found to be smoothly decreased from 12 km to 200 km (from 0.98 to 0.77). The SAF for both horizontal and vertical components in 24 sites located in the study area were also determined. Moment Magnitudes, Mw and corner frequencies, fc, were computed for the 180 earthquakes, indicating an increasing trend of stress drop, Δσ from 6 to 55 bars for the Mw range between 2.5 to 5.2, respectively. Moreover, in this study a SAF estimation technique at a target site in relation to a distant reference site is also presented and evaluated, through a new developed algorithm. This algorithm is based on the retrieval of the minimum phase Source Time Function (mpSTF) at a pair of examined sites (target-reference), based on the Spectral Factorization analysis of Coda waves (SFC) proposed by Sèbe et al., (2005, 2018). The so-derived mpSTF is considered as a convolution of the actual source function with the SAF of the site, so that the FAS ratio between the mpSTF, derived at one site (target) and at a distant reference site, should be an estimate of the target SAF. Under the conditions of a common STF at the examined sites and of similar coda waves excitation factor, the ratio of the FAS of the mpSTFs (target over reference site) can safely approach the actual SAF, at least when target-reference distance is up to ~60 km and provides satisfactory results at longer distances. This technique was applied to the 24 sites in western Greece, and to 18 in southeastern France, in relation to 4 and 3 reference sites, respectively, located at varying distances from the target ones (from 0.4 km to 110 km).

Η προσομοίωση της εδαφικής κίνησης βασίζεται στη γνώση των ακόλουθων παραμέτρων: σεισμική πηγή, απόσβεση των κυμάτων και παράγοντας τοπικής εδαφικής ενίσχυσης (SAF) της θέσης μελέτης εξαιτίας των τοπικών επιφανειακών γεωλογικών συνθηκών. Στη μελέτη αυτή αναπτύχθηκε ένας παραμετρικός αντιστροφής GIT, εισάγοντας παραμέτρους απόσβεσης εξαρτώμενες από την απόσταση και την εξεταζόμενη περιοχή, που αφορούν αντίστοιχα στη γεωμετρική εξάπλωση και στην ανελαστική απόσβεση των σεισμικών κυμάτων. Αυτό το βήμα στοχεύει σε μία πιο λεπτομερή διερεύνηση των ιδιοτήτων της απόσβεσης του δρόμου διάδοσης, προσδοκώντας στη βελτίωση εκτίμησης των τριών παραγόντων που διαμορφώνουν τη σεισμική κίνηση. Ο αλγόριθμος είναι βασισμένος στη μέθοδο της επαναληπτικής αντιστροφής Gauss-Newton, χρησιμοποιώντας αρχικές τιμές για τις παραμέτρους που εξετάζονται. Η αποτελεσματικότητα του αλγορίθμου υποστηρίζεται από τη μείωση ~9% της συνάρτησης διαφοράς μεταξύ των πραγματικών και υπολογισμένων δεδομένων που προέκυψε από την εφαρμογή του νέου αλγορίθμου σε πραγματικά δεδομένα, σε σχέση με την εφαρμογή ενός προηγούμενου αλγορίθμου αντιστροφής για ένα μέσο μοντέλο απόσβεσης. Ακόμη, ο αλγόριθμος της αντιστροφής εφαρμόστηκε σε ένα δείγμα πραγματικών δεδομένων από σεισμικές καταγραφές S-κυμάτων στη Δυτική Ελλάδα. Χωρικές μεταβολές του παράγοντα ποιότητας, Qs υπολογίστηκαν με μέση τιμή 45, ενώ ο εξαρτώμενος από την απόσταση παράγοντας της γεωμετρικής εξάπλωσης, γ, βρέθηκε να μειώνεται σταδιακά από τα 12 km στα 200 km (από 0.98 μέχρι 0.77). Επιπλέον υπολογίστηκαν οι παράγοντες ενίσχυσης SAF των οριζόντιων και των κατακόρυφων συνιστωσών σε 24 θέσεις σταθμών επιταχυνσιογράφων στην περιοχή μελέτης, καθώς και τα μεγέθη σεισμικής ροπής, Mw και οι γωνιακές συχνότητες, fc των 180 εξεταζόμενων σεισμών, υποδεικνύοντας μία αύξηση της πτώσης τάσης, Δσ, από 6 bar σε 55 bars για εύρος μεγεθών Mw 2.5 - 5.2. Ακόμη, σε αυτή τη μελέτη παρουσιάζεται και αξιολογείται μία τεχνική εκτίμησης του παράγοντα SAF σε μία θέση μελέτης, σε σχέση με έναν απομακρυσμένο σταθμό αναφοράς, μέσω της ανάπτυξης ενός νέου αλγορίθμου, ο οποίος βασίζεται στον υπολογισμό της ελάχιστης φάσης της Χρονικής Συνάρτησης της Σεισμικής πηγής (mpSTF), σε δύο θέσεις (μελέτης και αναφοράς), χρησιμοποιώντας τη μέθοδο φασματικής παραγοντοποίησης των κυμάτων ουράς μίας σεισμικής καταγραφής (SFC), η οποία προτάθηκε από τους Sèbe et al., (2005, 2018). Η υπολογισμένη mpSTF θεωρείται ως η συνέλιξη μεταξύ της STF του σεισμού και του SAF στη θέση μελέτης, και κατά συνέπεια ο λόγος μεταξύ των mpSTFs που υπολογίζονται σε μία θέση μελέτης και σε έναν απομακρυσμένο σταθμό αναφοράς θα πρέπει να οδηγεί στην εκτίμηση του SAF στη θέση μελέτης. Υπό την προϋπόθεση της κοινής STF μεταξύ των εξεταζόμενων θέσεων, αλλά και του κοινού παράγοντα διασποράς των κυμάτων ουράς, ο λόγος μεταξύ των FAS των mpSTFs στις θέσεις μελέτης και αναφοράς, μπορεί να προσεγγίσει ικανοποιητικά τoν παράγοντα SAF, τουλάχιστον όταν η απόσταση μεταξύ των δύο σταθμών είναι ~60 km, ενώ παρέχει ικανοποιητικά αποτελέσματα για μεγαλύτερες αποστάσεις. Η τεχνική αυτή εφαρμόστηκε σε 24 θέσεις σταθμών στη Δυτική Ελλάδα, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν και στην εφαρμογή του νέου αλγορίθμου GIT, καθώς και σε 18 θέσεις σταθμών στη Νοτιοανατολική Γαλλία, σε σχέση με 4 και 3 σταθμούς αναφοράς αντίστοιχα, οι οποίοι βρίσκονται σε αποστάσεις από τις θέσεις μελέτης, που κυμαίνονται από 0.4 km μέχρι 110 km.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12805</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12443</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Use of remote sensing and geographic information systems in mapping flood extent and assessing flood hazard. Application exapleQ Evros&#039;s tributay, Erythropotamos river = Χρήση της τηλεπισκόπησης και των γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών στην καταγραφή πλημμυρών και στην εκτίμηση της πλυμμυρικής επικινδυνότητας. Παράδειγμα εφαρνογής από τον Ερυθροπόταμο Έβρου.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Domakinis, Christos</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Erythropotamos is a tributary of river Evros and during the last decade its drainage basin flooded many times, causing extensive damage on properties. In order to pave the path for effective flood risk management and compensate for the lack of studies in such a flood-prone area the flood hazard assessment procedures of inundation mapping, flood hazard and risk mapping, along with flood susceptibility mapping were employed. Inundation mapping was carried out with the aid of SAR (Synthetic Aperture Radar) imagery. Specifically, ENVISAT/ASAR and SENTINEL – 1 A/B imagery was utilized to delineate the inundated areas of flood events that occurred in 2010, 2017 and 2018. Flood hazard and risk mapping was implemented with the use of Geographic Information Systems (GIS) for both only the thalweg and the river reaches of the 5th stream order and higher, providing predictions of flood extents and the spatial distribution of water depths according to scenarios that were suggested by both the 2007/60/EC Directive and certain gauges of the station that is located on the bridge of Didymoteicho. Furthermore, flood susceptibility mapping was conducted for the study area by applying the Analytical Hierarchy Process (AHP). Topographical, hydrological and meteorological factors were used and each one of them was classified into three (3) flood susceptibility categories (low, medium and high). The importance of each factor over the others was determined with the aid of either the results of inundation or flood hazard mapping, thus dealing with the subjectivity that involves the determination of the hierarchy of factors in AHP. Subsequently, the resulting flood susceptibility maps were validated according to the inundated areas of the April 2017, March 2018 and, in the case where the hierarchy of factors was determined by the results of flood hazard mapping, February 2010 flood extent. The results of the aforementioned procedure indicated that large portions of the delineated areas intersected with each susceptibility map’s high susceptibility zone. Finally, the results of each flood hazard assessment procedure were not only compared with the zone of potential high flood risk that is suggested by Ministry of Environment and Energy but also they were combined in a number of ways in order to determine whether it was feasible to achieve better outcomes.

Ο Ερυθροπόταμος είναι παραπόταμος του ποταμού Έβρου και κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας η λεκάνη απορροής του πλημμύρησε  αρκετές φορές, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές σε περιουσίες. Προκειμένου να προετοιμαστεί ο δρόμος για αποτελεσματική διαχείριση του πλημμυρικού κινδύνου και να αντισταθμιστεί η έλλειψη τέτοιων μελετών σε μια περιοχή που είναι τόσο επιρρεπής σε πλημμύρες, χρησιμοποιήθηκαν διαδικασίες εκτίμησης της επικινδυνότητας της πλημμύρας όπως η χαρτογράφηση κατακλυζόμενων περιοχών, η χαρτογράφηση της επικινδυνότητας και του κινδύνου της πλημμύρας, καθώς και η χαρτογράφηση της πλημμυρικής επιδεκτικότητας.    Η χαρτογράφηση κατακλυζόμενων περιοχών διεξήχθη με τη βοήθεια εικόνων Ραντάρ Συνθετικού Ανοίγματος. Ειδικότερα, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες ENVISAT/ASAR και SENTINEL – 1 A/B προκειμένου να οριοθετηθεί ο χώρος των κατακλυζόμενων περιοχών που συνέβησαν τις χρονιές 2010, 2017 και 2018. Η χαρτογράφηση της επικινδυνότητας και του κινδύνου της πλημμύρας υλοποιηθήκαν με τη βοήθεια των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (Γ.Σ.Π.), όχι μόνο για την κύρια μισγάγγεια  άλλα και για τους κλάδους του υδρογραφικού δικτύου άνω της 5ης τάξης, παρέχοντας  προβλέψεις για την έκταση των πλημμυρών και για τη χωρική κατανομή του βάθους του νερού συμφώνα με τα σενάρια που προτείνονται από την Οδηγία 2007/60 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και για συγκεκριμένες μετρήσεις του σταθμού που είναι τοποθετημένος στη γέφυρα του Διδυμοτείχου. Επιπλέον, η χαρτογράφηση της πλημμυρικής επιδεκτικότητας διεξήχθη για την υπό μελέτη περιοχή εφαρμόζοντας τη Διαδικασία της Αναλυτικής Ιεραρχίας (Analytical Hierarchy Process/AHP). Χρησιμοποιήθηκαν τοπογραφικοί, υδρολογικοί και μετεωρολογικοί παράγοντες και ο καθένας από αυτούς ταξινομήθηκε σε τρεις (3) κατηγορίες επιδεκτικότητας (χαμηλή, μέτρια και υψηλή). Η σημαντικότητα του κάθε παράγοντα έναντι των υπολοίπων καθορίστηκε με τη βοήθεια είτε της χαρτογράφησης κατακλυζόμενων περιοχών ή της   χαρτογράφησης της επικινδυνότητας της πλημμύρας, αντιμετωπίζοντας με αυτό τον τρόπο την υποκειμενικότητα που περιλαμβάνεται στον καθορισμό της ιεραρχίας των παραγόντων από τη Διαδικασία της Αναλυτικής Ιεραρχίας. Ακολούθως, οι παραγόμενοι χάρτες πλημμυρικής επιδεκτικότητας αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις κατακλυζόμενες περιοχές των πλημμυρών του Απριλίου 2017, του Μαρτίου 2018 και, στην περίπτωση που η ιεραρχία των παραγόντων καθορίστηκε από τα αποτελέσματα της χαρτογράφησης της επικινδυνότητας, με τις κατακλυζόμενες περιοχές των πλημμυρών του Φεβρουαρίου 2010. Τα αποτελέσματα των ως άνω αναφερθέντων διαδικασιών υπέδειξαν ότι μεγάλα ποσοστά των οριοθετημένων περιοχών κατάκλυσης τέμνουν τις ζώνες υψηλής επιδεκτικότητας του κάθε χάρτη πλημμυρικής επιδεκτικότητας. Τελικά, τα αποτελέσματα κάθε διαδικασίας εκτίμησης της επικινδυνότητας της πλημμύρας δεν συγκρίθηκαν μόνο με τη Ζώνη Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας που προτείνεται  από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αλλά και συνδυάστηκαν ποικιλοτρόπως προκειμένου να διερευνηθεί  αν είναι εφικτό να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12443</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12640</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη μελέτη ενεργών ρηγμάτων του ελληνικού χώρου με χρήση γεωδαιτικών μεθόδων = Contribution in the study of active faults of the Greek region using geodetic methods.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Λάζος, Ηλίας Γεώργιος</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Ο σκοπός της παρούσας διατριβής είναι ο συνδυασμός των επιστημονικών πεδίων της ενεργού τεκτονικής και της δορυφορικής γεωδαισίας. Ειδικότερα, μελετάται η παραμόρφωση του ανώτερου φλοιού του ελληνικού χώρου με τη χρήση πρωτογενών γεωδαιτικών δεδομένων, τα οποία λαμβάνονται από μόνιμους σταθμούς GPS/GNSS, ενώ ταυτόχρονα τα αποτελέσματα της γεωδαιτικής επεξεργασίας συνδυάζονται με τεκτονικά ενεργές δομές του ελληνικού χώρου. Επιπρόσθετα, πραγματοποιείται η διαίρεση του ελληνικού χώρου σε ανεξάρτητα τεκτονικά τεμάχη του ανώτερου φλοιού, βάσει της γεωλογικής, της γεωδαιτικής και της συνδυαστικής προσέγγισης, καθένα εκ των οποίων χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη τεκτονική συμπεριφορά, ενώ στη συνέχεια συγκρίνεται το σύνολο των εξαγόμενων μοντέλων με αντίστοιχα μοντέλα σεισμικής ζωνοποίησης του ελληνικού χώρου. Επιπλέον, πραγματοποιείται η εφαρμογή της δορυφορικής γεωδαισίας στις περιπτώσεις πρόσφατων, ισχυρών σεισμών. Ο ελληνικός χώρος χαρακτηρίζεται από σημαντική γεωδυναμική δραστηριότητα και ειδικότερα από έντονη νεοτεκτονική δράση, η οποία εκφράζεται με τα ενεργά ρήγματα. Η Ελληνική Βάση Δεδομένων Ενεργών Ρηγμάτων (GreDaSS) αποτελεί την πληρέστερη βάση δεδομένων του ελληνικού χώρου και βάσει αυτής πραγματοποιήθηκε ο διαχωρισμός του ελληνικού χώρου σε ανεξάρτητα τεκτονικά τεμάχη του ανώτερου φλοιού με γεωλογικά κριτήρια (γεωλογική προσέγγιση). Από το συγκεκριμένο διαχωρισμό προσδιορίστηκαν 50 ανεξάρτητα τεκτονικά τεμάχη του ανώτερου φλοιού. Ακολούθως, εφαρμόζεται η γεωδαιτική προσέγγιση. Αρχικά, περιγράφεται το δίκτυο των μόνιμων (159 συνολικά) σταθμών GPS/GNSS και των πρωτογενών γεωδαιτικών αποτελεσμάτων, τα οποία προέρχονται από την επεξεργασία πρωτογενών γεωδαιτικών δεδομένων της περιόδου 2008 – 2014, ενώ στη συνέχεια περιγράφονται αναλυτικά τα λογισμικά πακέτα, τα οποία διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: 1) τα λογισμικά πακέτα, με βάση τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων και 2) τα λογισμικά πακέτα, με βάση τη μέθοδο του τριγωνισμού. Η σύγκρισή τους υπέδειξε ότι το λογισμικό GPS triangular calculator είναι καταλληλότερο για την επεξεργασία των προαναφερόμενων δεδομένων. Η εφαρμογή του λογισμικού GPS triangular calculator οδήγησε στον υπολογισμό 5 παραμέτρων, οι οποίες είναι: 1) Μέγιστη και Ελάχιστη Οριζόντια Έκταση, 2) Συνολική Ταχύτητα, 3) Μέγιστη Διατμητική Παραμόρφωση, 4) Περιοχική Παραμόρφωση και 5) Περιστροφή, ενώ για τα αποτελέσματα της καθεμίας πραγματοποιήθηκε γεωστατιστική ανάλυση, προκειμένου να προσδιοριστεί η χωρική κατανομή τους. Για την αναλυτικότερη μελέτη των παραμέτρων θεωρήθηκε απαραίτητος ο διαχωρισμός του ελληνικού χώρου σε 11 μικρότερες περιοχές, ενώ για την καθεμία προσδιορίστηκαν οι κυριότερες, ενεργές τεκτονικές δομές. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ο διαχωρισμός του ελληνικού χώρου σε 10 ανεξάρτητα τεκτονικά τεμάχη του ανώτερου φλοιού με γεωδαιτικά κριτήρια (γεωδαιτική προσέγγιση). Λαμβάνοντας υπόψη τους δύο προαναφερόμενους τύπους διαχωρισμού του ελληνικού χώρου, πραγματοποιήθηκε ο τελικός – οριστικός διαχωρισμός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από 5 ανεξάρτητα τεκτονικά τεμάχη του ανώτερου φλοιού. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η σύγκρισή του με τα σημαντικότερα μοντέλα σεισμικής ζωνοποίησης του ελληνικού χώρου. Επιπρόσθετα, εξετάστηκε η ενεργός τεκτονική σε δύο περιπτωσιολογικές μελέτες πρόσφατων, ισχυρών σεισμών (Λέσβος – Ιούνιος 2017, Κως – Ιούλιος 2017), βάσει των αποτελεσμάτων της δορυφορικής γεωδαισίας, οδηγώντας στην εκτίμηση της επιφανειακής παραμόρφωσης. Κατά την ολοκλήρωση της παρούσας διατριβής επιβεβαιώθηκαν οι κυρίαρχες τεκτονικές δομές του ελληνικού χώρου, ενώ ταυτόχρονα αναδείχθηκαν περιοχές αξιοσημείωτης τεκτονικής δραστηριότητας. Ταυτόχρονα, η ερμηνεία των γεωδαιτικών αποτελεσμάτων υπέδειξε ότι η παραμόρφωση του ανώτερου φλοιού του ελληνικού χώρου συνδέεται και με τους τρεις τύπους ρηγμάτων, ενώ επιπρόσθετα αναδείχθηκε ο ρόλος της δορυφορικής γεωδαισίας στη μελέτη της ενεργού τεκτονικής.   

The objective of this dissertation is the combination of active tectonics and satellite geodesy. In particular, the upper crust deformation is studied, using primary geodetic data, recorded by permanent GPS/GNSS stations, while the geodetically processed results are combined with tectonically active structures of Greek region. Moreover, the division of Greek area into independent, upper crust, tectonic blocks is performed (geological, geodetic and combined approach), while each of them is characterized by a typical tectonic behavior. Then, the total of extracted models is compared with the corresponding seismic zonation models of Greek region. In addition, the satellite geodesy implementation is performed in case studies of recent and strong earthquakes. The Greek area shows significant geodynamic activity, represented by neotectonics, expressed by active faults. The Greek Database of Seismogenic Sources (GreDaSS) is a reliable database, applied for the division of Greek region into independent, upper crust, tectonic blocks, based on geological criteria (geological approach). This division led to the determination of 50 independent, upper crust, tectonic blocks. Geological data have been bolstered with geodetic data. Initially, the permanently installed GPS/GNSS stations network (159 permanent stations) is described, as well as the primary geodetic results, derived from primary geodetic data processing of 2008 – 2014 time-period. Then, the two types of software packages, applied for the geodetic data processing, are described: 1) software packages, based on the least square methodology and 2) software packages, based on the triangulation methodology. The software packages comparison indicated that the GPS triangular calculator software is more suitable for the aforementioned data processing. During the GPS triangular calculator software implementation, 5 parameters have been extracted such as: 1) Maximum and Minimum Horizontal Extension, 2) Total Velocity, 3) Maximum Shear Strain, 4) Area Strain and 5) Rotation. Each of these outcomes has been geostatistically analyzed, by applying interpolation techniques for determining their spatial distribution. For obtaining higher spatial resolution and facilitating our processing, the Greek area has been divided into 11 parts (for each of them the above parameters were calculated). The major, active tectonic structures were determined for each part, leading to the division of the Greek area into 10 independent, upper crust, tectonic blocks, based on geodetic criteria implementation (geodetic approach). Taking into consideration the two aforementioned division types, the final division was determined, comprising of 5 independent, upper crust, tectonic blocks. Then, it was compared with the most significant seismic zonation models, proposed for the Greek area. Moreover, the tectonic activity was examined for two different case studies of recent and strong earthquakes (Lesvos Island – June 2017, Kos Island – July 2017), based on the satellite geodesy results, leading to the determination of surface deformation. The major conclusions of this dissertation include the confirmation of significant structures tectonic activity of Greek area, as well as the highlighting of remarkable tectonic activity regions. Moreover, the geodetic data analysis indicated that the upper crust deformation of Greek area is related to all three faulting types, highlighting the significant role of satellite geodesy in the active tectonics study.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12640</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12309</identifier>
				<datestamp>2021-11-03T10:37:56Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181219 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Διερεύνηση της επιδεκτικότητας των ασβεστολιθικών σχηματισμών σε εκσκαφή με εκρηκτικά, σε σχέση με την ποιότητα της βραχομάζας, σε λατομεία αδρανών υλικών = Assessment of limestone excavation ability, with explosives, regarding to their rockmass quality, in aggregates quarries.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Δημητράκη, Λαμπρινή Σ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται τη διερεύνηση της σχέσης της τεχνικογεωλογικής δομής της βραχομάζας των ασβεστολίθων (εκρηκτική ικανότητα, αντοχή, δομή, ποιότητα της βραχομάζας, κατάσταση των ασυνεχειών), του εκάστοτε μετώπου εξόρυξης, σε λατομεία παραγωγής αδρανών υλικών, με την κοκκομετρία του υλικού που προκύπτει μετά την ανατίναξη, συνυπολογίζοντας την ποσότητα της εκρηκτική ύλης τύπου ANFO που εφαρμόζεται. Η κοκκομετρία του εξορυσσόμενου υλικού αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα στα λατομεία αδρανών, καθώς αυτή αποτελεί έναν δείκτη της αποτελεσματικότητας της ανατίναξης. Ένα αποδεκτό αποτέλεσμα, θεωρείται όταν τα τεμάχη που προκύπτουν δεν είναι απαραίτητο να υποστούν δευτερογενή θραύση με τη χρήση υδραυλικού σφυριού και επιπλέον υπάρχει μικρό ποσοστό λεπτόκοκκου υλικού στην εξορυσσόμενη σωρό. Το μέγεθος των τεμαχών εξαρτάται από παραμέτρους που διέπουν τόσο τα χαρακτηριστικά του ασβεστολίθου στο εξορυσσόμενο μέτωπο όσο και από παραμέτρους που συνθέτουν τη διαδικασία της ανατίναξης. Η παρούσα έρευνα εστιάζει στην επίδραση των τεχνικογεωλογικών παραγόντων και των παραμέτρων που διέπουν την ανατίναξη, μέσω της στατιστικής ανάλυσης αυτών αλλά και τη δημιουργία εύκολα διαχειρίσιμων νομογραμμάτων για επί τόπου χρήση στο πεδίο και αυτοματοποιημένων μοντέλων (ΑΝΝ).  
Ειδικότερα, το σύνολο των δεδομένων (100 καταγραφές, από 50 για κάθε λατομείο) συλλέχθηκε από δύο λατομεία εξόρυξης αδρανών υλικών της εταιρίας Ιντερμπετόν του ομίλου ΤΙΤΑΝ, το λατομείο του Δρυμού και των Ταγαράδων στην Κεντρική Μακεδονία, πλησίον της πόλης της Θεσσαλονίκης, όπου οι υπόλοιπες παράμετροι σύνθεσης των ανατινάξεων, παραμένουν σχεδόν σταθερές (κάναβος διάταξης διατρημάτων, διάμετρος και βάθος διατρημάτων κ.α.). Ο δείκτης εκρηκτικής ικανότητας αποτελεί μία πολύ σημαντική παράμετρο εκτίμησης της ευκολίας ή της δυσκολία εκσκαφής της βραχομάζας με τη χρήση εκρηκτικών υλών, υπό συγκεκριμένες συνθήκες σχεδιασμού της ανατίναξης, λαμβάνοντας υπόψη την κατανάλωση των εκρηκτικών, (Latham and Lu 1999). Η εκρηκτική ικανότητα (ΒΙ) εξαρτάται από τη δομή της βραχομάζας, την απόσταση και τον προσανατολισμό των ασυνεχειών, το ειδικό βάρος του πετρώματος και την αντοχή σε μονοαξονική θλίψη (Lilly 1986, 1992). Στην παρούσα διατριβή η δομή αποδόθηκε μέσω του Γεωλογικού δείκτη αντοχής (GSI) (Marinos et al. 2005), προκειμένου να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η κατάσταση της βραχομάζας, οδηγώντας σε μία πιο ακριβή ταξινόμηση της εκρηκτικής ικανότητας ορίζοντας τον τροποποιημένο Δείκτη εκρηκτικής ικανότητας (ΜΒΙ), (Μodified Βlastability Ιndex).   
Από την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων προέκυψε ότι δύο παράγοντες επιδρούν στο μέγεθος των αποσπώμενων τεμαχών και ο πρώτος αφορά τη συμπεριφορά της βραχομάζας (εκρηκτική ικανότητα και ποιότητα του ασβεστολίθου) ενώ ο δεύτερος την ποσότητα της εκρηκτικής ύλης τύπου ANFO που εφαρμόζεται στην εκάστοτε ανατίναξη. Περιγράφονται από υψηλούς συντελεστές συσχέτισης με την εκρηκτική ικανότητα να παρουσιάζει τον υψηλότερο με r=0.70, την ποιότητα του ασβεστολίθου με r=0.60 και την κατανάλωση της εκρηκτικής ύλης Powder Factor (ANFO kg/m3) με r=-0.67. Παρατηρήθηκε ότι η κατανομή του τροποποιημένου Δείκτη εκρηκτικής ικανότητας στα δεδομένα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την κατανομή του μέσου και μέγιστου μεγέθους των εξορυσσόμενων τεμαχών. Οι υψηλές τιμές του ΜBI (81) αντιστοιχούν σε μέγεθος τεμαχών που ορίζουν τη μεγαλύτερη σχεδόν μέση τιμή (45 cm), ενώ στην περίπτωση που η εκρηκτική ικανότητα κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα (περίπου 44 με 52), τότε και το μέσο μέγεθος κυμαίνεται σε μικρές τιμές μεταξύ 18 και 22 cm. Ακόμα και ογκόλιθοι μεγέθους από 1.10m έως 1.33m αντιστοιχούν σε υψηλές τιμές GSI (70-80), όπου η βραχομάζα χαρακτηρίζεται ως τεμαχώδης με καλή ποιότητα ασυνεχειών και αντίστοιχα το ΜBI κυμαίνεται μεταξύ 69 και 80. 
Επιπλέον, από τις καταγραφές συμπεραίνεται ότι στην περίπτωση που το GSI του ασβεστολίθου κυμαίνεται σε χαμηλότερα επίπεδα, με υψηλές τιμές αντοχής από 55 MPa έως 70 MPa, το σύνολο των τιμών του ΜBI έχει εύρος μεταξύ 40 και 65. Αντίθετα, στις περιπτώσεις, όπου επικρατούν χαμηλότερες αντοχές (52 με 60 MPa), και υψηλοί δείκτες GSI ,τότε οι τιμές του ΜBI κινούνται σε υψηλά επίπεδα (60 έως 80). Από αυτό γίνεται κατανοητό το γεγονός της  σημαντικής επίδρασης που ασκεί η ποιότητα της βραχομάζας στην εκρηκτική ικανότητα, έναντι της αντοχής της.     
Τέλος, δημιουργήθηκαν νομογράμματα εύρεσης της μίας παραμέτρου σε σχέση με την άλλη, για επί τόπου χρήση στο πεδίο, που εκκινούν από την ταξινόμηση του ασβεστολίθου στο μέτωπο της εξόρυξης μέσω του GSI και καταλήγουν στους παράγοντες που περιγράφουν την ανατίναξη (κατανάλωση ANFO, αριθμός διατρημάτων, ποσότητα εξορυσσόμενης ύλης, μέσο μέγεθος αποσπώμενων τεμαχών). Παράλληλα με τις συμβατικές μεθόδους, προτείνεται τεχνητό νευρωνικό δίκτυο (ΑΝΝ) πρόβλεψης του μέσου μεγέθους των αποσπώμενων τεμαχών (με δεδομένα εισόδου τον τροποποιημένο Δείκτη εκρηκτικής ικανότητας, την κατανάλωση εκρηκτικής ύλης τύπου ANFO kg/m3, την ποσότητα της εξορυσσόμενης μάζας), με πολλά στρώματα, με δομή 3-5-1, εμπρόσθιας τροφοδότησης (feed-forward net) με επίβλεψη (supervised training), εκπαιδευμένο με τον αλγόριθμο οπισθοδιάδοσης με ορμή (back propagation with momentum) και βήμα εκπαίδευσης 0.5. Το δίκτυο αυτό υποδεικνύει υψηλή στατιστική αξιοπιστία, με ακρίβεια πρόβλεψης τα 2.5 cm και υψηλή υπεροχή έναντι της συμβατικής στατιστικής ανάλυσης (multiple regression analysis), (Dimitraki et al. 2018).       

The present Ph.D. thesis concerns about the investigation between the geotechnical characteristics of the limestone rock mass (blastability, strength, structure, quality, condition of the discontinuities) on pit faces, in aggregates quarries, and the size of the fragments in blasted rock piles, taking into account the quantity of the explosives (ANFO). The ultimate target is to assess the interaction of these parameters on blasted rocks. The size of fragments in blasted rock piles, is an appropriate index of the effectiveness of the blasting process in a pit face. An optimum fragmentation is considered when the fragments do not need to be subjected to secondary breaking (fewer oversize boulders) and the blasted rock pile is described by a small percent of ultra-fines. The fragment size depends on parameters which describe not only the rock mass but also the blasting process (specific charge, spacing, burden, etc.), (Lyana et al. 2016). The present study focuses on these parameters, using the statistical analysis and powerful, advanced computational tools, creating useful nomograms for field implementation. 
For the aim of this study, 100 blasting processes were attended at the Drymos and Tagarades quarries in the Central Macedonia region of Greece and recorded for over two years. These two quarries belong to the Titan Company and offer a broad category of coarse to medium grained aggregate materials, including sand, gravels, and crushed stone. At this point, it is worth noting that the blast design (blasthole diameter, burden, space, height of the pit face, sub-drill, detonators), which concerns the blasting process for each quarry, is approximately the same for each blasting event. The BI is a significant mechanical parameter for estimating the vulnerability for the excavation of the rock mass under a specified blast design, by taking into consideration the explosives consumption (Latham and Lu 1999). The BI is related to the rock mass description (RMD), the space (JPS) and the orientation of the joints (JPO), the specific gravity of the rock (SGI) and the uniaxial compressive strength (UCS), through Lilly’s equation (Lilly 1986, 1992). In this equation the RMD is considered as a very wide parameter and needs more precision. Therefore, the geological strength index (GSI) (Marinos et al. 2005) was used, which is more precise for estimating and evaluating the rock mass behavior, leading to a specific classification of the blastability through the Modified Blastability Index (MBI). 
After evaluating the results, it is concluded that two factors have an impact on the blasted fragment size. The first one is the rock mass behavior (blastability and quality of the limestone), while the second one concerns about the explosive quantity of ANFO, which is implemented in each blasting process. These factors are described by high correlation coefficients and more specifically the modified blastability index has the highest one with r=0.70, the quality of limestone with r=0.60 and the explosive consumption, Powder Factor (ANFO kg/m3) with r=-0.67. It is noticed that the modified blastability index distribution follows, to a great extent, the distribution of the average and maximum size of the blasted rocks. The high values of MBI (81) correspond to large values of average size (45 cm), while in case of ranging the MBI in low levels (approximately 44-52), and then the average size has lower values between 18 and 22 cm. Even the boulders with size from 1.10 to 1.33m correspond to high values of GSI (70-80), where the rock mass is characterized as blocky with good quality of discontinuities and the MBI ranges between 69 and 80. Furthermore, according to the recordings, it is assumed that in case of the GSI limestone fluctuates in lower levels, with high strength values (55-70 MPa), then the MBI values ranges from 40 to 65. On the contrary, limestone with lower strength (52-60) and high GSI then MBI ranges from 60 to 80. According to these results, it is obvious that the rock mass quality plays a significant role in the MBI contrary to the strength. 
Finally, nomograms were created for determining the one parameter in relation to the other, for field implementation, which start from the rock mass classification of the pit face and result in the factors that describe the explosion (ANFO consumption, number of blastholes, quantity of blasted rock, and average size of blasted rock). At the same time, it is proposed an Artificial Neural Network (ΑΝΝ), for predicting the average size of fragments in aggregate blasted rock piles, with three input parameters: the MBI, the explosive consumption Powder Factor (ANFO kg/m3), the quantity of the rock pile. This ANN model is a feed-forward, supervised, multilayer perceptron network, with 3-5-1 structure. The model was trained with back propagation algorithm with momentum and learning rate 0.5. Furthermore, the statistical parameters ensure its efficiency, with prediction accuracy at 2.5 cm. On the other hand, the relationship between dependent and independent variables with the conventional regression analysis is described by unfavorable values of the statistical parameters, (Dimitraki et al. 2018).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-16 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12309</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2018</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12498</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Χωρο-χρονική μεταβολή της σεισμικότητας στις μεσο-ωκεάνιες ράχες = Space-time variations of seismicity of mid-ocean ridges.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Τέζα, Ελένη Νικόλαος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στόχος της παρούσας διατριβής είναι η μελέτη της χωροχρονικής μεταβολής της σεισμικότητας σε περιβάλλοντα αποκλινόντων ορίων λιθοσφαιρικών πλακών. Για την υλοποίηση του παραπάνω στόχου συλλέχθηκαν δεδομένα για το χρονικό διάστημα 1900-2014, τα οποία προέρχονταν από πλήθος σεισμολογικών κέντρων (ISC, NEIC, GCMT) αλλά και από δημοσιευμένους καταλόγους σεισμών (Pacheco and Sykes 1992, Engdahl and Villaseñor 2002). Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία επιμέρους καταλόγων για τις έξι μεσο-ωκεάνιες ράχες που μελετήθηκαν: τη ράχη του Ατλαντικού, τη ράχη Ειρηνικού-Nazca, τη ράχη Ειρηνικού-Ανταρκτικής, τη ράχη του Κεντρικού Ινδικού και τις  ράχες του ΝΑ &amp; ΝΔ Ινδικού στο όριο επαφής τους με την Ανταρκτική. Στο πλαίσιο του ποιοτικού ελέγχου των καταλόγων αυτών ελέγχθηκαν τα εστιακά βάθη των σεισμών, απομακρύνθηκαν οι προσεισμοί και μετασεισμοί με την διαδικασία της από-ομαδοποίησης, ενώ υπολογίστηκαν και τα μεγέθη πληρότητας με διάφορες μεθοδολογίες. Προέκυψαν τρία πλήρη χρονικά διαστήματα (πριν το 1964, 1964-1995, 1996-2014) με σχετικά μεγάλα μεγέθη πληρότητας, ιδιαίτερα πριν το 1964, κάτι που δικαιολογείται από την γεωγραφική θέση των μεσο-ωκεάνιων ράχεων. Κατά την μελέτη της χρονικά ανεξάρτητης σεισμικότητας μελετήθηκαν οι παράμετροι at, b, της σχέσης G-R, το πιθανότερο μέγιστο μέγεθος (Μt) για χρονικό διάστημα ενός έτους, αλλά και η πιθανότητα (Ρt) υπέρβασης διαφόρων τιμών μεγεθών για διάφορα χρονικά διαστήματα. Με την χρήση κατάλληλου μοντέλου εκτιμήθηκαν σε ενδεικτικές περιοχές των ράχεων οι ρυθμοί παραμόρφωσης (λόγοι σεισμικής παραμόρφωσης προς ολική παραμόρφωση), εκφρασμένοι με την μορφή ταχυτήτων, με ταυτόχρονη προσπάθεια συσχέτισής τους με τις τιμές των ηλικιών και τις ροές θερμότητας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο απομακρυνόμαστε από το ίχνος των ράχεων, η αύξηση της ηλικίας και η μείωση της θερμικής ροής σχετίζονται με αύξηση της σεισμικότητας, μείωση των τιμών της παραμέτρου σεισμικότητας b, αύξηση του μεγέθους του μέγιστου σεισμού και αύξηση των λόγων παραμόρφωσης. Με τη χρήση συνθετικών καταλόγων επαναϋπολογίστηκαν οι παράμετροι σεισμικότητας με διάφορες μεθοδολογίες, και συγκρίθηκαν με τα αρχικά συνθετικά δεδομένα. Η απόκλιση μεταξύ των συνθετικών και πραγματικών (αρχικών) παραμέτρων σεισμικότητας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει άμεση εξάρτηση της τιμής της παραμέτρου b από συγκεκριμένες παραμέτρους, όπως το εύρος μεγεθών, ΔΜ, το πλήθος σεισμών, Ν και το μέγιστο μέγεθος, Mmax. Με σκοπό τον υπολογισμό διορθώσεων στις παραμέτρους σεισμικότητας, ορίστηκαν κατάλληλες πολυωνυμικές συναρτήσεις 2ου και 3ου βαθμού. Η εφαρμογή των διορθώσεων αυτών στα πραγματικά δεδομένα οδήγησε στην παρατήρηση ότι υπάρχει μια κοινή διορθωμένη μέση τιμή του b, της τάξης ~1.3. Στη συνέχεια διερευνήθηκε αν η γένεση των σεισμών στις μεσο-ωκεάνιες ράχες και ιδιαίτερα αυτών με σχετικά μεγάλα μεγέθη, μπορεί να περιγραφεί με μοντέλα χρονικά εξαρτώμενης σεισμικότητας. Χρησιμοποιήθηκαν δύο μοντέλα: α) το «περιοχικό μοντέλο πρόγνωσης χρόνου και μεγέθους» (TIMAPR) και β) το «μοντέλο επιβραδυνόμενης-επιταχυνόμενης σεισμικότητας» (D-AS). Η εφαρμογή του μοντέλου TIMAPR κρίθηκε αξιόπιστη σε σεισμούς μεσο-ωκένιων ράχεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα ενώ η αναδρομική πρόγνωση σεισμών με το μοντέλο D-AS οδήγησε σε αποδεκτή εκτίμηση του χρόνου και του μεγέθους των σεισμών-στόχων με υπέρβαση όμως των σφαλμάτων που αφορούν την εκτίμηση του επικέντρου τους.
The aim of the present thesis was the study of the spatial and temporal variation of seismicity in divergent oceanic boundaries. In order to achieve this objective, bulletins of several seismological agencies (ISC, NEIC, GCMT), as well as several published earthquake catalogs (Pacheco and Sykes 1992, Engdahl and Villaseñor 2002) were considered for the period 1900-2014. The main goal was to create individual seismic catalogs for the six mid-ocean ridges under study: the mid-Atlantic ridge, the Pacific-Nazca ridge, the Pacific-Antarctic ridge, the Central Indian ridge and the ridges along the boundaries of SE &amp; SW Indian plates with the Antarctic plate. A qualitative analysis of the compiled catalogs was performed by checking their focal depths, declustering them and defining completeness magnitudes with several methods. Three different complete periods were identified (before 1964, 1964-1995, 1996-2014) with relatively high completeness magnitudes especially for the period before 1964.  This observation is justified by the typical geographical location of most mid-ocean ridges. In the context of studying the time-independent seismicity the parameters at, b of the G-R relation, the most probable maximum magnitude over one year (Μt) and the probabilities of exceedance of certain magnitudes thresholds within several time windows were calculated. Using an appropriate quantitative model, deformation rates (seismic/total strain rate ratios) expressed in terms of velocity tensors were estimated for a large number of indicative areas along several mid-ocean ridges, while a correlation of them with ages of lithospheric plates and heat flow values was attempted. The results indicate that as the distance from the ridges increases, increasing age and decreasing heat flow are observed, associated with an increase in seismicity, a decrease in b values, an increase in the maximum earthquake magnitude and an increase in deformation rates. Based on synthetic catalogs, seismicity parameters were recalculated applying several methodologies and their values were compared with the input ones. The discrepancy between the retrieved and the original b values that were used for the synthetic catalogue generation, led to the conclusion that there is a direct dependence of b values on some parameters, such as the magnitude range, ΔΜ, the number of earthquakes, N and the maximum magnitude, Mmax. In order to calculate some indispensable corrections to seismic parameters, polynomial functions of 2nd and 3rd degree were proposed. After applying these corrections to the original data, a corrected average value of parameter b~1.3 was derived. Then, the time-dependent seismicity of mid-ocean ridges, especially in seismic zones with strong earthquakes, was examined. Two models were tested: a) the Time and MAgnitude Predictable Regional (TIMAPR) model and, b) the Decelerating-Accelerating Seismicity (D-AS) model. The TIMAPR application in mid-ocean ridges was considered reliable with satisfactory results, while the retrospective prediction of strong mainshocks with the D-AS model led to acceptable estimation (prediction) of the origin time and magnitude of the target events, but with epicenter estimation exceeding the model’s typical errors.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12498</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11873</identifier>
				<datestamp>2021-11-03T10:37:56Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181116 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη μελέτη σμηνοσεισμών = Modeling of earthquake swarms: Occurrence patterns, evolution mecahnisms and possible triggering.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μεσημέρη, Μαρία</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Η μελέτη των σμηνοσειρών αποτελεί ένα από τα πλέον σύγχρονα πεδία έρευνας στον τομέα της Σεισμολογίας, λόγω των ιδιαίτερων χωρο-χρονικών τους χαρακτηριστικών και του τρόπου δημιουργίας και εξέλιξής τους. Οι σμηνοσειρές συνιστούν μία κατηγορία σεισμικών εξάρσεων στην οποία απουσιάζει «ο κύριος σεισμός», δηλαδή αυτός που υπερέχει σε μέγεθος σε σχέση με τους υπόλοιπους σεισμούς της έξαρσης. Τα αίτια που προκαλούν τις σμηνοσειρές μπορεί να οφείλονται στην τεκτονική φόρτιση της περιοχής αλλά επίσης και στην ύπαρξη ρευστών ή σε ανθρωπογενείς παράγοντες, όπως στη διάνοιξη γεωτρήσεων και εισπίεση ρευστών που στοχεύει στην οικονομική εκμετάλλευση. Σκοπό της παρούσας διατριβής αποτελεί η διερεύνηση των ιδιοτήτων των σμηνοσειρών στον ελληνικό χώρο με βάση τη μεταβολή των χωρο-χρονικών τους ιδιοτήτων στοχεύοντας στη συσχέτισή τους με τις διαδικασίες γένεσης των ισχυρών σεισμών και τελικό σκοπό τη συμβολή στην εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας. Ο κύριος όγκος της έρευνας αφορά την περιοχή του Κορινθιακού κόλπου, με έμφαση στο δυτικό τμήμα του, ο οποίος αποτελεί μία από τις πιο ενεργά σεισμικές περιοχές του ελληνικού χώρου. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από τοπικό πείραμα στην περιοχή της Φλώρινας (ΒΔ Ελλάδα) με σκοπό την ερμηνεία του μηχανισμού δημιουργίας των σμηνοσειρών στην περιοχή. Αρχικά, συλλέγονται τα απαραίτητα σεισμολογικά δεδομένα με σκοπό τη σύνταξη καταλόγων σεισμών για κάθε περιοχή, οι οποίοι ελέγχονται ως προς τις κλίμακες μεγεθών που έχουν χρησιμοποιηθεί και ανάγονται σε μία κλίμακα. Το σημαντικότερο τμήμα της διατριβής αποτελεί ο προσδιορισμός των εστιακών συντεταγμένων με μεγάλη ακρίβεια, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους των διπλών διαφορών και της διασυσχέτισης κυματομορφών. Η ακρίβεια στις εστιακές συντεταγμένες κάνει εφικτή τη μελέτη των χωρο-χρονικών ιδιοτήτων των σμηνοσειρών. Έτσι, χρησιμοποιώντας κατάλληλους αλγορίθμους αποσυσταδοποίησης καταλόγων σεισμών, αναγνωρίζονται οι σεισμικές εξάρσεις. Οι σεισμικές εξάρσεις συσχετίζονται με τμήματα ρηγμάτων και προσδιορίζονται οι γεωμετρικές τους ιδιότητες με βάση τη χωρική κατανομή των σεισμών στις τρεις διαστάσεις. Σημαντικό εργαλείο για την επαλήθευση της γεωμετρίας αυτής αποτελούν οι μηχανισμοί γένεσης οι οποίοι συμβάλλουν επιπλέον στην ερμηνεία του πεδίου τάσεων στην περιοχή μελέτης. Ως προς τις χρονικές ιδιότητες οι σεισμικές εξάρσεις διακρίθηκαν σε σμηνοσειρές και εξάρσεις του τύπου μετασεισμικών ακολουθιών με κυριότερο κριτήριο την έκλυση της σεισμικής ροπής σε μία έξαρση. Στη συνέχεια, εξετάστηκαν ενδελεχώς οι χρονικές ιδιότητες κυρίως των σμηνοσειρών εφαρμόζοντας τόσο στοχαστικά μοντέλα, όσο και μελετώντας την κατανομή των χρόνων μεταξύ διαδοχικών σεισμών. Αναφορικά με τον μηχανισμό δημιουργίας και εξέλιξης των σμηνοσειρών, γίνεται συσχέτιση της ύπαρξης ρευστών στις περιοχές μελέτης με την εκδήλωση σμηνοσειρών. Το κυριότερο χαρακτηριστικό που οδηγεί σε αυτή την ερμηνεία είναι η μετανάστευση των εστιών, η οποία παρατηρείται κατά την εκδήλωση των σμηνοσεισμών. Επίσης, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι μεταβολές των τάσεων Coulomb στη χωρο-χρονική εξέλιξη των σμηνοσειρών. Κατά τη διάρκεια των σμηνοσειρών, ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου η εκδήλωση τους οφείλεται σε ύπαρξη ρευστών, παρατηρούνται επαναληπτικοί σεισμοί, δηλαδή σεισμοί οι οποίοι έχουν όμοια σεισμογράμματα.

 

The study of earthquake swarms is one of the most modern topics in the field of Seismology due to their unique triggering and evolution mechanisms. Earthquake swarms are a type of earthquake sequence, where a dominant in magnitude earthquake is absent. The triggering mechanism of earthquake swarms could be either due to tectonic loading or to the existence of fluids or anthropogenic activity in an area, such as fluid intrusion in wells for commercial use. The main goal of this study is to investigate the spatiotemporal properties of earthquake swarms in Greece aiming to associate their occurrence with the triggering of strong earthquakes and contribute to the seismic hazard assessment. The main study area is the Gulf of Corinth, and especially its western part, where frequent seismic excitations occur. This study also uses data from a local network that operated in the area of Florina (NW Greece) for six months, in order to interpret the triggering mechanism of earthquake swarms. First, all available seismological data are gathered in order to compile earthquake catalogs for each area. These catalogs are checked regarding the magnitude scales that were used and are homogenized into one. The fundamental part of this thesis is the relocation of the earthquakes using the double difference method and waveform cross correlation techniques. The high accuracy in earthquake location allows the study of the spatiotemporal properties of earthquake swarms. It was then possible to identify seismic excitations using declustering algorithms. The identified seismic excitations are associated with certain fault segments and their characteristics are defined based on the three dimensional distribution of the earthquake focal parameters. An important tool in order to verify the geometry of the identified fault segments is the computation of fault plane solutions, which also contribute to the understanding of the stress field in the study area. Regarding the temporal properties, seismic excitations are distinguished into earthquake swarm and mainshock – aftershock sequences, taking into account the seismic moment release history in each excitation. Then, the temporal properties of the identified earthquake swarms are investigated in detail by applying stochastic models and examining the interevent time distribution. Regarding the triggering mechanism and the evolution of earthquake swarms, an attempt to associate their occurrence with the existence of fluids is made. The migration of the epicenters, which is commonly observed in earthquake swarms, is investigated in this study. Coulomb stress changes could also play an important role to earthquake triggering and the evolution of an earthquake swarm. Repeating earthquakes (i.e. earthquakes with identical seismograms) are observed during the evolution of earthquake swarms, especially when their occurrence is due to fluid intrusion.


</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-16 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11873</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2018</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προπτυχιάκες και Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13012</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Early Cretaceous shallow water sediments on the top of the Tethyan Ophiolites of the Hellenides (Northern Greece) =  Ανω Ιουρασικά - Κάτω Κρητιδικά ιζήματα ρηχής θάλασσας που βρίσκονται πάνω στους οφιόλιθους της Τηθύος εντός των Ελληνίδων (Βόρεια Ελλάδα).</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Kostaki, Georgia Georgios</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
New sedimentological and biostratigraphic research, accompanied by structural analysis, took place on sedimentary successions and m?langes located in northern Greece, both above and below the Jurassic obducted Neo-Tethyan ophiolites. These sedimentary successions and m?langes are associated with Jurassic ophiolite obduction on the Pelagonian margin(s) within the Hellenides. Their study aimed to provide insights regarding the origin of the Neo-Tethyan ophiolites, the timing and direction of their emplacement, the geodynamic evolution of the Neo-Tethys Ocean, and the potential existence of a distinct Pindos Ocean or deep-water Pindos Basin. Important is the occurrence of redeposited Kimmeridgian-Tithonian shallow-water components, as they reveal the existence of a Late Jurassic carbonate platform formed above the obducted ophiolites. This platform set an upper stratigraphic limit for ophiolite emplacement during the Middle to early Late Jurassic. These redeposited components from this shallow-water platform were identified in various successions: 1) Notably, these components are found in redeposited carbonates within Avdella m?lange, as well as in Late Jurassic to Earliest Cretaceous carbonate-clastic resediments situated above Koziakas m?lange. 2) They are also present within Earliest Cretaceous mass-flows above Vardar-Axios ophiolites. 3) Additionally, they are evident within a late Early Cretaceous transgressive succession above Vourinos ophiolites. Consequently, the identification of Late Jurassic carbonate platform components distributed in different depositional settings associated with ophiolites in both eastern and western regions of the Pelagonian Zone defines a consistent paleogeographic provenance area. This correlation suggests the development of an extensive shallow-water platform sealing the ophiolite emplacement, confirming the presence of a single ophiolite nappe stack. Moreover, microfacies analysis and conodont age dating of exotic carbonate blocks found in the Middle-Late Jurassic Avdella and Koziakas m?langes resulted in the reconstruction of a Middle-Late Triassic open marine shelf. This reconstruction mirrors the Hallstatt Limestone succession and notably shares similarities with successions in western Pindos mountain range, situated to the west of the Pelagonian Zone as part of Pindos Zone, referred to as the Hallstatt/Pindos succession. The original deposition of the Hallstatt Limestones is identified as occurring on the outer shelf from the Middle Triassic until the Early Jurassic, shaping the eastern Adriatic passive continental margin facing the Neo-Tethys Ocean in the east. Structural observations, consistent with other published works, support a west-directed ophiolite emplacement over the eastern passive Pelagonian margin during the Middle-Late Jurassic. Consequently, the Hallstatt/Pindos succession is interpreted as a far-traveled Middle-Late Jurassic nappe, originating from the eastern Pelagonian margin, which was bulldozed in front of the west-directed obducting ophiolites onto the Pelagonian foreland. Therefore, it is concluded that the obducted ophiolites originated from the Neo-Tethys Ocean, positioned to east of the broader Adriatic plate, with the Pelagonian Zone serving as its continuation, without the interruption of a distinct Triassic-Jurassic Pindos Ocean or a Triassic-Jurassic deep-water Pindos Basin.

Νέες στρωματογραφικές και βιοστρωματογραφικές έρευνες που συνδυάσθηκαν με τεκτονική ανάλυση, πραγματοποιήθηκαν σε ιζηματογενείς σχηματισμούς και μείγματα (m?langes) που βρίσκονται τόσο πάνω όσο κάτω από τους Ιουρασικούς οφιόλιθους της βόρειας Ελλάδας. Κάθε σχηματισμός σχετίζεται με την τοποθέτηση των οφιολίθων επάνω στο Πελαγονικό περιθώριο (ή περιθώρια) στις Ελληνίδες. Ο στόχος της μελέτης τους είναι η κατανόηση ζητημάτων που αφορούν την προέλευση των οφιολίθων, τον χρόνο και την κατεύθυνση της τεκτονικής τοποθέτησής τους επάνω στο Πελαγονικό περιθώριο (ή περιθώρια), την γεωδυναμική εξέλιξη του Ωκεανού της Νεο-Τηθύος και την ενδεχομένη ύπαρξη ενός ανεξάρτητου Ωκεανού της Πίνδου ή της βαθιάς Λεκάνης Πίνδου. Σημαντική είναι η εύρεση κλαστών ρηχής θάλασσας ηλικίας Κιμμεριδίου-Τιθωνίου, καθώς αποκαλύπτει την εξέλιξη μιας Άνω Ιουρασικής ανθρακικής πλατφόρμας, η οποία αποτέθηκε αρχικά πάνω στους οφιόλιθους κατά τη διάρκεια της πρώιμης - Άνω Ιουρασικής περιόδου, θέτοντας το ανώτατο όριο της οφιολιθικής τοποθέτησης. Τέτοιοι κλάστες, που προέρχονται από τη διάβρωση των πετρωμάτων της ανθρακικής πλατφόρμας, εντοπίστηκαν: 1) Εντός δευτερογενώς επανα-αποτιθέμενων ανθρακικών ιζημάτων στο Αβδέλλα m?lange και σε Άνω Ιουρασικά - Κάτω Κρητιδικά ασβεστο-κλαστικά ιζήματα πάνω στο Κόζιακας m?lange. 2) Επιπλέον, βρέθηκαν εντός μιας Κάτω Κρητιδικής ιζηματογενούς ακολουθίας που αποτελείται από ροές μαζών πάνω στους οφιολίθους του Βαρδάρη - Αξιού. 3) Επίσης, μπορούν να αναγνωριστούν σε Κάτω Κρητιδικούς επικλυσιγενείς σχηματισμούς που επικάθονται ασύμφωνα στους οφιόλιθους του Βούρινου. Συνεπώς, ο εντοπισμός αυτών των κλαστών ρηχής θάλασσας, οι οποίοι κατανέμονται σε διαφορετικά αποθετικά περιβάλλοντα που σχετίζονται με τους οφιόλιθους, τόσο στις δυτικές όσο και στις ανατολικές περιοχές της Πελαγονικής Ζώνης, ορίζει ότι προέρχονται από την ιδία παλαιογεωγραφική πηγή. Αυτή η συσχέτιση υποδηλώνει την ανάπτυξη μιας εκτεταμένης Άνω Ιουρασικής ανθρακικής πλατφόρμας ρηχής θάλασσας πάνω στους επωθημένους οφιόλιθους, σφραγίζοντας αυτό το τεκτονικό γεγονός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη ενός ενιαίου οφιολιθικού καλύμματος. Επιπλέον, η μικροφασική ανάλυση και η χρονολόγηση κωνοδόντων των ανθρακικών εξωτικών μπλοκ που βρίσκονται ενσωματωμένα στα Μέσης - Άνω Ιουρασικής ηλικίας m?langes Αβδέλλα και Κόζιακα, οδήγησε στην ανακατασκευή ενός ολοκληρωμένου Μέσο - Άνω Τριαδικού σχηματισμού ηπειρωτικού περιθωρίου ανοιχτής θάλασσας. Αυτή η ανακατασκευή αντικατοπτρίζει την ανθρακική ακολουθία Hallstatt και κυρίως μοιράζεται ομοιότητες με ιζηματογενείς σχηματισμούς στη δυτική οροσειρά της Πίνδου δυτικά της Πελαγονικής που ανήκουν στη Ζώνη της Πίνδου και αναφέρονται ως Hallstatt/Πίνδος στρωματογραφική ακολουθία. Η ακολουθία Hallstatt θεωρείται πως αρχικά αποτέθηκε κατά μήκος του εξωτερικού ηπειρωτικού περιθωρίου κατά τη διάρκεια της Μέσο Τριαδικής έως Κάτω Ιουρασικής περιόδου, διαμορφώνοντας το ανατολικό παθητικό περιθώριο της Αδριατικής, με τον Ωκεανό της Νεο-Τηθύος να τοποθετείται στα ανατολικά της. Τεκτονικές παρατηρήσεις που πραγματοποιήθηκαν, συμβατές με αυτές άλλων ερευνητών, αναγνωρίζουν μια κύρια προς τα δυτικά κινηματική Άνω Ιουρασικής ηλικίας, συνδεδεμένη με την τοποθέτηση των οφιόλιθων πάνω στην Πελαγονική. Επομένως, προτείνεται ότι η Hallstatt/Πίνδος στρωματογραφική ακολουθία αποτελεί ένα Μέσο – Άνω Ιουρασικό τεκτονικό κάλυμμα το οποίο προήλθε από τα ανατολικά της Πελαγονικής, και το οποίο ωθήθηκε και πτυχώθηκε έντονα προς τα δυτικά στο μέτωπο των επωθημένων οφιολίθων της Νεο-Τηθύος. Συνεπώς, συμπεραίνεται η ύπαρξη ενός μόνο ωκεανού, αυτού της Νεο-Τηθύος στα ανατολικά της Πελαγονικής, η οποία θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της Αδριατικής πλάκας, χωρίς τη διακοπή της από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου Τριαδικού - Ιουρασικού Ωκεανού της Πίνδου ή μίας Τριαδικής - Ιουρασικής βαθιάς Λεκάνης Πίνδου.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13012</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12815</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220902 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Critical and rare metals in Tertiary magmatic-hydrothermal deposits at the Serbo-Macedonian metallogenic province in Greece (Vathi, Gerakario, Laodikino, Kolchiko, Aspra Chomata) =  Τα κρίσιμα και σπάνια μέταλλα σε Τριτογενή μαγματικά-υδροθερμικά κοιτάσματα της Σερβο-Μακεδονικής μεταλλογενετικής επαρχίας στην Ελλάδα (Βάθη, Γερακαριό, Λαοδικηνό, Κολχικό, Άσπρα Χώματα).</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Stergiou, Christos Lazaros</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
The present doctoral thesis investigates the critical and rare metals distribution in selected Cenozoic deposits located in the Serbo-Macedonian and Rhodope metallogenic provinces in northeastern Greece. The study is focused on the deposits of Vathi, Gerakario, Laodikino and Kolchiko (Kilkis ore district), as well as in Aspra Chomata (Kassandra mining district, NE Chalkidiki). The mineralogy, geochemistry and mineral chemistry of selected mineralized samples, reveal enrichment in critical and rare metals including Ag, Au, Bi, Ce, Co, Ga, Gd, Ge, In, La, Nb, Nd, Se, Sm, Ta, Te, Th, U and W. Emphasis is given on the distribution, abundance and correlation of critical and rare metals among the different hydrothermal alteration styles and mineralization stages. The deliverables of this study promote the knowledge on the metallogenic framework of northern Greece by sharing new data on critical and rare metals distribution and emphasizing on Au-Bi-Te-metallogeny. Specific enrichments in critical and rare metals reflect varying physicochemical conditions during mineralizing processes. In the Vertiskos Unit, the presence of Oligocene-Miocene porphyry-epithermal systems is ascribed to extensional tectonics and is characterized by enrichments in Au-Bi-Co-Sb-Se-Te-W-REE. The early Cenozoic (?) to Miocene veins hosted in metamorphic rocks are delineated by transpressional to transtensional tectonics and are enriched in Ag-Au-Bi-Cd-Hg-In-Sb-Se-Te-W.

Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά την κατανομή των κρίσιμων και σπάνιων μετάλλων σε επιλεγμένα Καινοζωικά κοιτάσματα τα οποία εντοπίζονται στις μεταλλογενετικές επαρχίες της Σερβο-Μακεδονικής και της Ροδόπης στην βορειοανατολική Ελλάδα. Η μελέτη επικεντρώνεται σε κοιτάσματα που εντοπίζονται στις περιοχές Βάθη, Γερακαριό, Λαοδικηνό και Κολχικό (κοιτασματολογική περιοχή του Κιλκίς) και στα Άσπρα Χώματα (μεταλλευτική περιοχή &quot;Μεταλλεία Κασσάνδρας&quot;, ΒΑ Χαλκιδική). Η ορυκτολογική, γεωχημική και ορυκτοχημική μελέτη επιλεγμένων δειγμάτων της κάθε μεταλλοφορίας αποκαλύπτει έναν εμπλουτισμό σε κρίσιμα και σπάνια μέταλλα όπως Ag, Au, Bi, Ce, Co, Ga, Gd, Ge, In, La, Nb, Nd, Se, Sm, Ta, Te, Th, U και W. Έμφαση δίνεται στην κατανομή, την αφθονία και την συσχέτιση μεταξύ των κρίσιμων και σπάνιων μετάλλων, των διαφορετικών σταδίων μεταλλοφορίας και των υδροθερμικών εξαλλοιώσεων. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης προωθούν την γνώση επί του μεταλλογενετικού πλαισίου στην βόρεια Ελλάδα προσθέτοντας νέα στοιχεία σχετικά με την παρουσία και την κατανομή των κρίσιμων και σπάνιων μετάλλων στις υπό μελέτη μεταλλοφορίες. Συγκεκριμένοι εμπλουτισμοί σε κρίσιμα και σπάνια μέταλλα αντανακλούν μεταβολές στις φυσικοχημικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τις μεταλλογενετικές διεργασίες. Έμφαση δίνεται στην μεταλλογένεση του Au-Bi-Te. Στην Ενότητα Βερτίσκου, τα πορφυριτικά-επιθερμικά συστήματα Ολιγοκαινικής-Μειοκαινικής ηλικίας σχηματίστηκαν σε καθεστώς εκτατικής τεκτονικής και φέρουν εμπλουτισμούς σε Au-Bi-Co-Sb-Se-Te-W-REE. Οι μεταλλοφόρες φλέβες Κάτω Καινοζωικής (?) - Μειοκαινικής ηλικίας που φιλοξενούνται σε μεταμορφωμένα πετρώματα σχετίζονται με πλάγιο-συμπιεστική (transpressional) και πλάγιο-εκτατική (transtensional) τεκτονική και είναι εμπλουτισμένες σε Ag-Au-Bi-Cd-Hg-In-Sb-Se-Te-W.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12815</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12475</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Contribution of the hydromorphological, geological and climatological parameters to the watershed typology, application in basins of Northern Greece = Συμβολή των υδρομορφολογικών, γεωλογικών και κλιματολογικών παραμέτρων στον προσδιορισμό της τυπολογίας των λεκανών απορροής, εφαρμογή σε λεκάνες της Βόρειας Ελλάδας.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Grimpylakos, Georgios Ioannis</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
This research was initiated by the implementation of the Water Framework Directive 2000/60 (WFD) in Greece for the typology of abiotic parameters in relation to the ecological quality of surface water.Significant questions came in the attempt to use the results and data of previous research, due to the lack of a specific framework for the spatial-temporal distribution and continuity of data for the study of hydromorphological, geological and climate parameters. A key part of the research is to define this framework. The watersheds of North Greece were studied and their corresponding geological maps of scale 1:500.000 and 1:50.000 were digitised. The hydrographic network of 14 study areas was digitised using topographic maps of scale 1:50.000 and by ArcMap 10.3 with DEM. Sampling took place, in a three year period, at 9 reference stations and 5 highly altered sites. Chemical analysis of water samples and sedimentological-mineralogical analysis of sediment took place. The precipitation and temperature data (1.500.000 measurements) of 85 stations (1930-2010) were divided in different time periods and areas in order to determine their optimal spatial-temporal distribution. Climate classification by Köppen, Annual Temperature Range and CGI climate indicators were studied. Thematic maps of temperature, precipitation, evapotranspiration by Turc, Coutagne and Thornthwaite with the methods of IDW, Spline, Kriging, were produced and evaluated by a control group. Seventeen hydromorphological parameters were studied for possible correlation among them and with the maximum flood by Giandotti.Having in mind the definition of an appropriate framework with defined methodologies and open access data; only conclusions accompanied by corresponding methodology and data are presented in this thesis. Specifically the researcher had 48 main conclusions and the most important are: For optimal climate classification, the minimum spatial distribution of stations is 1 per 2.000 km2, all data should be of the same period with a minimum duration of 30 years and completeness &gt;75%. The use of lower quality dThis research was initiated by the implementation of the Water Framework Directive 2000/60 (WFD) in Greece for the typology of abiotic parameters in relation to the ecological quality of surface water.Significant questions came in the attempt to use the results and data of previous research, due to the lack of a specific framework for the spatial-temporal distribution and continuity of data for the study of hydromorphological, geological and climate parameters. A key part of the research is to define this framework. The watersheds of North Greece were studied and their corresponding geological maps of scale 1:500.000 and 1:50.000 were digitised. The hydrographic network of 14 study areas was digitised using topographic maps of scale 1:50.000 and by ArcMap 10.3 with DEM. Sampling took place, in a three year period, at 9 reference stations and 5 highly altered sites. Chemical analysis of water samples and sedimentological-mineralogical analysis of sediment took place. The precipitation and temperature data (1.500.000 measurements) of 85 stations (1930-2010) were divided in different time periods and areas in order to determine their optimal spatial-temporal distribution. Climate classification by Köppen, Annual Temperature Range and CGI climate indicators were studied. Thematic maps of temperature, precipitation, evapotranspiration by Turc, Coutagne and Thorntata is not acceptable. North Greece’s map, with Köppen climate classification (Cfb-Csa-Cfa), was created and climate change was identified within 1950-2004.When using geological maps of scale 1:50.000 the river watershed geology is highly correlated with the mineralogical analysis of the sediment in contrast to maps of scale1:500.000. The runoff coefficient map of scale 1:500.000 is 57,14% less accurate than of scale 1:50.000. The mean annual surface runoff can be used alternatively for the maximum flood by Giandotti with an accuracy of R2= 99,57%. The use of watershed size is not acceptable. The calculation of stream order by Strahler using the ArcMap method and using DEM (ASTER), versus 1:50.000 topographic maps, is effective 92,86% when 1st and 2nd torrents are removed. Stream order by Shreve is more accurate than stream order by Strahler. In coherence to the above, North Greece’s basins are grouped into 16 categories according to average annual surface runoff, concentration of SiO2 - CaO and Köppen climate classification. All of the above define a framework for the study of hydromorphological, geological and climate parameters. If different scale or spatial-temporal distribution is used it must be mentioned.

Έναυσμα για την έρευνα αποτέλεσε η εφαρμογή στην Ελλάδα της Κοινοτικής Οδηγίας 2000/60 της Ε.Ε, για την τυπολογία των αβιοτικών παραμέτρων των λεκανών απορροής σε σχέση με την οικολογική ποιότητα των επιφανειακών υδάτων. Προέκυψαν σημαντικά ερωτήματα στην προσπάθεια χρήσης των αποτελεσμάτων και των δεδομένων προηγούμενων ερευνών, λόγω της απουσίας σαφoύς πλαισίου για τη χρήση δεδομένων στη μελέτη των υδρομορφολογικών, γεωλογικών και κλιματολογικών παραμέτρων. Στόχος της διατριβής είναι να συνδράμει στην οριοθέτηση αυτού του πλαισίου.Μελετήθηκαν οι λεκάνες απορροής της Βόρειας Ελλάδας. Ψηφιοποιήθηκαν γεωλογικοί χάρτες κλίμακας 1:500.000 και 1:50.000, το υδρογραφικού δίκτυο 14 περιοχών μελέτης σε τοπογραφικούς χάρτες 1:50.000 και με ArcMap 10.3. Πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία σε 9 σταθμούς αναφοράς και σε 5 λεκάνες υψηλά τροποποιημένες. Έγινε χημική ανάλυση του νερού, ορυκτολογική και ιζηματολογική ανάλυση του ιζήματος. Τα δεδομένα θερμοκρασίας και κατακρημνισμάτων 85 μετεωρολογικών σταθμών (1930-2010) χωρίστηκαν σε χρονικές περιόδους και περιοχές ώστε να προσδιοριστεί η βέλτιστη χωροχρονική κατανομή τους, ενώ εξετάσθηκε η κλιματική ταξινόμηση κατά Köppen, οι κλιματικοί δείκτες ΕΘΕ και K. Δημιουργηθήκαν χάρτες θερμοκρασίας, κατακρημνισμάτων και εξατμισοδιαπνοής κατά Turc, Coutagne, Thornthwaite με τις μεθόδους IDW, Spline, Kriging και με χρήση ομάδας ελέγχου. Μελετήθηκαν 17 υδρομορφολογικές παράμετροι για συσχέτιση μεταξύ τους και με την πλημμυρική παροχή κατά Giandotti. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται αποτελέσματα για τα οποία μπορούνε να παρατεθούν και τα αρχικά δεδομένα, τα κυριότερα εξ’αυτών είναι: Για την ακριβή κλιματική ταξινόμηση, η ελάχιστη χωρική κατανομή των σταθμών είναι 1 ανά 2.000 km2, τα δεδομένα πρέπει να είναι ίδιας χρονικής περιόδου με ελάχιστη διάρκεια 30 χρόνων και πληρότητα &gt;75%. Η χρήση χαμηλότερης ποιότητας δεδομένων δεν οδηγεί σε αποδεκτές κλιματικές ταξινομήσεις. Δημιουργήθηκε ένας νέος χάρτης της Βόρειας Ελλάδας με κλιματική ταξινόμηση κατά Köppen (Cfb-Csa- Cfa) και εντοπίστηκε κλιματική αλλαγή την περίοδο 1950-2004. Οι χάρτες κλίμακας 1:50.000 οδηγούν σε πολύ καλή συσχέτιση της γεωλογίας της λεκάνης απορροής με την ορυκτολογική ανάλυση του ιζήματος σε αντίθεση με την κλίμακα 1:500.000. Ο χάρτης του συντελεστή επιφανειακής απορροής σε κλίμακα 1:500.000 υπολείπεται 57,14% σε ακρίβεια σε σχέση με κλίμακα 1:50.000. Η μέση ετήσια επιφανειακή απορροή (Qμέση) μπορεί να χρησιμοποιείται εναλλακτικά της μέγιστης πλημμυρικής παροχής κατά Giandotti με ακρίβεια R2=99,57%. Η χρήση του μεγέθους λεκάνης απορροής δεν είναι αποδεκτή.Ο προσδιορισμός της τάξης των ποταμών κατά Strahler με τη μέθοδο του ArcMap και χρήσης DEM (ASTER) έναντι τοπογραφικών χαρτών 1:50.000 έχει αποτελεσματικότητα 92,86% όταν αφαιρούνται οι κλάδοι 1ης και 2ης τάξης. Η ταξινόμηση κατά Shreve είναι πιο αποτελεσματική από την ταξινόμηση κατά Strahler. Με βάση τα παραπάνω οι λεκάνες απορροής της Βόρειας Ελλάδας ομαδοποιήθηκαν σε 16 κατηγορίες σύμφωνα με την επιφανειακή απορροή Qμέση, την περιεκτικότητα σε SiO2-CaO και την κλιματική ταξινόμηση κατά Köppen. Τα παραπάνω είναι η αρχή οριοθέτησης ενός πλαισίου για τη μελέτη των υδρομορφολογικών, γεωλογικών και κλιματικών παραμέτρων.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12475</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12661</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:47Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Ecological deiversity of pliocene to pleistocene palearctic Cercopithecids (primates, mammalia) : evidence from dental tissue = Οικολογική διαφοροποίηση των πλειοκαιβικών εως πλειστοκαινοκών παλαιοαρκτικών Κερκοπιθήκων (primates, mammalia) : τεκμήρια από οδοντικούς ιστούς.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Plastiras, Chris Alexander Apostolos</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
The aim of the present work is to explore the ecological diversity of the Plio-Pleistocene cercopithecids of Europe, by analyzing their dietary ecology, which will contribute to the knowledge of the evolution of Cercopithecidae in the area of European region during the studied time period. This was achieved by using the combined application of two methodologies: dental topographic - enamel thickness analysis and dental microwear texture analysis. The study is focused on four fossil taxa, Mesopithecus monspessulanus, Dolichopithecus, Paradolichopithecus and Macaca, and the studied fossil material derives from several institutional and museum collections across Europe. The results of this work are expected to increase the overall amount of information regarding the ecological background of the fossil Cercopithecidae from Europe, and further contribute to the better understanding of how ecological processes such as interspecific competition for space and resources may have influenced the evolution of this primate family in this geographic region. All these are expected to fuel more researchers to investigate the potential effects of these ecological interactions in past and present day primate habitats.

Ο σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της οικολογίας των κερκοπιθήκων του Πλειοκαίνου και Πλειστοκαίνου του Ευρωπαϊκού χώρου, αναλύοντας την διατροφική τους οικολογία, η οποία θα συμβάλει στη γνώηση της εξέλιξης των Cercopithecidae στην περιοχή της Ευρώπης κατά την χρονική περίοδο μελέτης.Αυτό επιτεύχθηκε με τη συνδυαστική χρήση δύο μεθοδολογιών: οδοντική τοπογραφία - ανάλυση πάχους αδαμαντίνης και ανάλυση υφής μικροτριβής (DMTA). Η μελέτη επικεντρώνεταί σε απολιθωμένο οδοντικό υλικό που βρίσκεται σε διάφορες συλλογές μουσείων και πανεπιστημιών της Ευρώπης, από το Mesopithecus monspessulanus που ανήκει στο απολιθωμένο γένος Mesopithecus, και απολιθωμένους αντιπροσώπους των γενών Dolichopithecus, Paradolichopithecus και Macaca. Τα αποτελέσματα της εν λόγω εργασίας αναμένεται να αυξήσουν την πληθώρα πληροφοριών όσων αφορά το οικολογικό υπόβαθρο των απολιθωμένων αντιπρόσωπων της οικογένειας Cercopithecidae του Ευρωπαϊκού χώρου. Επιπλέον, συμβάλλουν περαιτέρω στην καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οικολογικές διαδικασίες, όπως ο ανταγωνισμός για χώρο και διατροφικούς πόρους, έχουν επηρεάσει την εξέλιξη αυτής της οικογένειας πρωτευόντων στην εν λόγω γεωγραφική περιοχή την χρονική περίοδο μελέτης. Όλα τα παραπάνω αναμένεται να τροφοδοτήσουν περισσότερους ερευνητές στο μέλλον να διερευνήσουν πιθανές επιπτώσεις αυτών των οικολογικών αλληλεπιδράσεων σε κοινωνίες πρωτευόντων σήμερα αλλά και στο παρελθόν
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12661</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header status="deleted">
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11503</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T06:35:12Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12413</identifier>
				<datestamp>2022-01-10T08:03:37Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"191108 2019                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη μελέτη των χωροχρονικών μεταβολών της παλαιοοικολογίας των πλειστόκαινικών Bovini της Ευρώπης με χρήση μορφολειτουργικών και γεωμορφομετρικών μεθόδων = Contribution to the study of chrono-spatial distribution of palaeoecological adaptions of European pleistocene Bovini based on ecomorphological analysis and geometric morphometrics.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μανιάκας, Ιωάννης Θεόδωρος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διατριβή εξετάζονται τα πρότυπα εξέλιξης των παλαιοοικολογικών προσαρμογών των ευρωπαϊκών εκπροσώπων της ομοιογένειας Bovini στη δυτική Παλαιοαρκτική Ζώνη με την αξιοποίηση «ταξινομικά-ανεξάρτητων» κλασσικών γραμμικών μεθόδων και γεωμετρικών τεχνικών μορφομετρικής ανάλυσης. Το υλικό της έρευνας βρίσκεται κατατεθειμένο σε διάφορες συλλογές του ελληνικού χώρου και του εξωτερικού και αποδίδεται σε taxa που χρονολογικά εμπίπτουν στο διάστημα από το Ανώτατο Βιλλαφράγκιο έως το Πλειστοκαινικό/Ολοκαινικό όριο. Περιλαμβάνει δείγματα οδοντοστοιχιών και στοιχείων του μετακρανιακού σκελετού από ποικίλες απολιθωματοφόρες θέσεις της Ελλάδας, της Μεσογειακής Λεκάνης και της ευρύτερης ηπειρωτικής Ευρώπης. Οι μελετώμενες μορφές δύναται να αποδοθούν σε διακριτές κλάσεις μεγέθους και μορφολογικές τάσεις τόσο σε χρονική όσο και χωρική κλίμακα, υποδεικνύοντας την προσαρμογή τους σε ένα ετερογενές παλαιοπεριβάλλον. Εντός του γένους Bison παρατηρείται μία κλιμακωτή αύξηση της σωματικής μάζας με αφετηρία τους βίσωνες του ανώτερου Κάτω Πλειστοκαίνου, η οποία φαίνεται να αντιστρέφεται κατά την έναρξη του Ολοκαίνου. Το πρότυπο της μασητικής φθοράς που αντανακλά ο συνδυασμός υψηλού μασητικού προφίλ και στρογγυλεμένου περιγράμματος των οδοντικών κώνων των πλειστοκαινικών πληθυσμών των γενών Bison-Bos σχετίζεται με την κατανάλωση ενός σχετικά μεγάλου εύρους στοιχείων βλάστησης από τα μετρίως υψοδοντικά αυτά αρτιοδάκτυλα. Η ικανότητα αφομοίωσης δύσπεπτης ινώδους βλάστησης ποικίλλει, ενώ η υιοθέτηση των τυπικών βοσκητικών συνηθειών τείνει να κυριαρχεί κατά την υποχώρηση των δασικών περιβαλλόντων. Όσον αφορά την ποικιλομορφία του μετακρανιακού σκελετού, η πιο ευκρινής εξελικτική τάση, που ερμηνεύεται κατά κύριο λόγο ως δευτερογενής απόκριση στην ακραία αύξηση του σωματικού μεγέθους, εκφράζεται από τη διαχρονική βράχυνση των στοιχείων του περιφερικού τμήματος των άκρων τους. Σε σχέση με το προγονικό Leptobos, οι φυλετικές ενδοπληθυσμιακές διαφορές είναι οξύτερες εντός των πληθυσμών όλων των απολιθωμένων και αρτίγονων taxa βισώνων, καθώς και του Bos primigenius. Ο αυξημένος βαθμός απόκλισης των φαλαγγών στο περιφερικό άκρο των μεταποδίων χαρακτηρίζει ποικίλα taxa και σωματικά μεγέθη, πιθανόν ως μία προσαρμογή αντιμετώπισης ενός ασταθούς υποστρώματος, όπως προτείνεται στην περίπτωση των περιοδικά ελωδών εδαφών στο περιβάλλον των πρωτόγονων βισώνων της περιοχής της Μυγδονίας. Οι αλλαγές στο σχετικό μήκος του αστραγάλου παρουσιάζουν έναν πιο συντηρητικό χαρακτήρα, ενώ το ευρύτερο περιφερικό αρθρικό τόξο του οστού στους πιο πρόσφατους ευμεγέθεις εκπροσώπους των ειδών Bison priscus και Bos primigenius πιθανόν αντανακλά μία ενισχυμένη κινητική απόδοση σε σχέση με τους αρχαιότερους πληθυσμούς του Κατώτερου και Μέσου Πλειστοκαίνου. Συγκριτικά με τον αστράγαλο, το λειτουργικό μήκος της πτέρνας ακολουθεί ένα περισσότερο ξεκάθαρο πρότυπο βράχυνσης στις μορφές των Bovina. Ο γερμανικός βίσωνας συνιστά πιθανότατα το πιο στενοτυπικό είδος μεταξύ των Leptobovina, ενώ τα νοτιότερα πρωτόγονα taxa ήταν εξειδικευμένα σε κατά βάση ξηρότερα ενδιαιτήματα μειωμένης δενδροκάλυψης. Τα δύο ευρύοικα εξελιγμένα είδη βισώνων απαντούσαν σε μία πληθώρα περιβαλλόντων. Το Bison schoetensacki διασπείρεται σε μία σημαντικά εκτενέστερη ζώνη σε σχέση με τους βίσωνες που προηγήθηκαν, προσεγγίζοντας μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη. Οι πρισκοειδείς βίσωνες, ως οι πιο καιροσκοπικές μορφές του γένους λόγω και της αυξημένης διατροφικής προσαρμοστικότητάς τους, εξαπλώθηκαν στο μεγαλύτερο δυνατό γεωγραφικό και χρονικό εύρος. Τέλος, αν και γενικά υποδηλώνεται η δραστηριοποίηση του Bos primigenius σε ένα περιβάλλον με σχετικά περιορισμένα φυτικά εμπόδια, η συγκεκριμένη μορφή εμπίπτει ως ένα βαθμό στο πιο «κλειστό» και υγρό άκρο του παλαιοπεριβαλλοντικού φάσματος.

The subject of the present thesis is the study of the palaeoecological adaptations among the large-sized members of the western Palaearctic Bovini. The ecomorphological analysis outlines a comprehensive framework for interpreting the divergence in feeding and locomotor adaptations via the application of linear and geometric morphometrics. The studied fossil material belongs to numerous paleontological collections, comprising populations of different taxa dated during the timespan from the end of the late Villafranchian until the Pleistocene/Holocene transition. Specimens of fore- and hind limb elements, toothrows and isolated teeth, have been derived from various sites located in the Mediterranean area and the central, western and northern Europe as well. Τhe examined samples can be attributed to distinct size classes and shape trends across regional provinces and time intervals. In terms of overall size, within the genus Bison a general increase of body weight from the early to Late Pleistocene forms is evident. This trend appears to be reversed towards the rise of Holocene. The dental wear spectrum indicates a tendency for a mixed feeding strategy among the considered Pleistocene Bison-Bos populations, as the predominant pattern is a high cusp relief associated with rounded cusp apices, suggesting the intake of a wide variety of feeding items without significant changes in hypsodonty. A more intensive grazing mode seems to prevail in agreement with the extension of grasslands. Regarding the postcranial anatomy, the most apparent evolutionary process is the distal limb shortening exposed on the Middle and Upper Pleistocene taxa, which is interpreted as a significant size effect. In comparison το Leptobos, a stronger expression of sexual dimorphism is recorded within all extinct and extant Bovina species. The increased distal metapodial trochlear condyle splaying could serves as an adaptation that favors stability during cursorial locomotion in a relatively less solid substrate, as suggested for the highly seasonal Apollonia biome. The relative functional astragalus length of the examined Bovina is characterized by minor shifts across the whole spatial and chronological continuum of the Pleistocene samples but a rather emphatic calcaneus shortening is documented instead. Moreover, the amplified distal trochlear margin on medial side of the astragalus that defines the enlarged representatives of Bison priscus and Bos primigenius, designates a rather advanced cursoriality in contrast to the reduced anterosterior mobility and more powerful hock plantar flexion identified in earliest taxa. In contrast to the moderately stenotypic Bison Menneri, the majority of the primitive Bison represantives were primarily adapted to operating in relatively more open and dry environments, suited mostly for grazing. The advanced bison taxa appear as eurytopic cursorial animals that were able to exploit a variety of open and fairly wooded biotopes. Bison schoetensacki known distribution was significantly wider in comparison to the preceding forms, whereas the opportunistic Bison priscus exhibited a flexibility to survive in a greater range of habitats, spreading across a large part of the Palaearctic. Bos primigenius probably utilized habitats with limited substantial vegetational obstacles that fall to some extent within the wet-sparsely wooded edge of the palaeoenvironmental spectrum.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2019-05-29 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12413</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2019</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2019 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13084</identifier>
				<datestamp>2025-03-19T09:30:16Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"241010 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή της Τηλεπισκόπησης και των GIS στη διαχείριση της γεωλογικής κληρονομιάς σε διάφορες κλίμακες = Contribution of Remote Sensing and GIS in geological heritage management at various scales.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Πανταζοπούλου, Ζωή Σταύρος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται τη διαχείριση της Γεωλογικής Κληρονομιάς με τη συμβολή της Τηλεπισκόπησης και των GIS. Η έννοια της γεωλογικής κληρονομιάς περικλείει χαρακτηριστικές γεωμορφές, πετρώματα, απολιθώματα, αποθέσεις και διαδικασίες, οι οποίες συνθέτουν τη γεωλογική ιστορία κάθε περιοχής. Η γεωλογική ιστορία κάθε περιοχής αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ευρύτερης ιστορίας της Γης, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με τους ανθρώπους και τον πολιτισμό τους. Η διαχείριση της γεωλογικής κληρονομίας περιλαμβάνει ένα φάσμα σταδίων. Η Τηλεπισκόπηση και τα GIS, συνιστούν επιστήμες και εργαλεία - που έχουν σημειώσει τα τελευταία χρόνια άλματα προόδου και βρίσκουν εφαρμογή σε πολλά επιστημονικά πεδία και κατ’επέκταση στη Γεωλογία. Ο κύριος σκοπός της διατριβής είναι η μελέτη και ανάδειξη προηγμένων μεθόδων Τηλεπισκόπησης και GIS, στην εν γένει διαχείριση της γεωλογικής κληρονομιάς. Στο πλαίσιο της λήφθηκαν υπόψη και διερευνήθηκαν τρεις βασικοί τύποι Τηλεπισκόπησης, σε συνδυασμό με τα GIS, όπου αυτό κρίθηκε σκόπιμο/εφικτό. Η εφαρμογή και διερεύνηση των δυνατοτήτων της Τηλεπισκόπησης και GIS έλαβε χώρα υπό τη μορφή περιπτωσιολογικών μελετών, οι οποίες καλύπτουν όλο το φάσμα των χαρτογραφικών κλιμάκων. Οι κλίμακες αντιστοιχούν σε εθνική, μικρή, μεσαία και μεγάλη. Αφορούν μία χώρα, επιμέρους περιοχές, γεωμορφές, αντικείμενα, που μπορούν να χαρακτηριστούν ως γεωλογική κληρονομιά. Διερευνήθηκαν οι εν λόγω δυνατότητες σε όλα τα επιμέρους βήματα διαχείρισης της γεωλογικής κληρονομιάς. Η ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία της διατριβής αφορά αρχικά στη συσχέτιση της γεωλογικής κληρονομιάς με την επιστήμη της Τηλεπισκόπησης και τα GIS, καθώς και στην κατά περίπτωση ακρίβεια απόδοσης της πληροφορίας. Μελετήθηκε η γεωλογική κληρονομιά σε όλες τις κλίμακες, δίνοντας τη δυνατότητα να εφαρμοστούν οι τρεις τύποι της Τηλεπισκόπησης και να εξεταστούν ως προς την συμβολή τους σε κάθε στάδιο της διαχείρισης της γεωλογικής κληρονομιάς. Η μελέτη αυτή συμπληρώνεται μέσω της εξέτασης της χρήσης των GIS στα στάδια διαχείρισης. Τα αποτελέσματα όλων των σταδίων μελέτης της συμβολής των δυο αντικειμένων σε σχέση με τη γεωλογική κληρονομιά του Ελληνικού χώρου χρησιμοποιούνται επίσης σε μια πρακτική εφαρμογή στην εκπαιδευτική διαδικασία, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αξιοποίησής τους στα ανώτερα στάδια διαχείρισης. Η ανάπτυξη της βάση δεδομένων για τη γεωκληρονομιά της Ελλάδας σε περιβάλλον GIS, παρέχει πληροφορίες με όσο το δυνατό μεγαλύτερη χωρική ακρίβεια, η οποία επιτρέπει το συνδυασμό με περαιτέρω τηλεπισκοπικά και άλλα γεωχωρικά προϊόντα/πληροφορίες. Με αυτόν τον τρόπο, προκύπτουν νέα στοιχεία για τη γεωκληρονομιά σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, τα οποία δε μπορούσαν να εξαχθούν μέχρι σήμερα σε αυτήν την έκταση και ακρίβεια. Σημαντικό είναι, ότι η ύπαρξη της γεωβάσης ανοίγει πολλές μελλοντικές δυνατότητες αξιοποίησής της από κάθε ενδιαφερόμενο χρήστη, σε συνδυασμό με κάθε είδους σχετική γεωχωρική πληροφορία. Αναφορικά με την πρωτοτυπία στις επιμέρους περιπτωσιολογικές μελέτες στις τρεις βασικές κλίμακες, τεκμηριώνονται ψηφιακά σημαντικά στοιχεία γεωκληρονομιάς, ενώ μελετώνται διάφορες παράμετροι της γεωκληρονομιάς της Μήλου. Επιπλέον, ως προς τα ανώτερα στάδια διαχείρισης, τεκμηριώνεται η συμβολή των γεωχωρικών δεδομένων για εκπαιδευτικούς σκοπούς σε διαφορετικές συνθήκες και ακροατήρια. Τέλος, διατυπώνονται επιστημονικά τεκμηριωμένες προτάσεις αξιοποίησης της Τηλεπισκόπησης και των GIS για τη διαχείριση της γεωλογικής κληρονομιάς. Με βάση τα αποτελέσματα της διατριβής παρέχονται κατευθυντήριες γραμμές με τη μορφή πινάκων, ως προς τη χρήση γεωχωρικών δεδομένων, συναρτήσει της κλίμακας και του σταδίου διαχείρισης της γεωκληρονομιάς.

The present doctoral thesis investigates the management of Geological Heritage, focusing on the contribution of Remote Sensing and GIS. The concept of geological heritage includes characteristic or even rare landforms, rocks, fossils, deposits and processes, which make up the geological history of each region. The geological history of each region is an integral part of the wider history of the Earth, which in turn is linked to people and their culture. The management of geological heritage includes a wide range of stages. Remote Sensing, as well as GIS, are both sciences and tools that have rapidly evolved in recent years and have found application in different scientific fields, among which that of Geology. The main purpose of this thesis is to study and showcase advanced Remote Sensing methods and GIS, in the broader management of geological heritage. In the framework of the thesis, three main types of Remote Sensing were considered and investigated, in combination with GIS, where this was deemed appropriate/feasible. The application and investigation of the potentialities of Remote Sensing and GIS were examined in the form of case studies, which cover the entire range of cartographic scales. The scales correspond to national, small, medium and large. These potentialities were explored in all individual steps of geological heritage management. The distinctive quality and originality of the thesis concern firstly the holistic association of the geological heritage with the science of Remote Sensing and GIS, as well as the accuracy of the relevant information for each case study. Geological heritage was studied at all scales, while all three types of Remote Sensing were applied and examined in terms of contribution to each stage of geological heritage management. This study is complemented by the examination of the use of GIS in the management stages. Part of the results were also applied, as an additional case study, in the educational process, as a characteristic example of their utilization in higher stages of management. The development of a database for the geoheritage of Greece in a GIS environment provides information with as much spatial accuracy as possible, which allows for their combination with further remote sensing and other geospatial products/information. With this, new data on geoheritage at the local, regional and national level emerge, which could not be collected to this extent and precision to date. It is important to note that the existence of the geodatabase allows for many future possibilities for its utilization by any interested user, in combination with any kind of relevant geospatial information. Concerning the originality of the individual case studies at the three main scales, important geoheritage elements are digitally documented, while various parameters of the geoheritage of Milos Island are studied, as indicative cases of the contribution of geospatial technologies and data. Furthermore, regarding the higher stages of management, and in particular the exploitation of geoheritage, the contribution of geospatial data to educational purposes in different circumstances and for different audiences is documented with tangible and measurable results in the last case study. Scientifically substantiated proposals for the purposeful utilization of Remote Sensing and GIS in geological heritage management are propounded. Finally, based on the results of the thesis, ensemble guidelines are provided in the form of tables, regarding the use of geospatial data, in relation to the scale and stage of geoheritage management.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13084</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2024</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12636</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Νεοτεκτονική ΒΑ Αιγαίου (Λέσβος-Ρήγμα Αδραμυτίου) = Neotectonics  of  NE Aegean area (Lesvos-Edremit fault).</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μουρουζίδου, Όλγα Γεώργιος</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διδακτορική διατριβή έλαβε χώρα  μελέτη στην περιοχή του ΒΑ Αιγαίου (Λέσβος- Ρήγμα  Αδραμυτίου). Η περιοχή της διατριβής φέρει εκδήλωση μιας παλιάς σημαντικής ηφαιστειότητας του Μειοκαίνου και εμφανίζει πολύπλοκη τεκτονική δομή επειδή αυτή βρίσκεται μέσα στον χώρο όπου συναντάται το ρήγμα του Αδραμυτίου με το εφελκυστικό πεδίο του Αιγαίου. Για όλους τους παραπάνω λόγους ξεκίνησα τη μελέτη του συγκεκριμένου χώρου, πρώτα από το βόρειο τμήμα του νησιού  και στη συνέχεια στο νότιο, προκειμένου να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει το τεκτονικό αυτό καθεστώς το νησί. Στόχος της διατριβής ήταν η περιγραφή της νεοτεκτονικής καταπόνησης των ηφαιστειακών πετρωμάτων και η διάκριση των δομών σε τεκτονικές φάσεις προκειμένου να εντοπισθεί η τεκτονική εξέλιξη της περιοχής. Για την επίτευξη του στόχου έγινε χαρτογράφηση των ρηξιγενών επιφανειών και των τεκτονικών γραμμώσεων και μία πρώτη ομαδοποίηση των μετρήσεων στην ύπαιθρο. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε επεξεργασία των δεδομένων που συλλέχθηκαν στην ύπαιθρο με το πρόγραμμα Win-Tensor (Delvaux, 1993; Delvaux et al., 1995, 2013; Zain Eldeen et al., 2002; Delvaux and Sperner, 2003). Πρόκειται για ένα διαδραστικό λογισμικό σχεδιασμένο για τον καθορισμό του πεδίου των τάσεων με βάση τα γεωλογικά δεδομένα της περιοχής (ρήγματα, γράμμωση ολίσθησης, διακλάσεις, λύσεων μηχανισμών γένεσης σεισμών κ.α.). Ο προσδιορισμός  των διευθύνσεων των κύριων αξόνων τάσης σ1,  σ2 , σ3 έλαβε χώρα τόσο με το μέθοδο P-B-T αξόνων όσο και με τη βελτιωμένη μέθοδο των ορθών δίεδρων γωνιών που εφαρμόζει το πρόγραμμα Win-Tensor. Επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των τεκτονικών φάσεων κατέχει στην παρούσα διατριβή, η γεωμορφολογική-μορφοτεκτονική μελέτη της περιοχής. Με τη βοήθεια των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (Γ.Σ.Π.-G.I.S.) και χρησιμοποιώντας το λογισμικό ArcGIS (ESRI έκδοση 10.3.1, 2015), έγινε ψηφιοποίηση σε τοπογραφικά φύλλα χαρτών για τη Λέσβο (ΓΥΣ 1:50.000, 1:5000) καθώς στο βόρειο τμήμα του κόλπου του Αδραμυτίου. Το ψηφιακό μοντέλο αναγλύφου που δημιουργήθηκε, αποτέλεσε τη βάση τόσο για την παραγωγή θεματικών χαρτών του μορφοαναγλύφου όσο και για την περαιτέρω ποσοτική γεωμορφολογική ανάλυση του νησιού. Έτσι στην  περιοχή της έρευνας  η οποία καλύπτεται από προϊόντα Μειοκαινικής ηφαιστειακής δραστηριότητας (21,5-16Μa),  ταυτοποιήθηκαν-προσδιορίστηκαν 6 ρηξιγενείς ζώνες. Η συνέχεια αυτών των ρηξιγενών ζωνών εντοπίζεται στη θάλασσα. Ειδικότερα ταυτοποιήθηκε-προσδιορίστηκε η ρηξιγενής ζώνη της Κεντρικής Λέσβου, η ρηξιγενής ζώνη ΝΑ του Μανταμάδου, η ρηξιγενής ζώνη Α της Καλλονής, η ρηξιγενής ζώνη της Άντισσας, η ρηξιγενής ζώνη του Γαβαθά (ΒΔ Λέσβος) καθώς επίσης και η ρηξιγενής ζώνη της Βρίσας-Βατερών. Επίσης με βάση τόσο τα δεδομένα υπαίθρου όσο και τα στοιχεία που προέκυψαν από την επεξεργασία τους με το πρόγραμμα Wintensor, διαχωρίσθηκαν τέσσερις (4) τεκτονικές φάσεις, από την παλαιότερη προς τη νεότερη: το (Ν1) εφελκυστικό πεδίο με διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και με τον σ1 σε ΒΑ-ΝΔ διεύθυνση που δημιούργησε αριστερόστροφα ρήγματα οριζόντιας μετατόπισης ΒΒΔ-ΝΝΑ διευθύνσεως, το (Ν2)  εφελκυστικό πεδίο από ΒΒΑ-ΝΝΔ έως ΒΑ-ΝΔ, το (Ν3) εφελκυστικό πεδίο ΔΒΔ-ΑΝΑ και  με τον σ1 ΒΒΑ-ΝΝΔ,  το οποίο δημιουργεί ρήγματα από ΒΒΔ-ΝΝΑ έως ΒΒΑ-ΝΝΔ, πλαγιοκανονικά με σημαντικότερη τη dip slip κίνηση και από το Πλειστόκαινο  το (Ν4) εφελκυστικό πεδίο με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ και τον σ1 να έχει δ/νση ΒΔ-ΝΑ, ιδιαίτερα στις βόρειες ακτές. Στις νότιες ακτές και μέχρι τα Βατερά φαίνεται να υπερισχύει  ένας ΒΔ-ΝΑ εφελκυσμός, με  τον σ1 να έχει δ/νση ΒΑ-ΝΔ. Τέλος από τη σύγκριση των αποτελεσμάτων της τεκτονικής επεξεργασίας με αυτά που υπάρχουν στην λεκάνη του Αδραμυτίου, προέκυψε για την περιοχή μελέτης ότι: (α) στο βόρειο τμήμα της Λέσβου επικρατεί εφελκυσμός με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ καθώς επίσης τα ρήγματα της περιοχής εμφανίζουν ισχυρή δεξιόστροφη συνιστώσα ολίσθησης, (β) στο νότιο τμήμα του νησιού επικρατεί εφελκυσμός τόσο με διεύθυνση ΒΒΔ-ΝΝΑ έως ΒΔ-ΝΑ όσο και με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, (γ) τo είδος της δυναμικής τεκτονικής που επιδρά στον χώρο εμφανίζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά μ’ αυτό του μοντέλου Riedel διάτμησης για μια περιοχή όπου δραστηριοποιείται ένα μεγάλο ρήγμα με ισχυρή δεξιόστροφη συνιστώσα, όπως θεωρείται το ρήγμα του Αδραμυτίου. Το μοντέλο αυτό ταιριάζει με αυτά που έχουν προταθεί από τη διεθνή βιβλιογραφία για την ενεργό περιοχή του βορείου Αιγαίου (Pavlides et al., 1990, A. Chatzipetros et al. 2013, Sakellariou et al., 2018, Papanikolaou et al., 2019) και (δ) το γεγονός ότι ο εφελκυσμός αναπτύσσεται σε δύο διευθύνσεις, όπως αποδείχθηκε από τον υπολογισμό των τανυστών τάσης μετά την επεξεργασία των δεδομένων υπαίθρου, μπορεί να ερμηνευτεί ως το αποτέλεσμα της δράσης μία λεκάνης pull-apart μέσα σ’ ένα χώρο όπου κυριαρχεί το τεκτονικό καθεστώς διάτμησης (Allen &amp; Allen, 2013).

In the present thesis, a study took place in the area of the NE Aegean (Lesvos – Edremit Fault). The study area is part of an old important volcanic activity of the Miocene and  also supports a complex tectonic structure, due to the fact that the island is inside an area where the southern branch of the North Anatolian Fault, the Edremit fault to the east, meets the Aegean Extensional System to the west. In order to investigate how the aforementioned regime affects the tectonic structure of volcanics rocks of Lesvos, I investigated separately the northern from the southern part of the island. According mainly to the detailed field observations, using the kinematic data and the striations of the structures, the ruptured surfaces were mapped in order to determine the compatible stress field geometry. Then the collected data were processed by the Win-Tensor program (Delvaux, 1993; Delvaux et al., 1995, 2013; Zain Eldeen et al., 2002; Delvaux and Sperner, 2003). It is an interactive software which was designed to determine the stress field geometry based on the geological data of the area (cracks, slip lines, joints, solutions of earthquake generation mechanisms, etc.). The determination of the directions of the main stress axes σ1, σ2, σ3 took place both with the method P-B-T axes and then with the improved method of right dihedral angles applied by the Win-Tensor program. Furthermore, in the present dissertation, the geomorphological-morphotectonic study of the area plays a very important role in order to understand the imprint of erosional process in a highly neotectonic deformed landscape. With the aim of Geographic Information Systems (GIS), the ArcGIS software (ESRI version 10.3.1, 2015), digitization was done on topographic map sheets for Lesvos (HMGS 1:50.000, 1:5.000) and the northern part of Edremit Gulf.  The DEM of the area was the basis both for the creation of thematic maps for the analysis of the relief and for further quantitative geomorphological analysis of the island. In the research area covered by products of Miocene volcanic activity (21.5-16 Ma), 6 fault zones were identified. The continuation of these ruptured zones is definitely located in the sea. In particular, there were identified: the rupture zone of Central Lesvos, the rupture zone SE of Mantamados, the rupture zone E of Kalloni, the rupture zone of Antissa, the rupture zone of Gavathas (NW of Lesvos) as well as the rupture zone of Vrisa-Vateron. Based on both the rural data and the data obtained from their processing with the Win-Tensor program, the following tectonic phases were distinguished, from the oldest to the newest: a (N1) extension stress phase with NW-SE direction and with σ1 in NE-SW direction that is responsible for the sinistral strike slip faults in NNW-SSE direction, a (N2) extension stress phase with NNE-SSW to NE-SW direction, a (N3) extension stress phase with WNW-ESE direction and with σ1 in NNE-SSW direction, which creates oblique faults in NNW-SSE to NNE-SSW direction, in which the dip slip component is stronger and from the Plistocete a (Ν4) extensional stress phase in NE-SW direction, where the σ1 is directed NW-SE particular in the area of the northern coast of Lesvos. In the area of the southern coast, from Eressos Village till Vatera, an extension stress phase with a direction of NW-SE prevails along with a σ1 heading NW-SE. Based on the results of the tectonic processing of the data in Lesvos island and the surrounding area of Edremit basin, the following conclusions are briefly listed: (a) in the northern part of Lesvos there is NE-SW extension with the faults measured of the area showing a significant dextral strike slip component, (b) in the southern part of the island the NNW-SSE to NW-SE extension is stronger than the extension with a NE-SW direction. Collecting more data from the field for the southern part would give a more complete picture of the area, (c) the type of dynamic tectonics that affects the area of Lesvos has a lot of common characteristics with that of the Riedel shear model for an area where a large fault with a strong right-lateral component is active, such as the Edremit fault. This model matches what has been proposed by the international literature for the active region of the northern Aegean (Pavlides S.B. et al., 1990, Chatzipetros A. et al. 2013, Sakellariou D. et al., 2018, Papanikolaou D. et al., 2019) and (d) the fact that extension stress regime develops in two directions, as demonstrated by the calculation of stress tensors after processing the field data, can be interpreted as the result of the action of a pull-apart basin within an area dominated by the tectonic shear regime (Allen &amp; Allen, 2013).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12636</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

			<varfield id="787" i1="0" i2=" ">
			<subfield label="n">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/download/12636/13940</subfield>
		</varfield>
	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12282</identifier>
				<datestamp>2019-12-02T09:36:22Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181217 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Ανάλυση της παραμόρφωσης και κινηματική της πελαγονικής ζώνης στη Βόρεια Ελλάδα = Deformation and kinematics analysis of the pelagonian zone in Northern Greece.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Αυγερινάς, Αστέριος Β.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται την παραμόρφωση και κινηματική της Πελαγονικής ζώνης στη βόρεια Ελλάδα και συγκεκριμένα στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Βόρα. Στα κατώτερα δομικά επίπεδα, το δυτικό τμήμα της οροσειράς του Βόρα, συγκροτείται από τις κρυσταλλοσχιστώδεις σειρές της ανατολικής Πελαγονικής ζώνης καθώς και από τις υπερκείμενες Τριαδικοϊουρασικές ανθρακικές σειρές. Τα ανώτερα δομικά επίπεδα της δυτικής οροσειράς του Βόρα συγκροτούνται από τις κρυσταλλοσχιστώδεις σειρές, τους οφιόλιθους, καθώς και από τις επικλυσιγενείς ημιμεταμορφωμένες σειρές του Άνω Ιουρασικού - Κάτω Κρητιδικού της δυτικής ζώνης του Αξιού (υποζώνη Αλμωπίας). Οι σειρές αυτές των πετρωμάτων συγκροτούν γεωλογικές ενότητες που τοποθετούνται μεταξύ τους με την μορφή τεκτονικών λεπίων, και από τα ανατολικά προς τα δυτικά και από πάνω προς τα κάτω διακρίνονται στην ενότητα Άνω Γαρέφι, ενότητα Άννας και ενότητα Λουτρών Αριδαίας. Οι ενότητες αυτές μαζί με τους σχηματισμούς του Άνω Κρητιδικού επικλυσιγενούς καλύμματος, το οποίο συμμετέχει και αυτό στην τελική λεπίωση, τοποθετούνται τεκτονικά πάνω στο ανατολικό Πελαγονικό κάλυμμα. Η γεωλογική και τεκτονική χαρτογράφηση, η ανάλυση και κινηματική της παραμόρφωσης καθώς και η σχέση τεκτονικής–μεταμόρφωσης σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα γεωχρονολογικά και στρωματογραφικά δεδομένα, στο βόρειο τμήμα του Πελαγονικού υποβάθρου και των παρακείμενων ιζηματογενών και μεταμορφωμένων ακολουθιών της ζώνης του Αξιού στην ευρύτερη περιοχή έρευνας (βορειοδυτική Ελλάδα και Π.Γ.Δ.Μ.) μας επέτρεψε να ανασυνθέσουμε τη γεωμετρία, κινηματική και την ιστορία της παραμόρφωσης–μεταμόρφωσης του Πελαγονικού καλύμματος κατά τη διάρκεια της Αλπικής ορογένεσης. Έτσι λοιπόν, αναγνωρίσαμε επτά παραμορφωτικά γεγονότα (D1 έως D7). 
Η πρώτη, σχεδόν υπολειμματική D1 παραμόρφωση έλαβε χώρα σε πλαστικές συνθήκες παραμόρφωσης, ξεκίνησε στο Μέσο έως Άνω Ιουρασικό και συνδέεται με τις ενδο-ωκεάνιες επωθήσεις που συμβαίνουν στον δυτικό ωκεανό του Αξιού (Νεοτηθύς), την προς ΒΔ έως ΔΝΔ επώθηση των οφιολίθων και των οφιολιθικών μειγμάτων (δημιουργία τεκτονικού mélange) πάνω στα πετρώματα των Πελαγονικών ενοτήτων με ταυτόχρονη συσσώρευση καλυμμάτων και πάχυνση του φλοιού. Τα πετρώματα της ανατολικής Πελαγονικής ζώνης μεταμορφώνονται στην άνω πρασινοσχιστολιθική έως αμφιβολιτική φάση (Μ1: T=450-600°C, P=6,3-12,8kb). Επίσης, αναγνωρίστηκε και μια πιθανή, τελείως υπολειμματική μεταμόρφωση υψηλής πίεσης σχετικά παλαιότερη από την M1 μεταμόρφωση. Τα επικλυσιγενή κλαστικά ιζήματα και οι ασβεστόλιθοι ρηχής θάλασσας του Άνω Ιουρασικού έως Κάτω Κρητιδικού που υπέρκεινται των επωθημένων οφιολίθων, ενδεχομένως να συνδέονται με μια έκταση και τη δημιουργία λεκανών στα ανώτερα τμήματα των συσσωρευμένων καλυμμάτων, ταυτόχρονα με τον σχηματισμό και την μεταμόρφωση των κατωτέρων τεκτονικών Πελαγονικών καλυμμάτων.
Πλαστική D2 παραμόρφωση συνεχίστηκε και κατά την διάρκεια του Άπτιου - Άλβιου με έντονη ανάδρομη παραμόρφωση και μεταμόρφωση (Μ2: T= 330-440°C, P=3-5kb). Η μεταφορά των τεκτονικών καλυμμάτων στα κατώτερα δομικά επίπεδα γινόταν κυρίως προς τα ΝΑ αλλά και προς τα ΒΔ, ενώ στα ανώτερα δομικά επίπεδα προς τα ΝΔ, σε ένα διασυμπιεστικό περιβάλλον παραμόρφωσης (transpression), όπως φαίνεται από την ταυτόχρονη ανάπτυξη δύο διευθύνσεων τεκτονικής μεταφοράς (ΒΔ-ΝΑ και ΒΑ-ΝΔ) των καλυμμάτων κατά την διάρκεια εξέλιξης του D2 τεκτονικού γεγονότος, αποτέλεσμα μίας ενδεχόμενης πλάγιας σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών την περίοδο αυτή.
Μικρής γωνίας μυλονιτικές ζώνες διάτμησης χαμηλού βαθμού μεταμόρφωσης με φορά κίνησης προς ΒΑ (D3), αναπτύχθηκαν κατά την διάρκεια της Άνω Κρητιδικής περιόδου, ταυτόχρονα με τον σχηματισμό λεκανών και την ιζηματογένεση των νηριτικών ασβεστόλιθων του Άνω Κρητιδικού και του Μεστρίχτιου έως Παλαιόκαινου φλύσχη. 
Έντονη λεπίωση κάτω από ημιθραυσιγενείς συνθήκες παραμόρφωσης του συνόλου των τεκτονικών ενοτήτων, εξελίσσεται κατά τη διάρκεια του Παλαιοκαίνου έως το Ηώκαινο με ΝΔ φορά κίνησης (D4). Η σημερινή αντικλινική δομή της Πελαγονικκής ζώνης στην περιοχή έρευνας πιθανόν να είναι αποτέλεσμα της D4 συρρίκνωσης. Η D4 παραμόρφωση εξελίσσεται ταυτόχρονα με τη συνεχιζόμενη υποβύθιση ηπειρωτικού φλοιού κάτω από τα βαθύτερα τεκτονικά επίπεδα του Πελαγονικού καλύμματος προς την εμπροστοχώρα με την τελική ανάπτυξη της εσωτερικής ζώνης υψηλής πίεσης στην περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, Εύβοιας  και στις Κυκλάδες. Ταυτόχρονα με το τέλος της D4 συμπίεσης έως την έναρξη του επόμενου τεκτονικού γεγονότος, στην περιοχή έρευνας, αναπτύσσονται μικρής γωνίας κανονικές έως πλαγιοκανονικές ζώνες διάτμησης (D5 τεκτονικό γεγονός), ενδεχομένως συνδεδεμένες με τη διαφυγή μέρους των πετρωμάτων κυρίως προς τα ΝΑ, συνοδευόμενες από μία αρχική τεκτονική απογύμνωση του ορογενούς.
Η τεκτονική συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του Ολιγοκαίνου έως το Κάτω Μειόκαινο (D6) στα υψηλότερα επίπεδα των καλυμμάτων της ανατολικής Πελαγονικής ζώνης και της ζώνης του Αξιού, κάτω από ημιεύθραστες έως εύθραυστες συνθήκες παραμόρφωσης κατά μήκος χαμηλής γωνίας κανονικών ζωνών διάτμησης, προκαλώντας την διαφυγή σημαντικού πάχους πετρωμάτων με ΒΑ και ΝΔ φορά κίνησης. Οι D6 όπως και D5 μικρής γωνίας διατμητικές ζώνες συνδέονται με κατακλαστικά και υπερκατακλαστικά φαινόμενα.
Από το Μειόκαινο έως την σημερινή εποχή, μεγάλης γωνίας κανονικά ρήγματα έως πλάγιο-κανονικά ρήγματα (D7) φαίνεται να επηρεάζουν όλες τις τεκτονικές ενότητες και σειρές πετρωμάτων. Πρόκειται για ένα εκτατικό τεκτονικό γεγονός που είναι υπεύθυνο για τον σχηματισμό των Νεογενών λεκανών και το κατευθυντήριο για την ανοδική ιστορία της υπό έρευνα περιοχής.
Επιπρόσθετα, στην παρούσα διατριβή, εξετάστηκαν και τα Ερκύνιας ηλικίας (300±3Ma) πλουτωνικά πετρώματα στην περιοχή του δυτικού Βόρα που διεισδύουν στο παλαιοζωικό υπόβαθρο της ανατολικής Πελαγονικής ζώνης. Αυτά συνίστανται από τέσσερις κύριους πετρογραφικούς τύπους: τους κεροστιλβικούς-βιοτιτικούς γρανοδιορίτες έως γρανίτες ((Hb)BtGrd) που μεταβαίνουν σε βιοτιτικούς γρανίτες (BtGr), περιέχουν μονζονιτικής έως μοντζοδιοριτικής σύστασης εγκλείσματα (ΜΜΕ), ενώ σπανίζουν οι ξενόλιθοι (ΧΕΝ) και διακόπτονται από τους λευκογρανίτες (LGr). Τα γεωλογικά, ορυκτολογικά και γεωχημικά στοιχεία δείχνουν ότι τα ΜΜΕ και οι (Hb)BtGrd + BtGr είναι αποτέλεσμα μίξης-κλασματικής κρυστάλλωσης δύο σταδίων, ενώ οι LGr δεν αποτελούν εξελιγμένο μάγμα, αλλά ξεχωριστή διείσδυση. Στο πρώτο στάδιο βασικό μάγμα μανδυακής προέλευσης, με σύσταση αντίστοιχη του βασικότερου από τα εγκλείσματα (ΜΜΕ), υπόκειται σε κλασματική κρυστάλλωση και ταυτόχρονα μειγνύεται με ένα όξινο μάγμα, πιθανά φλοιϊκής προέλευσης, σύστασης παρόμοιας του οξινότερου από τους BtGr. Ο ρυθμός μείξης προς τον ρυθμό κλασματικής κρυστάλλωσης (r) είναι χαμηλός λόγω της μεγάλης διαφοράς ιξώδους των δύο μαγμάτων με αποτέλεσμα τη δημιουργία των MME και των βασικότερων (Hb)BtGrd. Στο δεύτερο στάδιο τo μάγμα που προκύπτει υπόκειται σε διαδικασία κλασματικής κρυστάλλωσης και ταυτόχρονα μειγνύεται με το ίδιο όξινο φλοιϊκό μάγμα. Σε αυτή την περίπτωση ο ρυθμός μίξης προς τον ρυθμό κλασματικής κρυστάλλωσης (r) είναι υψηλότερος λόγο της μικρής διαφοράς ιξώδους των δύο μαγμάτων οδηγώντας στη δημιουργία της σειράς των (Hb)BtGrd και BtGr. 
Οι πιέσεις κρυστάλλωσης υπολογίστηκαν από 2,5 έως 3,6 Κb για τα ΜΜΕ και 2,1 έως 3Kb για τους ((Hb)BtGrd), ενώ οι θερμοκρασίες κρυστάλλωσης από 719 έως 795οC στα ΜΜΕ, από 708 έως 815οC στους ((Hb)BtGrd), από 734 έως 788οC στους BtGr και στους LGr από 665 έως 699 οC.
Επειδή τα πλουτωνικά πετρώματα που διεισδύουν στο Πελαγονικό κρυσταλλοσχιστώδες ακολουθούν τη γενική τεκτονική δομή της περιοχής κατά τη διάρκεια εξέλιξης των αλπικών τεκτο-μεταμορφικών γεγονότων, μπορούμε να θεωρήσουμε ένα προ-κινηματικό ως προς την αλπική παραμόρφωση τεκτονο-μαγματικό γεγονός, Ερκύνιας ηλικίας, 300±3Ma, συσχετιζόμενο πιθανόν με γεωτεκτονικό περιβάλλον ηφαιστειακού τόξου κατά τη διάρκεια σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών.

The present thesis investigates the deformation and kinematics of the Pelagonian nappe in Northern Greece and particularly the western part of the Voras mountainous area.  At its lower structural levels, the western part of the Voras Mountain is composed of the crystalline series of the eastern Pelagonian nappe, as well as the overlain Triassic-Jurassic carbonate series. The upper structural levels of the western Voras mountain consist of metamorphic crystalline rocks, ophiolites and the transgressive Upper Jurassic-Lower Cretaceous low grade metamorphic series of the western Axios zone (Almopias Subzone), forming a complicate thrust sheet structure.  From East to West and from top to bottom, this structure is distinguished into the Garefi Unit, the Anna Unit and the Loutra Aridaia Unit.  These units together with the transgressive Upper Cretaceous limestones overthrust the eastern Pelagonian margin.  Geological mapping, structural analysis and tectonic-metamoprhism relationships associated with the existing isotopic and stratigraphic data from the northern part of the Pelagonian nappe and the neighboring units of the western Axios zone, allowed us to reconstruct the geometry, kinematic and evolutionary history of the deformation and metamorphism of the Pelagonian nappe during the Alpine orogeny.  We distinguished seven deformational events (D1 to D7), affected the study area.
The first, almost relictic, D1-deformation took place in ductile conditions, during the Mid-Late Jurassic.  It is related with an intra-oceanic subduction in the Axios Ocean (=Neotethys), and subsequently with a towards-NW to WNW obduction of the Axios-ophiolites on the eastern Pelagonian margin.  Intense thrusting, nappe stacking and crustal overthickening took place simultaneously with D1-event. Furthermore, syn-D1 M1-metamorphism from top to bottom in the greenshist- to amphibolite facies conditions (M1: T=450-6000C, P=6,3-12 Kb) affected the Pelagonian units.  A possible remnant high pressure metamorphism, relatively older than the M1 (&gt;150 Ma), is also recognized in the Pelagonian basement. The transgressive Upper Jurassic-Lower Cretaceous clastic sediments and shallow water limestones on the top of the obducted ophiolitic rocks and mélanges are possibly related with local extension and basin subsidence during the D1, ca. simultaneously with the nappe stacking and metamorphism at the structurally lower Pelagonian crustal levels. 
Ductile D2-deformation continued during Aptian-Albian time associated with intense retrogression under greenschist facies conditions (M2 metamorphism: T=330-4400C, P=3-5 Kb) and new nappe stacking. The main tectonic movement during D2 has been recognized towards-NW to WNW but also towards-SE to ESE.  In the metamorphic rocks of the Axios zone (e.g. Anna Unit), a SW-ward sense of movement during D2 dominates. A transpressional tectonic deformation during the D2-event could explain the simultaneous development of these perpendicular movement directions of the nappe transport, possibly due to an oblique plate convergence.
Low angle discrete mylonitic shear zones (D3-event) with normal sense of movement, mainly towards NE, took place during the Late Cretaceous, possibly associated with basins subsidence and deposition of the Upper Cretaceous neritic limestones and Paleocene flysch.
Intense imbrication and kink folding affected all tectonic units during the Paleocene-Eocene with a main vergence towards-SW (D4-deformation). Towards-NE buckthrusts are also recognized in a few cases. Simultaneously with the D4-event, the A-type subduction and the evolution of the Paleocene-Eocene HP zone of the Hellenides took place more western towards the foreland and at the deeper Pelagonian levels. At the late action stages of the D4-contraction, low angle normal to normal oblique semibrittle shear zones (D5-event) developed progressively, also related to a main top to SE sense of movement and tectonic denudation.
During the Oligocene-Miocene semibrittle to brittle low angle normal shear zones were developed (D6-deformation), causing a towards-SW and NE tectonic collapse and crustal escape of the previous overthickening crust and nappe pile. Thick clastites or ultraclastites formations were commonly developed along the D5 and D6 shear zones and their shear planes.
From Miocene until today, high angle normal and strike-slip faults were formed. They are the younger brittle structures (D7-event) recognized in the study area, overprinting all previous structures and rocks units and are related to the creation of the Neogene depressions, as well as the final crustal uplift. Some of these great faults remain active until today.
Furthermore, our attempt was also focused in the study of the Ercynian granitoids (~300 Ma), intruded often into the Paleozoic or older Pelagonian crystalline basement.  The Ercynian granitoids are composed of hornblende-biotite granodiorites to granites (Hb)BtGrd, biotite granites (BtGr), monzonitic to monzodioritic mafic enclaves (MME) and leucogranites (LGr). Based on the field observations, the mineralogical composition and the geochemistry of the rock types, a two-stage process of the formation of MME, (Hb)BtGrd and BtGr is suggested. In the first stage, a basic magma of mantle origin and composition similar to the more basic MME underwent fractional crystallization and simultaneously was mixed with an acid magma of crustal origin and composition similar to the most acid BtGr. This mixing-fractional crystallization process had low rate of fractional crystallization (r), due to the difference in composition and viscosity of the two magmas. It resulted in the formation of the most basic (Hb)BtGrd. In the second stage, the produced magma was fractionated and mixed with the afore mentioned crustal magma, but with higher r giving the (Hb)BtGrd and BtGr. The LGr followed a different evolutionary history forming a separate intrusion.  
Crystallization pressures range from 2,5 to 3,6 Kb for the MME and 2,1 to 3 Kb for the (Hb)BtGrd, while the crystallization temperatures range from 719 to 795oC for the MME, 708 to 815oC for the (Hb)BtGrd, 734 to 7880C for the BtGr and 665 to 699oC for the LGr. 
Finally, the granitoid rocks according to their geochemical composition and structural geometry, as well as isotopic age (~300 Ma), could be related to a Late Paleozoic volcanic arc geotectonic setting, associated with the subduction of the Paleotethys ocean beneath the Pelagonian continental fragment.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-12-17 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12282</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2014</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12481</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Geology and deformation of the Northern part of the Athos Peninsula, Northern Greece = Γεωλογία και παραμόρφωση του Βορείου τμήματος της Χερσονήσου του Αγίου Όρους, Βόρεια Ελλάδα.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Neofotistos, Petros G.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The Athos peninsula occupies the south-eastern part of the wider Chalkidiki peninsula in Central Macedonia, Greece. It is mainly built up by crystalline rocks belonging to the Serbo-Macedonian massif, traditionally constituting, along with the Rhodope massif, the Hellenic hinterland. The northern part of the Athos peninsula is mainly composed of marbles, initially grouped into the Kerdyllion Unit and biotite gneisses and two-mica gneisses, grouped into the Vertiskos Unit, both units belonging to the Serbo-Macedonian massif, whereas their contact was initially considered as a normal contact. However, amphibolites and ultramafic rocks exist along with the rocks mentioned above, making the geology and relationship between the two units much more complicated. This dissertation reports the results of a detailed mapping and structural analysis of the Serbo-Macedonian massif on the Athos Peninsula. It also includes a complementary study on crystallographic fabrics of mylonites at the contact between the Vertiskos and the Kerdyllion Units. In light of the structural analysis, a number of units are re-interpreted. More precisely, the following map units have been defined: marbles, amphibolite gneisses, biotite gneisses and two-mica gneisses. The marbles, amphibolite gneisses, and biotite gneisses have been grouped in the Kerdyllion Unit, whereas only the two-mica gneisses belong to the Vertiskos Unit. Anatexitic leucogneiss bodies have been found within the rocks of the Kerdyllion Unit, but not in the two-mica gneisses of the Vertiskos Unit, and can be correlated with either the Anatexites of the Kerdyllion Unit or the anatexites-granitic gneisses of the Ammouliani Unit. Ultramafic/mafic rocks exposed in the area are considered as parts of the Therma-Volvi-Gomati complex, belonging to a Mesozoic oceanic crust. Five deformation events D1 through D5 were extrapolated by the structural analysis and its interrelation with previous works, spanning from the pre-Mesozoic to the Late-Eocene. D1 and D2 are hardly seen in the area, due to their thourough overprinting by the dominant fabric, the latter attributed to a Late-Jurassic to Early Cretaceous syn-metamorphic D3 event of amphibolite facies. D3 is associated with isoclinal folding and intense shearing with an overall top-to-the-S sense of shear, which resulted in a mylonitic shear zone at the contact between the Kerdyllion and Vertiskos Units, with the Vertiskos Unit sandwiched between the rocks of the Kerdyllion Unit and the development of a large-scale sheath fold geometry. This event dominated during the Alpine reworking of the Serbo-Macedonian massif in the study area. This Alpine reworking continues during Eocene times with an ENE-WSW compression D4 event, giving rise to asymmetric to inverted folds, co-axially refolding pre-existing fabrics and structures, whereas D5 describes a N-S compression and belongs to the late-Alpine orogenic processes. Additionally, it seems clear that the long-standing view of the contact between the Vertiskos and Kerdyllion Units being at the roof of the uppermost marbles of the Kerdyllion Unit cannot be further considered as a tectono-stratigraphic fact. In summary, our work strongly suggests that the overall structure and tectono-stratigraphy concerning the Vertiskos and Kerdyllion Units is much more complicated than the view provided by the previous geological maps.

Η χερσόνησος του Άθω αποτελεί το νότιο-ανατολικό τμήμα της ευρύτερης χερσονήσου της Χαλκιδικής στην Κεντρική Μακεδονία, Ελλάδα. Αποτελείται κυρίως από κρυσταλλικά πετρώματα της Σερβο-Μακεδονικής μάζας, η οποία, μαζί με τη μάζα της Ροδόπης, συνιστούν την Ελληνική Ενδοχώρα. Το βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Άθω αποτελείται κυρίως από μάρμαρα, τα οποία αρχικά τοποθετήθηκαν στην Ενότητα των Κερδυλλίων και βιοτιτικούς και διμαρμαρυγιακούς γνευσίους, οι οποίοι επίσης αρχικά θεωρήθηκαν τμήμα της Ενότητας του Βερτίσκου. Και οι δύο ενότητες ανήκουν στη Σέρβο-Μακεδονική μάζα, ενώ η επαφή τους αρχικά θεωρήθηκε ως κανονική. Παρόλα αυτά, αμφιβολίτες και υπερβασικά πετρώματα συνυπάρχουν με τα προαναφερθέντα πετρώματα, καθιστώντας τη γεωλογία της περιοχής και τη σχέση των δύο ενοτήτων πολύ πιο περίπλοκη. Η παρούσα διδακτορική διατριβή παρουσιάζει τα αποτελέσματα μιας λεπτομερούς χαρτογράφησης και τεκτονικής ανάλυσης της Σέρβο-Μακεδονικής μάζας στη χερσόνησο του Άθω. Εμπεριέχει, επίσης, μια συμπληρωματική μελέτη του κρυσταλλογραφικού ιστού μυλονιτικών ζωνών στην επαφή των ενοτήτων του Βερτίσκου και των Κερδυλλίων. Μέσω αυτής της μελέτης, κάποιες χαρτογραφικές μονάδες αναθεωρούνται και ερμηνεύονται εκ νέου. Πιο συγκεκριμένα, καθορίστηκαν οι ακόλουθες χαρτογραφικές μονάδες: μάρμαρα, αμφιβολιτικοί γνεύσιοι, βιοτιτικοί γνεύσιοι και διμαρμαρυγιακοί γνεύσιοι. Τα μάρμαρα, οι αμφιβολιτικοί  γνεύσιοι και οι βιοτιτικοί γνεύσιοι αποτελούν μέρος της Ενότητας των Κερδυλλίων ενώ οι διμαρμαρυγιακοί γνεύσιοι ανήκουν στην Ενότητα του Βερτίσκου. Ανατηκτικά, λευκογνευσιακά σώματα βρέθηκαν εντός της Ενότητας των Κερδυλλίων, ενώ απουσιάζουν από την Ενότητα του Βερτίσκου,  και μπορούν να συσχετιστούν είτε με τους Ανατηξίτες της Ενότητας Κερδυλλίων είτε με τους ανατηξίτες/γρανιτικούς γνευσίους της Ενότητας της Αμμουλιανής. Τα υπερβασικά/βασικά πετρώματα που εκτίθενται στην περιοχή μελέτης θεωρούνται μέρος του Θέρμα-Βόλβη-Γομάτι συμπλέγματος, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί τμήμα ενός Μεσοζωικού ωκεάνιου φλοιού. Από την τεκτονική ανάλυση και τη συσχέτιση με προηγούμενες έρευνες, προέκυψαν πέντε παραμορφωτικά γεγονότα, D1 ως D5, , τα οποία χρονικά εκτείνονται από το προ-Μεσοζωικό ως και το Ανώτερο Ηώκαινο. Τα D1 και D2 τεκμηριώθηκαν μετά δυσκολίας, λόγω της εκτεταμένης επικάλυψης τους από τον κύριο παραμορφωτικό ιστό που χαρακτηρίζει τα πετρώματα της περιοχής μελέτης και αποδίδεται σε ένα συμμεταμορφικό D3 γεγονός, αμφιβολιτικής φάσης, κατά το Άνω Ιουρασικό-Κάτω Κρητιδικό. Το D3 γεγονός σχετίζεται με μια ισοκλινή πτύχωση και μια έντονη διάτμηση με κίνηση προς Ν, η οποία οδήγησε στη γένεση μιας μυλωνιτικής διατμητικής ζώνης στης επαφή των Ενοτήτων Βερτίσκου και Κερδυλλίων και την δημιουργία, παράλληλα, της γεωμετρίας μιας sheath μεγα-πτυχής. Αποτέλεσε το κυρίαρχο παραμορφωτικό γεγονός κατά τον Αλπικό ορογενετικό κύκλο. Αυτός ο Αλπικός ορογενετικός κύκλος συνεχίζεται στην περιοχή μελέτης με το D4 γενονός κατά το Ηώκαινο και σχετίζεται με μια συμπίεση ΑΒΑ-ΔΝΔ διεύθυνσης, δημιουργώντας ασύμμετρες ως ανεστραμμένες πτυχές, οι οποίες επανα-πτυχώνουν ομοαξονικά τους προϋπάρχοντες παραμορφωτικούς ιστούς και τις αντίστοιχες δομές. Το D5 γεγονός περιγράφει μια συμπίεση διεύθυνσης Β-Ν και ανήκει στις ύστερο-Αλπικές ορογενετικές διεργασίες. Επιπλέον, γίνεται ξεκάθαρο ότι η προϋπάρχουσα άποψη της ύπαρξης της επαφής των Ενοτήτων Κερδυλλίων και Βερτίσκου στη οροφή του ανώτερου ορίζοντα των μαρμάρων δεν μπορεί να θεωρείται πλέον δεδομένη, όσον αφορά την τεκτονο-στρωματογραφία της Σέρβο-Μακεδονικής μάζας. Συνοψίζοντας, η παρούσα μελέτη προτείνει μια πολύ πιο περίπλοκη συνολική δομή και τεκτονο-στρωματογραφική διάρθρωση  για τη περιοχή, από αυτήν που υποδείκνυαν προηγούμενοι γεωλογικοί χάρτες.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12481</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11505</identifier>
				<datestamp>2018-11-16T08:32:10Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181105 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Study of dust aerosol-Climate interactions using a regional climate model</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Tsikerdekis, Athanasios</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διδακτορική διατριβή χρησιμοποιήθηκε το κλιματικό μοντέλο περιοχής RegCM4, για τη μελέτη των διάφορων διεργασιών που αφορούν την ατμοσφαιρική σκόνη και το κλίμα. Το RegCM4 περιλαμβάνει ένα λεπτομερές σχήμα εκπομπής, μεταφοράς και εναπόθεσης της σκόνης. Η αξιολόγηση του μοντέλου πραγματοποιείται με τη χρήση διάφορων δεδομένων παρατήρησης από επίγειους σταθμούς, δορυφορικές μετρήσεις και δεδομένα μοντέλων επ-ανάλυσης (LIVAS, CRU, ERA-interim, CERES, TRMM και CMSAF). Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύονται περιγραφικά οι διεργασίες σκόνης που λαμβάνουν μέρος στην ατμόσφαιρα και μια αναλυτική περιγραφή του σχήματος σκόνης που χρησιμοποιεί το RegCM4. Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται παρουσίαση του RegCM4 και δεδομένων παρατηρήσεων και δορυφορικών μετρήσεων. Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει την ευαισθησία του μοντέλου στον αριθμό των ομάδων μεγέθους σκόνης (bin) που χρησιμοποιεί. Η περίοδος αναφοράς είναι μεταξύ 2007 και 2014 και το χωρικό πεδίο ορισμού περιλαμβάνει την Σαχάρα την Μεσόγειο και ένα τμήμα της Ευρώπης. Δύο μέθοδοι διαχωρισμού των ομάδων μεγέθους σκόνης. Η πρώτη προκαθορισμένη μέθοδος του μοντέλου δημιουργεί 4 ομάδες μεγέθους σκόνης, όπου η έκταση κάθε ομάδες ορίζεται ισο-λογαριθμικά χρησιμοποιώντας την διάμετρο των σωματιδίων σκόνης (4bin-isolog). Στην δεύτερη περίπτωση οι ομάδες σκόνης είναι 12 και η έκταση κάθε ομάδας ορίζεται σύμφωνα με την ταχύτητα ξηρής εναπόθεσης των σωματιδίων σκόνης (12bin-isogradient). Η καινούργια μέθοδος διαχωρισμού των ομάδων σκόνης αυξάνει τις συγκεντρώσεις των μεγάλων και μικρών σωματιδίων σκόνης κατά 4% και 3% αντίστοιχα. Επίσης, αυξάνει το οπτικό βάθος της σκόνης κατά 10% πάνω από την Μεσόγειο και την Σαχάρα. Το τέταρτο κεφάλαιο μελετά την μεταφορά σκόνης από την Σαχάρα προς τον Ατλαντικό και την ήπειρο της Αμερικής χρησιμοποιώντας το κλιματικό μοντέλο περιοχής RegCM4 για την περίοδο Δεκέμβριος 2006 με Νοέμβριο 2014. Το μέσο οπτικό βάθος του μοντέλου προσομοιώνεται ικανοποιητικά, με μια μικρή (0.05) υποεκτίμηση/υπερεκτίμηση για το Νότιο και Βόρειο τμήμα του Ατλαντικού ωκεανού αντίστοιχα. Σύμφωνα με το RegCM4 η συνολική εναπόθεση σκόνης για την 8ετή περίοδο εξέτασης είναι 4.3±0.4 Tg·yr-1, 154.5±10.7 Tg·yr-1 και 10.3±0.6  Tg·yr-1 για την λεκάνη του Αμαζονίου, τον Ατλαντικό ωκεανό και την Καραϊβική αντίστοιχα. Η ξηρή εναπόθεση παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Ατλαντικό (88.9%) και την Καραϊβική (85.4%), ενώ η υγρή εναπόθεση είναι αρκετά σημαντική στην λεκάνη του Αμαζονίου (67.4%). Η τρίτη ενότητα αποτελεσμάτων εξετάζει την άμεση και ήμι-άμεση επιρροή της σκόνης στην ακτινοβολία πάνω από την Μεσόγειο, την Σαχάρα και την Σαχέλ για την πρώτη (1999-01-01 εώς 2009-11-30) και την τελευταία (2089-01-01 to 2099-11-30) δεκαετία του 21ου αιώνα. Η μελλοντική κλιματική αλλαγή προσομοιώνεται σύμφωνα με το σενάριο εκπομπών θερμοκηπικών αερίων RCP 4.5. Η άμεση επίδραση της σκόνης στην ακτινοβολία είναι ισχυρότερη από την ήμι-άμεση την ψυχρή και την θερμή περίοδο του έτους, αν και κατά την διάρκεια του καλοκαιριού η ήμι-άμεση επιρροή της σκόνης στην μεγάλου μήκους ακτινοβολίας φτάνει το 50% πάνω ορισμένες περιοχές της ερήμου. Στην μελλοντική δεκαετία οι συγκεντρώσεις της σκόνης και η επίδραση της στην ακτινοβολία, την θερμοκρασία και τα νέφη ενισχύεται. Επίσης, η επίδραση της σκόνης στις μελλοντικές κλιματικές προβολές μειώνει την άνοδο της θερμοκρασία λόγω κλιματικής αλλαγής κατά 0.3°C πάνω από την Σαχέλ και την ενισχύει κατά 0.2°C πάνω από την ευρύτερη περιοχή της Σαχάρας.

This PhD dissertation investigates various dust-climate intertwined processes using a regional climate model (RegCM4) that includes a detailed online dust production-transport-deposition scheme. The evaluation of the model is conducted using numerous ground-based gridded observational, satellite-derived and re-analysis datasets such as LIVAS, CRU, ERA-interim, CERES, TRMM and CMSAF. In the first one an encyclopedic description of dust related processes (emission, transport, deposition) is given followed by an analytical description of the online dust scheme of RegCM4. The second chapter describes the observational and modeling datasets used. In the third chapter the sensitivity of dust bin size discretization in the regional climate model RegCM4 for the period 2007-2014 over the Sahara and the Mediterranean is investigated. Two discretization methods of the dust size distribution are applied, keeping the total mass constant: 1) the default RegCM4 4-bin approach, where the size range of each bin is calculated using an equal, logarithmic separation of the total size range of dust, using the diameter of dust particles and 2) a newly implemented 12-bin approach with each bin defined according to an isogradient method where the size ranges are dependent on the dry deposition velocity of dust particles. The new dust binning approach increases the dust column burden by 4% and 3% for fine and coarse particles respectively, which increases DOD by 10% over the desert and the Mediterranean. In the fourth chapter the westward Trans-Atlantic transport of dust from the Sahara towards the South and Central America is simulated using the regional climate model RegCM4 for the period December 2006 to November 2014. According to RegCM4 the total dust deposition for the examined 8 year period is 4.3±0.4 Tg·yr-1, 154.5±10.7 Tg·yr-1 and 10.3±0.6 Tg·yr-1 for the Amazon basin, the Atlantic ocean and the Caribbean respectively. Dry deposition is the dominant deposition process in the Atlantic accounting for 88.9% of the total deposition in contrast to Caribbean where wet deposition accounts for 85.4%. In the Amazon basin dry deposition takes up to 67.4% of total deposition. In the fifth chapter the radiative direct and semi-direct effect of dust is explored using the regional climate model RegCM4 over the Mediterranean, Sahara and Sahel. The simulations cover a historical decade which spans from 1999-01-01 to 2009-11-30 and a future decade that ranges from 2089-01-01 to 2099-11-30. The future atmospheric climate changes are driven by the Representative Concentration Pathway 4.5 (RCP4.5). The results for the historical period show that the direct RE of dust dominates in comparison to the semi-direct RE in both winter and summer, although during summer the semi-direct effect in the longwave spectrum accounts for almost 50% of total radiative effect over some parts of the desert. In the future period the dust concentration are spatially similar to the historical period but enhanced over the desert (+8%). When dust is radiatively active in a future climate simulation it can decrease the summer daily maximum temperature by 0.3°C over Sahel and increase it locally in eastern Sahara and western Sahel up to 0.2°C.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-05 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11505</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2017</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2017 Grey literature at Theophrastus Library. School of Geology, AUTh</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12928</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Γένεση των κοιτασμάτων παλυγκορσκίτη – σμεκτίτη στην ευρύτερη περιοχή Γρεβενών Κοζάνης = Genesis of the palygorskite-smectite deposits in the wider area of Grevena-Kozani.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μυτιγλάκη, Χριστίνα Ιωάννης</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Ορυκτολογίας - Πετρολογίας - Κοιτασματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής είναι η διερεύνηση του μηχανισμού γένεσης των κοιτασμάτων παλυγκορσκίτη-σμεκτίτη στην λεκάνη των Βεντζίων, της περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, μεταξύ των νομών Γρεβενών–Κοζάνης. Συνολικά, λήφθηκαν 81 δείγματα από την υπαίθρια δειγματοληψία και από δύο πυρηνοληπτικές γεωτρήσεις, από τις θέσεις/ορυχεία Πευκάκι, Πυλωροί και Χαραμή. Η δειγματοληψία έγινε σε επιλεγμένες τομές από τη περιφέρεια της λεκάνης προς το κέντρο της, με στόχο την αποτελεσματικότερη και ακριβέστερη επιλογή δειγμάτων από όλες τις πλευρές προς το κέντρο της λεκάνης. Τα υπαίθρια δείγματα και οι γεωτρήσεις πάρθηκαν από τα υπό-εκμετάλλευση ορυχεία της ΓΕΩΕΛΛΑΣ-Α.Ε. κατόπιν σχετικής άδειας, αλλά και περιμετρικά αυτών, όπου κρίθηκε απαραίτητο. Τα δείγματα υποβλήθηκαν σε λιθολογική και κοκκομετρική ανάλυση. Συγκεκριμένα, στο κλάσμα &lt;2mm εφαρμόσθηκε η μέθοδος της διάθλασης ακτίνων-laser. Από τα αποτελέσματα της κοκκομετρικής ανάλυσης παρατηρείται ότι στα δείγματα επικρατεί το κλάσμα της ιλύος, έπειτα η άμμος και τελευταία η άργιλος. Η ορυκτολογική ανάλυση των ολικών δειγμάτων πραγματοποιήθηκε με χρήση περιθλασιμετρίας ακτίνων-Χ(XRD). H ορυκτολογία των αργιλικών ορυκτών προσδιορίστηκε από προσανατολισμένα, γλυκοποιημένα και πυρωμένα παρασκευάσματα αντίστοιχα με τη χρήση περιθλασιμετρίας ακτίνων-Χ(XRD). Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ορυκτολογικών φάσεων πραγματοποιήθηκε με χρήση της μεθόδου των εξωτερικών προτύπων. Παρασκευάστηκαν πέντε εξωτερικά πρότυπα παλυγκορσκίτη-σμεκτίτη-σερπεντίνη-χαλαζία, καθώς και έξι εξωτερικά πρότυπα με τη συμμετοχή παλυγκορσκίτη-σμεκτίτη-ασβεστίτη και παλυγκορσκίτη-σμεκτίτη-δολομίτη σε συγκεκριμένες αναλογίες. Ο προσδιορισμός της χημικής σύστασης των ολικών δειγμάτων πραγματοποιήθηκε σε πιστοποιημένο εργαστήριο του εξωτερικού. Ο προσδιορισμός της χημικής σύστασης του αργιλικού κλάσματος(&lt;2μm) των δειγμάτων, πραγματοποιήθηκε με χρήση φορητής συσκευής(pXRF). Από τα αποτελέσματα των ορυκτολογικών και χημικών αναλύσεων προκύπτει η εμφανής επιρροή των υπερβασικών πετρωμάτων αλλά και των σχηματισμών της Μεσοελληνικής αύλακας στα κλαστικά υλικά των λεκανών απόθεσης. Για το προσδιορισμό της μορφολογίας και της ορυκτοχημείας των αργιλικών δειγμάτων(&lt;2μm), επιλέχθηκαν πλούσια σε παλυγκορσκίτη, πλούσια σε σμεκτίτη και μικτά δείγματα από τις τρείς θέσεις/ορυχεία. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σάρωσης δέσμης ιόντων(FESEM-EDS). Παράλληλα, αντιπροσωπευτικό μικτό δείγμα με μέγεθος κόκκων&lt;2μm, μελετήθηκε με ηλεκτρονική μικροσκοπία διερχόμενης δέσμης ηλεκτρονίων(ΤΕΜ), ώστε να εντοπιστούν οι διαγενετικές ή άλλης μορφής σχέσεις μεταξύ των κρυστάλλων παλυγκορσκίτη-σμεκτίτη. Επίσης, για την αξιολόγηση της διαγένεσης των εξεταζόμενων ιζηματογενών σχηματισμών, προσδιορίστηκαν τα ισότοπα δC13 και δO18, σε επιλεγμένους κόκκους δευτερογενών ανθρακικών ορυκτών (ασβεστίτη, δολομίτη ή/και αραγωνίτη), οι οποίοι απομονώθηκαν από τα εξεταζόμενα δείγματα. Τέλος εφαρμόστηκε σε αντιπροσωπευτικά πλούσια σε σμεκτίτη, παλυγκορσκίτη και μικτά δείγματα φασματοσκοπία υπέρυθρου για τον ακριβή προσδιορισμό του δι-ή τρι-οκταεδρικού τους χαρακτήρα. Τα αποτελέσματα της ορυκτοχημείας φανέρωσαν τη στενή γεωχημική σχέση του σμεκτίτη και του παλυγκορσκίτη. Ο χημικός τύπος του σμεκτίτη βρέθηκε να είναι:[Na(0,000-0,425)Ca(0,000-0,142)K(0,000-0,036)][Ti(0,023-0,770)AlVI(0,251-1,195)Fe2+(0,481-0,770)Mg(0,588-1,508)][Si(3,960-3,981)AlIV(0,019-0,040)]4O20(OH)2 ενώ του παλυγκορσκίτη:[Na(0,297-2,848)K(0,000-0,004)][Ca(0,141-0,844)AlVI(0,250-0,745)Fe2+(0.254-0,676)Mg(1,633-3,022)][Si(7,932-7,989)AlIV(0,011-0,068)]8O20(OH). Οι εικόνες της ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σάρωσης και ηλεκτρονικής μικροσκοπίας διέλευσης, δείχνουν την άμεση γενετική προέλευση του παλυγκορσκίτη από τον σμεκτίτη. Από τα αποτελέσματα της φασματοσκοπίας υπερύθρου προκύπτει πως ο παλυγκορσκίτης παρουσιάζει δι-τρι-οκταεδρικό χαρακτήρα ενώ ο σμεκτίτης χαρακτηρίζεται ως δι-οκταεδρικός. Τέλος μέσω των αποτελεσμάτων των ισοτόπων C13καιO18 προκύπτει πως το παλαιοπεριβάλλον της περιοχής μελέτης χαρακτηρίζεται από εναλλαγές θερμών και υγρών εποχών με ξηρές-ημίξερες περιόδους. Συνολικά, τα αποτελέσματα της μελέτης υποδεικνύουν ένα μεταβατικό περιβάλλον απόθεσης και συγκεκριμένα ενός απομακρυσμένου αλλουβιακού ριπιδίου–αλκαλικής λίμνης (περιθώρια της λίμνης).

The subject of the doctoral thesis is the investigation of the genesis mechanism of palygorskite-smectite deposits in the Ventzia basin, located in the Western Macedonia region, between the prefectures of Grevena and Kozani. In total, 81 samples were collected, including samples from fieldwork and two core drillings from the Pefkaki, Piloroi, and Harami mine/sites. Sampling was conducted in a manner that allowed for the most effective and precise selection of samples from all sides toward the center of the basin. Field samples and drillings were obtained from GEOELLAS-S.A. mines, with the necessary permits, and also from their peripheral areas, as deemed necessary.The samples underwent lithological and granulometric analysis. Specifically, the laser diffraction method was applied to the&lt;2mm fraction. The results of the granulometric analysis indicate that the samples are primarily composed of silt, followed by sand, and clay as the least dominant component.Mineralogical analysis of the total samples was conducted using X-ray diffraction(XRD). The mineralogy of the clay minerals was determined through oriented, glycolated, and heated samples using XRD. The quantitative determination of mineral phases was performed using the method of the external standards. Five external standards were prepared with the participation of palygorskite-smectite-serpentinite-quartz, as well as six external standards with the participation of palygorskite-smectite-calcite and palygorskite-smectite-dolomite in specific ratios. The chemical composition of the bulk samples was determined in a certified laboratory abroad. The determination of the chemical composition of the clay fraction(&lt;2μm) of the samples was performed using a portable X-ray fluorescence device(pXRF). The results of mineralogical and chemical analyses reveal a clear influence of ultramafic rocks and formations of the Mesohellenic Trough on the clastic materials of the deposition basins.To detect the morphology and mineralogy of the clay samples(&lt;2μm), samples rich in palygorskite, rich in smectite, and mixed samples from the three locations/mines were selected. The analysis was conducted using field emission scanning electron microscopy(FESEM-EDS). A representative mixed sample with grain size&lt;2μm, was studied using transmission electron microscopy(TEM) in order to identify genetic or other relationships between palygorskite-smectite crystals. To evaluate the diagenesis of the examined sedimentary formations, the δC13and δO18 isotopes were determined in selected grains of secondary carbonate minerals (calcite,dolomite,and/or aragonite) that were isolated from the examined samples.Fourier-Transform-Infrared-Spectroscopy (FTIR) was applied to representative samples rich in smectite, palygorskite, and mixed samples for the precise determination of their di-or trioctahedral character. The results of the mineralogical analysis indicate a close geochemical relationship between smectite and palygorskite. The chemical formula of smectite was found to be:[Na(0,000-0,425)Ca(0,000-0,142)K(0,000-0,036)][Ti(0,023-0,770)AlVI(0,251-1,195)Fe2+(0,481-0,770)Mg(0,588-1,508)][Si(3,960-3,981)AlIV(0,019-0,040)]4O20(OH)2, while that of palygorskite is:[Na(0,297-2,848)K(0,000-0,004)][Ca(0,141-0,844)AlVI(0,250-0,745)Fe2+(0,254-0,676)Mg(1,633-3,022)][Si(7,932-7,989)AlIV(0,011-0,068)]8O20(OH). Scanning and transmission electron microscopy images demonstrate the direct genetic origin of smectite from palygorskite. The FTIR results reveal that palygorskite exhibits both di-tri-octahedral character, while smectite is characterized as di-octahedral. Finally, the results of the C13and O18 isotopes indicate that the paleoenvironment conditions of the study area is characterized by alternating warm and wet periods with dry to semi-arid periods.Finally, the depositional environment is characterized as a distall lower fan–lacustrine margin(of an alkaline lake).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12928</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2023 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12806</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220608 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Δυνητικότητα εφαρμογής προγραμμάτων αύξησης βροχής στην περιοχή της Κύπρου = Potentiality of rain enhancement programs in the area of Cyprus.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μούσκος, Παναγιώτης Χαράλαμπος</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Ο στόχος αυτής της διατριβής ήταν να διερευνηθεί κατά πόσον η περιοχή της Κύπρου προσφέρεται για την εφαρμογή προγραμμάτων τροποποίησης καιρού με στόχο την αύξηση της βροχόπτωσης. Αρχικά αναφέρονται γενικά και κλιματολογικά στοιχεία για την περιοχή ενδιαφέροντος και στη συνέχεια γίνεται μια ιστορική αναφορά στις φυσικές έννοιες της σποράς νεφών για την αύξηση της βροχόπτωσης καθώς και σε προγράμματα στατικού και δυναμικού τρόπου σποράς νεφών, τα οποία διενεργήθηκαν σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, ώστε να βρεθεί η επίδραση της τροποποίησης στα νέφη και στην βροχόπτωση που παράγουν. Ακολούθως εξετάζονται οι συνθήκες ξηρασίας μέσω του δείκτη PDSI με δεδομένα από έξι σταθμούς σε παραθαλάσσιες, πεδινές και ορεινές περιοχές της Κύπρου και υπολογίζεται η τιμή του δείκτη PDSI για τον κάθε ένα από αυτούς. Η τάση του δείκτη στους πλείστους σταθμούς εμφανίζεται να τείνει προς ελαφρώς πιο ξηρές μελλοντικές καταστάσεις, κάτι που είναι σε συμφωνία με τις περισσότερες εκτιμήσεις για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Στη συνέχεια γίνεται μια ανάλυση και ταξινόμηση για δέκα χρόνια (2000-2009) των συνοπτικών τύπων κυκλοφορίας που επηρέασαν την περιοχή και χαρακτηρίζονται από ασταθείς καιρικές συνθήκες. Επίσης γίνεται σύνδεση τους με την βροχόπτωση που καταγράφηκε σε 37 σταθμούς και την εμφάνιση νεφών έντονης κατακόρυφης ανάπτυξης και καταιγίδων όταν η περιοχή επηρεαζόταν από ένα από τους επτά τύπους κυκλοφορίας. Τα δεδομένα της βροχόπτωσης χρησιμοποιήθηκαν και για τον υπολογισμό μιας συνάρτησης η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προγνωστικό εργαλείο. Μέσω της μεθόδου πολλαπλής παλινδρόμησης κατασκευάστηκε μια συνάρτηση εκτίμησης της βροχόπτωσης για τον κάθε τύπο ξεχωριστά. Τα συμπεράσματα της μελέτης δείχνουν ένα πρόγραμμα τροποποίησης καιρού μπορεί να εφαρμοστεί, έστω και δοκιμαστικά, καθώς η περιοχή επηρεάζεται από συστήματα που έχουν τη δυνατότητα να δώσουν βροχές, περίπου στις μισές μέρες του έτους. Παρόλα αυτά, η εφαρμογή ενός προγράμματος θα πρέπει πρώτα να αναλυθεί τεχνοοικονομικά, ώστε να αποδειχθεί ότι τα πολλά οφέλη της βροχής μπορούν να ληφθούν με επιτρεπτό κόστος.

The purpose of this thesis was to investigate whether the area of Cyprus has the potentiality for the application of weather modification programs for rain enhancement. At first an introduction to the area of interest is being made including some climatological data and then follows a historical report for the physical hypotheses of cloud seeding as well as a listing of several experiments of static and dynamic seeding mode, that were conducted in various areas of the planet to find the effect of weather modification on clouds and their production of rainfall. An investigation of drought conditions follows, with the application of the PDSI index for six stations over coastal, lowland and mountainous areas of Cyprus and a calculation for each one of them is being made. The index trend for the future for most of them, appears to be towards mild drought conditions, a result that is in accordance with most of the estimations for the area of the Eastern Mediterranean. A ten-year period (2000-2009) is being examined for the synoptic circulation types that are characterized from unstable weather conditions and that affected the area. A classification of the types is constructed and also a correlation with the rainfall from 37 meteorological stations as well as the convective activity for each type is presented. The rainfall data were used for the development of a formula that could be used as a forecasting tool. The multiple regression method is applied and formulas that estimate the expected rain is developed for each one of the synoptic types. It is concluded that a rain enhancement program could experimentally be applied, since the area of interest is being affected with systems that have the potential of producing rain for almost half of the days in a year. Nevertheless, such an application should primarily be examined techno-economically so that the benefits of rain come at an affordable cost.

</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12806</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12444</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Atmospheric dispersion of particles and their chemical and mineralogical analysis in the greater area of Thessaloniki = Ατμοσφαιρική διασπορά σωματιδίων και χημική, ορυκτολογική ανάλυση τους στην ευθύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Kollias, Panagiotis S.</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The present thesis analyses the impact of atmospheric particles dispersion and their chemical and mineralogical analysis in the wider area of Thessaloniki during 2012-2013. Falling dust samples were collected at street-level and rooftop building level, from three selected sampling sites located East (Kalamaria District-multi-storey building), Central (Aristotle University- building roof of the Faculty of Sciences), and West near Thessaloniki’s Seaport (multi-storey parking lot station). Sampling was conducted for a one year period (2012-13), according to prevailing meteorological conditions such as wind speed and precipitation. From each sample 50-150 g of powder was collected, wiping a total area of 1m2 using sterilized collectible instruments. The samples were dried in an oven at 35 °C for 3 days. After that they were passed through a bronchi sieve section of 63mm and received the fraction diameter &lt;63 μm for further investigation. The evaluation of the mineralogical composition of the samples was conducted by the method of X-ray diffractoληψηmetry (XRD) while the study of the morphology and chemistry of the dust grains was performed by the method of electron microscopy. Impact of uncontrolled emissions of burning of biomass for residential heating in the atmosphere of the city of Thessaloniki during December 2012 was examined and indicated impact in the atmosphere of Thessaloniki with pollutants of organic origin. This with favoring meteorological conditions, attributed to the extensive and uncontrolled burning of biomass for domestic heating. Additionally seasonal variations of the mineralogical composition and the organic matter content of falling dust in Thessaloniki during 2012-13 was examined and indicated that it mainly consists of inorganic origin components from the corrosληψηion of building materials without excluding material contribution from air suspending fumes, while calcite and quartz were the major inorganic crystalline phase determined, with the latter being potentially dangerous for public health. Increase in the organic load of dust samples had been observed for winter 2012-13 compared to the other seasonal sampling periods and to previous winter and autumn monthly periods due to the extensive and uncontrolled burning of biomass for domestic heating as a consequence of the economic crisis in Greece and the high value of petroleum fuel during this period. Finally it was decided to group the samples that were deposited under dry conditions that mediated between 2 rain episodes to 14 bulk samples for sampling location Kalamaria in the east part of Thessaloniki, 18 bulk samples for sampling location AUTH campus in the center part of Thessaloniki, and 16 bulk samples for sampling location PORT in the west part of Thessaloniki, a total of 48 samples that we chemically and mineralogical analyzed. The chemical analysis of the analyzed (48) trace elements indicated increased levels of toxic metals such as As, Zn, Mn, Co, Cr, Cu, Ba, Br, Hg, Mn, Ni, Pb, Sb, Tl etc. which favored by the meteorological conditions, resulted in augmented air pollution levels. In order to identify possible emitting sources and to verify at what content, external parameters affected the pollution levels, of our study areas examined dust samples, we implemented for selected dates of increased heavy metals concentrations the FLEXible PARTicle dispersion model, Flexpart-WRF with grid spacing of 0.6 km x 0.6 km running backwards for the three sampling locations and forward for the possible industrial emitting sites. Augmenting its performance with high resolution data feedback from the non-hydrostatic mesoscale numerical meteorological model Weather Research and Forecasting Model (WRF) ruining at high analysis of 0.6 km x 0.6 km (with the advanced research dynamic solver-AWR) and with analysis data from the European Centre for Medium-Range Weather Forecasts (ECMWF). The visualization of our simulations for the three selected sampling sites located west, central and east indicated a direct effect of dispersion. Originating from possible emitting sites located west and north at industrial areas of the city resulting to the increased levels of toxic pollutants from our chemical analyses, apart from other anthropogenic and natural parameters (wear from pavements, vehicle tyres and braking systems).

Η παρούσα διατριβή αναλύει την επίδραση της διασποράς των ατμοσφαιρικών σωματιδίων και τη χημική και ορυκτολογική τους ανάλυση στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο 2012-2013. Συλλέχθηκαν δείγματα πίπτουσας σκόνης σε επίπεδο δρόμου και οροφής κτιρίου, από τρεις επιλεγμένες τοποθεσίες δειγματοληψίας ανατολικά (πολυώροφο κτίριο περιοχή Καλαμαριάς), κεντρικά (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο - στέγη κτηρίου της Σχολής Θετικών Επιστημών) και δυτικά κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (πολυώροφος χώρος στάθμευσης). Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε για περίοδο ενός έτους (2012-13), σύμφωνα με τις επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες, όπως η ταχύτητα του ανέμου και η βροχόπτωση. Από κάθε δείγμα συλλέχθηκαν 50-150 g σκόνης, σκουπίζοντας συνολική επιφάνεια 1 m2 χρησιμοποιώντας αποστειρωμένα όργανα συλλογής. Τα δείγματα ξηράνθηκαν σε φούρνο στους 35 ° C για 3 ημέρες. Στη συνέχεια διήλθαν από κόσκινο διατομής βρογχίδας 63μm και παραλήφθηκε το κλάσμα διαμέτρου &lt;63μm για περαιτέρω έρευνα. Η αξιολόγηση της ορυκτολογικής σύστασης των δειγμάτων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της περιθλασιμετρίας ακτίνων Χ (XRD), ενώ η μελέτη της μορφολογίας και της χημείας των κόκκων σκόνης πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο ηλεκτρονικής μικροσκοπίας. Οι ανεξέλεγκτες εκπομπές καύσης βιομάζας για οικιακή θέρμανση στην ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 2012 εξετάστηκαν και εμφάνισαν επιπτώσεις με ρύπους οργανικής προέλευσης. Αυτό με συνεπικουρία των ευνοϊκών μετεωρολογικών συνθηκών, αποδίδεται στην εκτεταμένη και ανεξέλεγκτη καύση βιομάζας για οικιακή θέρμανση. Επιπλέον, εξετάστηκαν εποχιακές διακυμάνσεις της ορυκτολογικής σύνθεσης και του περιεχομένου οργανικής ύλης της πίπτουσας σκόνης στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του 2012-13 και έδειξαν ότι αποτελείται κυρίως από ανόργανα συστατικά προέλευσης από τη διάβρωση των δομικών υλικών χωρίς να αποκλείεται η συνεισφορά αέριων ρύπων ενώ ο ασβεστίτης και ο χαλαζίας ήταν η κύρια ανόργανη κρυσταλλική φάση που προσδιορίστηκε με την τελευταία να είναι δυνητικά επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία.  Αύξηση του οργανικού φορτίου των δειγμάτων σκόνης παρατηρήθηκε κατά τη χειμερινή περίοδο του 2012-13 σε σύγκριση με τις άλλες εποχιακές περιόδους δειγματοληψίας και με προηγούμενες μηνιαίες περιόδους( χειμώνα και φθινοπώρου) λόγω της εκτεταμένης και ανεξέλεγκτης καύσης βιομάζας για οικιακή θέρμανση ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και της υψηλής αξίας των τιμών καυσίμου (πετρελαίου) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Τέλος, αποφασίστηκε η ομαδοποίηση των δειγμάτων που εναποτέθηκαν υπό ξηρές συνθήκες που μεσολαβούσαν μεταξύ 2 επεισοδίων βροχόπτωσης, σε 14 δείγματα για  την περιοχή δειγματοληψίας στην Καλαμαριά στο ανατολικό τμήμα της Θεσσαλονίκης, 18 δείγματα για  την περιοχή δειγματοληψίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης  στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, και 16 δείγματα για  την περιοχή δειγματοληψίας στην  περιοχή κοντά στο λιμάνι στο δυτικό τμήμα της Θεσσαλονίκης. Συνολικά 48 δείγματα αναλύθηκαν χημικά και ορυκτολογικά. Η χημική ανάλυση των αναλυθέντων (48) ιχνοστοιχείων έδειξε αυξημένα επίπεδα συγκέντρωσης βαρέων μετάλλων όπως As, Zn, Mn, Co, Cr, Cu, Ba, Br, Hg, Mn, Ni, Pb, Sb, Tl κ.λπ. που με την εύνοια των μετεωρολογικών συνήθων εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Προκειμένου να εντοπίσουμε πιθανές πηγές εκπομπών και να επαληθεύσουμε σε τι βαθμό εξωτερικές παράμετροι επηρέασαν τα επίπεδα ρύπανσης των περιοχών μελέτης που εξετάσαμε τα δείγματα σκόνης, εφαρμόσαμε για επιλεγμένες ημερομηνίες, όπου είχαμε αυξημένες συγκεντρώσεων βαρέων μετάλλων, το λαγκρατζιανό μοντέλο ατμοσφαιρικής  διασποράς Flexpart-WRF με ανάλυση πλέγματος 0,6 χμ. x 0,6 χμ. με εμπρόσθια χρονικά προσομοίωση για τις εν δυνάμει εκπομπές βιομηχανικών περιοχών που βρίσκονται βόρεια και δυτικά και οπισθόδρομη προσομοίωση για τις τρείς περιοχές της δειγματοληψίας μας. Για να ενισχύσουμε την απόδοσή του, έγινε τροφοδότηση δεδομένων υψηλής ανάλυσης, από το μη υδροστατικό αριθμητικό μετεωρολογικό μοντέλο μεσαίας κλίμακα WRF, που τρέχει σε υψηλή ανάλυση 0,6 km x 0,6 km με δεδομένα ανάλυσης από το ευρωπαϊκό κέντρο μετεωρολογικών προβλέψεων μεσαίας κλίμακας ECMWF. Η οπτικοποίηση των προσομοιώσεών μας για τις τρεις επιλεγμένες τοποθεσίες δειγματοληψίας, που βρίσκονται δυτικά, κεντρικά και ανατολικά έδειξαν μια άμεση επίδραση διασποράς όπου φαίνεται να προέρχεται από εν δυνάμει εκπομπές περιοχών που βρίσκονται δυτικά και βόρεια σε βιομηχανικές περιοχές της πόλης. Αυτό ενισχύει το αποτέλεσμα πιθανής συνεισφοράς  των περιοχών αυτών στα αυξημένα επίπεδα τοξικών ρύπων που πήραμε από τις χημικές μας αναλύσεις, πέρα από άλλες ανθρωπογενείς και φυσικές παραμέτρους (φθορά δρόμων, δομικών υλικών, πέδησης οχημάτων κλπ.) που είχαν επιδράσει στην ενίσχυση αυτή.
Η παρούσα διατριβή αναλύει την επίδραση της διασποράς των ατμοσφαιρικών σωματιδίων και τη χημική και ορυκτολογική τους ανάλυση στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο 2012-2013. Συλλέχθηκαν δείγματα πίπτουσας σκόνης σε επίπεδο δρόμου και οροφής κτιρίου, από τρεις επιλεγμένες τοποθεσίες δειγματοληψίας ανατολικά (πολυώροφο κτίριο περιοχή Καλαμαριάς), κεντρικά (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο - στέγη κτηρίου της Σχολής Θετικών Επιστημών) και δυτικά κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (πολυώροφος χώρος στάθμευσης). Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε για περίοδο ενός έτους (2012-13), σύμφωνα με τις επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες, όπως η ταχύτητα του ανέμου και η βροχόπτωση. Από κάθε δείγμα συλλέχθηκαν 50-150 g σκόνης, σκουπίζοντας συνολική επιφάνεια 1 m2 χρησιμοποιώντας αποστειρωμένα όργανα συλλογής. Τα δείγματα ξηράνθηκαν σε φούρνο στους 35 ° C για 3 ημέρες. Στη συνέχεια διήλθαν από κόσκινο διατομής βρογχίδας 63μm και παραλήφθηκε το κλάσμα διαμέτρου &lt;63μm για περαιτέρω έρευνα. Η αξιολόγηση της ορυκτολογικής σύστασης των δειγμάτων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της περιθλασιμετρίας ακτίνων Χ (XRD), ενώ η μελέτη της μορφολογίας και της χημείας των κόκκων σκόνης πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο ηλεκτρονικής μικροσκοπίας. Οι ανεξέλεγκτες εκπομπές καύσης βιομάζας για οικιακή θέρμανση στην ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 2012 εξετάστηκαν και εμφάνισαν επιπτώσεις με ρύπους οργανικής προέλευσης. Αυτό με συνεπικουρία των ευνοϊκών μετεωρολογικών συνθηκών, αποδίδεται στην εκτεταμένη και ανεξέλεγκτη καύση βιομάζας για οικιακή θέρμανση. Επιπλέον, εξετάστηκαν εποχιακές διακυμάνσεις της ορυκτολογικής σύνθεσης και του περιεχομένου οργανικής ύλης της πίπτουσας σκόνης στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του 2012-13 και έδειξαν ότι αποτελείται κυρίως από ανόργανα συστατικά προέλευσης από τη διάβρωση των δομικών υλικών χωρίς να αποκλείεται η συνεισφορά αέριων ρύπων ενώ ο ασβεστίτης και ο χαλαζίας ήταν η κύρια ανόργανη κρυσταλλική φάση που προσδιορίστηκε με την τελευταία να είναι δυνητικά επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία.  Αύξηση του οργανικού φορτίου των δειγμάτων σκόνης παρατηρήθηκε κατά τη χειμερινή περίοδο του 2012-13 σε σύγκριση με τις άλλες εποχιακές περιόδους δειγματοληψίας και με προηγούμενες μηνιαίες περιόδους( χειμώνα και φθινοπώρου) λόγω της εκτεταμένης και ανεξέλεγκτης καύσης βιομάζας για οικιακή θέρμανση ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και της υψηλής αξίας των τιμών καυσίμου (πετρελαίου) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Τέλος, αποφασίστηκε η ομαδοποίηση των δειγμάτων που εναποτέθηκαν υπό ξηρές συνθήκες που μεσολαβούσαν μεταξύ 2 επεισοδίων βροχόπτωσης, σε 14 δείγματα για  την περιοχή δειγματοληψίας στην Καλαμαριά στο ανατολικό τμήμα της Θεσσαλονίκης, 18 δείγματα για  την περιοχή δειγματοληψίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης  στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, και 16 δείγματα για  την περιοχή δειγματοληψίας στην  περιοχή κοντά στο λιμάνι στο δυτικό τμήμα της Θεσσαλονίκης. Συνολικά 48 δείγματα αναλύθηκαν χημικά και ορυκτολογικά. Η χημική ανάλυση των αναλυθέντων (48) ιχνοστοιχείων έδειξε αυξημένα επίπεδα συγκέντρωσης βαρέων μετάλλων όπως As, Zn, Mn, Co, Cr, Cu, Ba, Br, Hg, Mn, Ni, Pb, Sb, Tl κ.λπ. που με την εύνοια των μετεωρολογικών συνήθων εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Προκειμένου να εντοπίσουμε πιθανές πηγές εκπομπών και να επαληθεύσουμε σε τι βαθμό εξωτερικές παράμετροι επηρέασαν τα επίπεδα ρύπανσης των περιοχών μελέτης που εξετάσαμε τα δείγματα σκόνης, εφαρμόσαμε για επιλεγμένες ημερομηνίες, όπου είχαμε αυξημένες συγκεντρώσεων βαρέων μετάλλων, το λαγκρατζιανό μοντέλο ατμοσφαιρικής  διασποράς Flexpart-WRF με ανάλυση πλέγματος 0,6 χμ. x 0,6 χμ. με εμπρόσθια χρονικά προσομοίωση για τις εν δυνάμει εκπομπές βιομηχανικών περιοχών που βρίσκονται βόρεια και δυτικά και οπισθόδρομη προσομοίωση για τις τρείς περιοχές της δειγματοληψίας μας. Για να ενισχύσουμε την απόδοσή του, έγινε τροφοδότηση δεδομένων υψηλής ανάλυσης, από το μη υδροστατικό αριθμητικό μετεωρολογικό μοντέλο μεσαίας κλίμακα WRF, που τρέχει σε υψηλή ανάλυση 0,6 km x 0,6 km με δεδομένα ανάλυσης από το ευρωπαϊκό κέντρο μετεωρολογικών προβλέψεων μεσαίας κλίμακας ECMWF. Η οπτικοποίηση των προσομοιώσεών μας για τις τρεις επιλεγμένες τοποθεσίες δειγματοληψίας, που βρίσκονται δυτικά, κεντρικά και ανατολικά έδειξαν μια άμεση επίδραση διασποράς όπου φαίνεται να προέρχεται από εν δυνάμει εκπομπές περιοχών που βρίσκονται δυτικά και βόρεια σε βιομηχανικές περιοχές της πόλης. Αυτό ενισχύει το αποτέλεσμα πιθανής συνεισφοράς  των περιοχών αυτών στα αυξημένα επίπεδα τοξικών ρύπων που πήραμε από τις χημικές μας αναλύσεις, πέρα από άλλες ανθρωπογενείς και φυσικές παραμέτρους (φθορά δρόμων, δομικών υλικών, πέδησης οχημάτων κλπ.) που είχαν επιδράσει στην ενίσχυση αυτή.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12444</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12641</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:47Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Διερεύνηση της γεωλογικής δομής και της τεκτονικής παραμόρφωσης της Σερβομακεδονικής Μάζας στα όρη των Κερδυλλίων και Βερτίσκου (Βόρεια Ελλάδα) = Geology and deformation of the Serbomacedonian massif in the Kerdyllion and Vertiskos Mts. (Northern Greece).</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Πλούγαρλης, Αναστάσιος Πέτρος</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η περιοχή έρευνας εντοπίζεται στη βόρεια Ελλάδα και περιλαμβάνει τους ορεινούς όγκους Βερτίσκου και Κερδύλιον. Γεωτεκτονικά εντοπίζεται στην Σερβομακεδονική Μάζα της Ελληνικής Ενδοχώρας και ειδικότερα στην περιοχή όπου διέρχεται των όριο των δύο ενοτήτων της, Ενότητες Βερτίσκου και Κερδυλλίων. Τις τελευταίες δεκαετίες γίνεται μια προσπάθεια αναθεώρησης του χώρου της Ελληνικής Ενδοχώρας βασιζόμενη σε εργαστηριακά αποτελέσματα όπως γεωχημικές αναλύσεις, ραδιοχρονολογήσεις κ.ά. ενώ η κλασική γεωλογία πεδίου φαίνεται ως ακόλουθος αυτής της προσπάθειας. Η παρούσα διδακτορική διατριβή στοχεύει στην λεπτομερή τεκτονοστρωματογραφική διάρθρωση και παραμορφωτική εξέλιξη αυτής της ιδιαίτερα σημαντικής περιοχής, στο όριο των ενοτήτων της Σερβομακεδονικής Μάζας και μέσα από τις εργασίες πεδίου προτείνεται η τροποποίηση των πετρωμάτων που περιλαμβάνουν οι δύο ενότητες της. Ειδικότερα, ως κριτήριο για τη διάκριση των πετρωμάτων των δύο ενοτήτων δεν χρησιμοποιείται η οροφή του ανώτερου ορίζοντα μαρμάρου της Ενότητας Κερδυλλίων, όπως μέχρι σήμερα έχει καθιερωθεί, αλλά ως κριτήριο προτείνεται η εκτεταμένη ανάτηξη και μιγματιτίωση που εμφανίζουν τα πετρώματα της Ενότητας Κερδυλλίων, σε αντίθεση με τα πετρώματα της Ενότητας Βερτίσκου. Έτσι, πετρώματα όπως τα μάρμαρα αλλά και οι βιοτιτικοί και οι ταινιωτοί αμφιβολιτικοί γνεύσιοι, στα οποία εντοπίστηκαν έντονες εικόνες ανάτηξης και μιγματιτίωσης σχηματίζοντας λευκοσώματα και χαλαζιοαστριούχους γνευσίους, τα οποία γίνονται εντονότερα πλησιάζοντας προς τις επαφές των δύο ενοτήτων, αποτελούν την Ενότητα Κερδυλλίων. Αντίθετα, διμαρμαρυγιακοί, μοσχοβιτικοί και γρανατούχοι διμαρμαρυγιακοί γνεύσιοι, πετρώματα από τα οποία απουσιάζουν εικόνες ανάτηξης και μιγματιτίωσης αποτελούν την Ενότητα Βερτίσκου. Επιπλέον, υπερμαφικά πετρώματα και μεταγάββροι – μαζώδεις αμφιβολίτες εντοπίστηκαν στην περιοχή και συνδέονται με το σύμπλεγμα Θερμά – Βόλβη – Γομάτι, το οποίο αποτελεί τμήμα ενός ωκεάνιου φλοιού. Η επαφή αυτή ανάμεσα στις Ενότητες Βερτίσκου και Κερδυλλίων δεν εντοπίζεται να είναι παράλληλη στα λιθολογικά όρια, αλλά εμφανίζεται ως γεωμετρική ασυμφωνία δείχνοντας ότι είναι τεκτονική επαφή, με την επαφή αυτή των δύο ενοτήτων γεωγραφικά, σε πολλά σημεία, να εντοπίζεται και να πρέπει να αναζητηθεί δυτικότερα του ορίου των μαρμάρων. Από την τεκτονική ανάλυση προσδιορίστηκαν έξι παραμορφωτικά γεγονότα (D1-D6), τα οποία περιγράφουν την πολύ-τεκτονική και πολύ-μεταμορφική εξέλιξη της περιοχής έρευνας. Τα D1 και D2 τεκμηριώθηκαν μετά δυσκολίας, λόγω της εκτεταμένης επικάλυψης τους από τον κύριο παραμορφωτικό ιστό που χαρακτηρίζει τα πετρώματα της περιοχής μελέτης και αποδίδεται σε ένα συμμεταμορφικό D3 γεγονός, χαμηλού αμφιβολιτικού έως υψηλού πρασινοσχιστολιθικού βαθμού μεταμόρφωσης και το οποίο χρονολογείται στο Κάτω Μεσοζωικό και συνδέεται στην περιοχή με την ανάπτυξη ισοκλινών χαρτογραφικής κλίμακας πτυχών ΒΔ-ΝΑ διεύθυνσης. Το D4, συνδέεται με ένα συμμεταμορφωκό γεγονός, πρασινοσχιστολιθικού βαθμού μεταμόρφωσης και χρονολογείται στο Κρητιδικό. Περιλαμβάνει μια έντονη διάτμηση με την ανάπτυξη μυλονιτικής φύλλωσης S4, παράλληλη στη φύλλωση S3, και μια γράμμωση τάνυσης-έκτασης L4 σε ΒΑ-ΝΔ διεύθυνση, με φορά του υπερκείμενου προς τα ΝΔ, ενώ σε μεσοκλίμακα σχηματίζονται F4 sheath πτυχές παράλληλες προς την L4. Στο D5 γεγονός, προ συν- Ηωκαινικής ηλικίας, δημιουργούνται ασύμμετρες κλειστές πτυχές ΒΒΔ – ΝΝΑ διεύθυνσης οι οποίες επαναπτυχώνουν της προηγούμενες δομές, ενώ το D6 περιγράφει μια συμπίεση διεύθυνσης Β-Ν η οποία υπολογίζεται στο Ηώκαινο έως και πριν το Άνω Μειόκαινο. Τέλος, από γεωχημικές αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν προέκυψε ότι τα πετρώματα της Ενότητας Κερδυλλίων και Βερτίσκου παρουσιάζουν ιζηματογενή προέλευση όπως ήδη έχει περιγραφεί για τα πετρώματα της Σερβομακεδονικής μάζας.
   
The study area is located in northern Greece and occupies the Vertiskos and Kerdyllion Mountains. It is geotectonically located in the Serbo-Macedonian Massif of the Hellenic Hinterland and occupies the area where the contact of the Vertiskos and Kerdyllion units outcrops. In recent decades, an effort has been made to review the region occupied by the Hellenic Hinterland, based on laboratory results such as geochemical analyses, radio dating, etc., while classical field geology seems not to hold a leading part in this effort. The present thesis aims at the detailed study of the tectonostratigraphy and deforming evolution of this very important area, at the boundary of the units comprising the Serbo-Macedonian Massif. Through field work, the modification of the rocks included in these two units is proposed. In particular, the roof of the upper marble horizon of the Kerdyllion Unit does not constitute the criterion for distinguishing the rocks of the two units, as has been established so far, but the extensive anatexis – migmatization, exhibited by the rocks of the Kerdyllion Unit, in contrast to the rocks of the Vertiskos Unit, is proposed as a distinguishing criterion. Thus, the Kerdyllion Unit is comprised of rocks such as marbles but also biotite and banded amphibolite gneisses, in which strong signs of anatexis and migmatization were found, forming leucosomes and quartzofeldspathic gneisses and becoming more intense when approaching the contact of the two units. In contrast, two-mica, muscovite and garnet two-mica gneisses constitute the Vertiskos Unit, which exhibit no signs of anatexis - migmatization. In addition, ultramafic rocks and metagabbros - massive amphibolites found in the area are considered as parts of the Therma-Volvi-Gomati complex, belonging to an oceanic crust. The contact between the Vertiskos and Kerdyllion Units has not been found to be parallel to the lithological contacts, but appears as a geometric unconformity thus indicating its tectonic nature. Six deformational events (D1-D6) were identified from the structural analysis, which describe the poly-metamorphic and complicated geotectonic evolution of the study area. D1 and D2 events were not thoroughly documented due to their extensive overprinting by the main deformational fabric that characterizes the rocks of the study area and is attributed to a syn-metamorphic D3 event, of low-grade amphibolite to high-grade greenschist facies metamorphism. The latter dates back to the Lower Mesozoic and is associated in the area with the development of isoclinal, map-scale, NW-SE trending, F3 folds. D4, is associated with a syn-metamorphic event, of greenschist facies metamorphism and dates to the Cretaceous. It is characterized by strong shearing with the development of a  mylonitic foliation S4, parallel to the S3 and a stretching lineation L4 trending NE-SW, with a top-to-the SW sense of shear, while F4, meso-scale sheath folds are formed parallel to L4. During the D5 event, of pre-Eocene age, asymmetric close folds of NNW-SSW direction are created which refold the previous structures, while D6 describes a N-S, Eocene to Late Miocene compression.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12641</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12313</identifier>
				<datestamp>2021-11-03T10:37:56Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181220 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη μελέτη της σεισμικότητας, της σεισμικής επικινδυνότητας και της ενεργού τεκτονικής στο Ν. Αιγαίο = Study of the seismicity, seismic hazard and active tectonics in the Southern  Aegean area</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Κκάλλας, Χαράλαμπος Ανδρέας</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Στην παρούσα διατριβή μελετήθηκε το πεδίο στην ευρύτερη περιοχή του Νοτίου Αιγαίου χρησιμοποιώντας όλους τους διαθέσιμους μηχανισμούς γένεσης, χρησιμοποιώντας διαφορετικές τεχνικές αντιστροφής. Η περιοχή μελέτης χαρακτηρίζεται από υψηλή σεισμικότητα αφού επανειλημμένα  έχουν συμβεί μεγάλοι σεισμοί (επιφανειακοί και ενδιάμεσου βάθους) (έως και Μ ~ 8.0). Ένας μεγαλύτερος αριθμός διαθέσιμων μηχανισμών γένεσης  που έχει συλλεχτεί για το Νότιο Αιγαίο αποτέλεσε τη βάση για τη λεπτομερή μελέτη της χωρικής κατανομής του ενεργού πεδίου τάσεων χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που παρέχονται από τους άξονες P και T των μηχανισμών γένεσης. Το σύνολο των δεδομένων συμπληρώνεται με τη αξιοποίηση επιπλέον μηχανισμών γένεσης που υπολογίζονται στο πλαίσιο αυτής της μελέτης. Το πεδίο των τάσεων μελετήθηκε χρησιμοποιώντας τρεις αλγορίθμους, καθώς και μια προσαρμοσμένη μέθοδο που προτείνεται σε αυτή τη μελέτη, με βάση τη στατιστική επεξεργασία των λύσεων που παρέχονται από τη μέθοδο Gephart και Forsyth (1984). Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από όλες τις μεθόδους δείχνουν ότι η μέθοδος Gephart και Forsyth εμφανίζει συστηματικά τη μεγαλύτερη απόκλιση σε σύγκριση με τις άλλες προσεγγίσεις. Το πεδίο των τάσεων που έχει υπολογιστεί δείχνει παρόμοια σεισμοτεκτονικά χαρακτηριστικά με προηγούμενες μελέτες, αναγνωρίζοντας πέντε τύπους ρηγμάτων και πεδία τάσεων στον χώρο του Ν. Αιγαίου, και ειδικότερα:
α) Ανάστροφα ρήγματα που υπάρχουν στην περιοχή του Ελληνικού τόξου σε βάθη 0-60Km, με την κύρια διεύθυνση των αξόνων συμπίεσης (P-άξονες) να είναι κάθετη στην γενική διεύθυνση του τόξου στις δυτικές και κεντρικές περιοχές του τόξου, ενώ στις ανατολικές περιοχές (π.χ. Ρόδος) η διεύθυνση αυτή συμπίπτει με την διεύθυνση του Ελληνικού τόξου.
β) Κανονικά ρήγματα σε βάθη 0-30km με άξονες εφελκυσμού (T-άξονες) με διεύθυνση ~Β-Ν σχεδόν κάθετη με την γενική διεύθυνση του ηφαιστειακού τόξου.
γ) Κανονικά ρήγματα σε βάθη 0-30Km στην περιοχή του εξωτερικού ιζηματογενές τόξου με τους άξονες εφελκυσμού (T-άξονες) να έχουν ~Α-Δ διεύθυνση.
δ) Ρήγματα οριζόντιας μετατόπισης με σημαντική ανάστροφη συνιστώσα που συνδέονται με τους ενδιάμεσου βάθους σεισμούς κατά μήκος της καταδυόμενης ζώνης Benioff. Τα βάθη των σεισμών αυτών αυξάνουν από το βάθος των ~50km κοντά στην Κρήτη και στα Κύθηρα μέχρι το βάθος των ~100-120km στην περιοχή του ηφαιστειακού τόξου
ε) Ρήγματα οριζόντιας μετατόπισης που επικρατούν κυρίως στην περιοχή του NA τμήματος του Ελληνικού τόξου σε βάθος μέχρι τα 60km.
Στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκε η στοχαστική μέθοδος πεπερασμένων πηγών με την χρήση δυναμικής γωνιακής συχνότητας και εφαρμόστηκε στους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους του Νοτίου Αιγαίου με την χρήση του λογισμικού EXSIM (Motazedian and Atkinson, 2005; Boore, 2009). Για την παραμετρική διερεύνηση χρησιμοποιήσαμε ενόργανα δεδομένα (κυματομορφές), τόσο από επιταχυνσιογράφους, όσο και από σεισμόμετρα ευρέος φάσματος (ταχύτητας) για σεισμούς ενδιάμεσου βάθους (βάθη ~45-140 Km) και μεγέθη στο εύρος μεταξύ Μ=4.5-6.7 που συνέβησαν κατά μήκος της Ζώνης Wadati-Benioff του Νότιου Αιγαίου. Η ανελαστική απόσβεση που έχει χρησιμοποιηθεί στην διατριβή αυτή υιοθετήθηκε από την εργασία των  Skarlatoudis et al. (2013) και αντιστοιχεί σε δυο μεγάλες κατηγορίες σεισμών: α) στους σεισμούς που βρίσκονται στην οπισθότοξη περιοχή με βάθη ≥60km και, β) στους σεισμούς που βρίσκονται κατά μήκος του εξωτερικού Ελληνικού τόξου με τα βάθη τους να κυμαίνονται από 45-60km. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν  οι φασματικές κλίσεις της επιτάχυνσης (τιμές κ) από την εργασία της Ventouzi et al. (2013), οι οποίες προέρχονται από διάφορους σταθμούς καταγραφής και υποκεντρικές αποστάσεις και οι οποίες υπολογίστηκαν από την ανάλυση μεγάλου αριθμού σεισμών από το προσωρινό δίκτυο EGELADOS. Λόγω της έλλειψης πληροφοριών που αφορούν τις εδαφικές συνθήκες, χρησιμοποιήθηκαν γενικευμένες φασματικές ενισχύσεις (NEHRP, 1994; Klimis, 1999) για την περιοχή του Νοτιου Αιγαίου. Η τιμή της παραμέτρου τάσης (Δσ) εξετάστηκε με τη μέθοδο της «δοκιμής και απόρριψης» (trial and error), για όλους τους σεισμούς της διατριβής. Με βάση τις υπολογισμένες τιμές της πτώσης τάσης είναι εμφανές ότι για τους σεισμούς ενδιάμεσου βάθους με μεγέθη Mw&gt;6.0, οι αντίστοιχες τιμές της είναι  &gt; 300bars. Με βάση τα αποτελέσματα που προέκυψαν πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προτεινόμενη μεθοδολογία με βάση την βαθμονόμηση των παραμέτρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ρεαλιστικές «τυφλές» προβλέψεις, τόσο για μελλοντικούς, όσο και για ιστορικούς σεισμούς στην ίδια περιοχή.
Η μέθοδος της στοχαστικής προσομοίωσης με το μοντέλο πεπερασμένων διαστάσεων εφαρμόστηκε για την προσομοίωση τεσσάρων σημαντικών ιστορικών σεισμών ενδιαμέσου βάθους για τους οποίους ήταν διαθέσιμες μόνο μακροσεισμικές εντάσεις.  Παράμετροι όπως οι διαστάσεις των ρηγμάτων, η παράμετρος τάσης και η ανελαστική απόσβεση έχουν χρησιμοποιηθεί στην προσομοίωση των ιστορικών σεισμών ενδιάμεσου βάθους. Αρχικά υπολογίστηκαν κατάλληλες σχέσεις για τη μετατροπή των τιμών PGA και PGV σε μακροσεισμικές εντάσεις για τους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους του Νοτίου Αιγαίου. Επίσης, η καλή συσχέτιση της βαθμίδας της τοπογραφίας με τις τιμές των Vs30 αξιοποιήθηκε για τον καθορισμό της προσεγγιστικής επίδρασης των τοπικών εδαφικών συνθηκών σε περιοχές που υπάρχουν διαθέσιμα μακροσεισμικά δεδομένα. Από την σύγκριση των παρατηρημένων μακροσεισμικών εντάσεων με τα  αποτελέσματα από την στοχαστική προσομοίωση (EXSIM) φαίνεται η καλή συμφωνία που υπάρχει, επιβεβαιώνοντας την καλή προσέγγιση των παραμέτρων που υπολογιστήκαν. Με σκοπό  να ερευνήσουμε τις πιθανές επιπτώσεις άλλων μεγάλων σεισμών ενδιάμεσου βάθους στην περιοχή του νότιου Αιγαίου, παρουσιάζουμε επιπρόσθετα αποτελέσματα από σενάρια προβλέψεων για δύο επιλεγμένες περιοχές όπου αρκετοί μεγάλοι ιστορικοί σεισμοί έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές και καταστροφές με μεγάλες εντάσεις (IMM &gt; 6) να παρατηρούνται σε ολόκληρη την περιοχή του κεντρικού και ανατολικού εξωτερικού τόξου, όπως την Κρήτη (π.χ. Ηράκλειο), σε πολύ καλή συμφωνία με τις διαθέσιμες παρατηρημένες μακροσεισμικές εντάσεις.
Λέξεις κλειδιά: Μηχανισμοί γένεσης; Ν. Αιγαίο; Στοχαστική προσομοίωση; Ιστορικοί σεισμοί

We examine the active stress field in the broader southern Aegean Sea subduction area from fault plane solution data, focusing on the results from the application of different stress inversion methods. The study area is characterized by high seismicity levels and has been struck repeatedly by large destructive shallow and intermediate-depth earthquakes (up to M~8.0). A larger number of previously published Fault Plane Solutions (FPS) were collected and evaluated for the Southern Aegean Sea, providing the basis for a detailed study of the spatial distribution of the active stress field, using the information provided by the P and T axes of the FPS data. This dataset is complemented by including additional FPS computed in the framework of this study. The active stress field is examined using three well-established algorithms, as well as an adapted method proposed in this study, based on the statistical processing of solutions provided by the Gephart and Forsyth (1984) method. The results obtained from all methods show a systematic consistency, with the Gephart and Forsyth method exhibiting the largest discrepancy in comparison to other approaches. The determined active stress field reveals several domains with similar seismotectonic characteristics:
a) Along the volcanic arc, the dominant ~N-S extension field shows an excellent correlation with the arc geometry (arc-normal extension).
b) The outer arc is characterized by compression, as a result of the active subduction, with an almost constant NE-SW direction.
c) Between these two regions, a narrow zone with dominant ~EW extension develops along the whole Hellenic Arc, with subtle spatial differences.
d) In the eastern Hellenic Arc, a well-developed strike-slip faulting pattern is recognized along the broader area of the Pliny and Strabo trenches.
e) Finally, all intermediate-depth events show the same transpressional pattern, with a characteristic down-dip extension along the subduction direction and an arc-parallel compression, which follows the local arc orientation.  
We employ the stochastic finite-fault modelling approach of Motazedian and Atkinson (2005), as adapted by Boore (2009), for the simulation of Fourier Amplitude Spectra (FAS) of intermediate-depth earthquakes in the southern Aegean Sea subduction. To calibrate the necessary model parameters of the stochastic finite-fault method, we used waveform data from both acceleration and broadband-velocity sensor instruments for intermediate-depth earthquakes (depths ~45-140km) with M4.5-6.7 that occurred along the southern Aegean Sea Wadati-Benioff zone. The anelastic attenuation parameters employed for the simulations were adapted from recent studies, suggesting large back-arc/fore-arc attenuation differences. High-frequency spectral slopes (kappa values) were constrained from the analysis of a large number of earthquakes from the high-density EGELADOS temporary network. Due to the lack of site-specific information, generic site-amplification functions available for the Aegean Sea region were adopted. Using the previous source, path and site-effect constraints, we solved for the stress-parameter values by a trial-and-error approach, in an attempt to fit the FAS of the available intermediate-depth earthquakes waveforms. Despite the fact that most source, path and site model parameters are based on independent studies and a single source parameter (stress-parameter) is optimized, an excellent comparison between observations and simulations is found for both PGA, PGV and Fourier spectra values. The final stress-parameter values increase with moment magnitude, reaching large values (&gt;300bar) for events M&gt;6.0. Blind tests for events not used for the model calibration verify the good agreement of the simulated and observed ground motions for both back-arc and along-arc stations. The results suggest that the employed approach can be efficiently used for the modeling of large historical intermediate-depth earthquakes, as well as for seismic hazard assessment for similar intermediate-depth events in the southern Aegean Sea area.  
We model the macroseismic damage distribution of four important intermediate-depth earthquakes of the southern Aegean Sea subduction zone, which all exhibit spatially anomalous macroseismic patterns. Macroseismic data for these events are collected from published macroseismic databases and compared with the spatial distribution of seismic motions obtained from stochastic simulation, converted to macroseismic intensity (Modified Mercalli scale, IMM). For this conversion, we present an updated correlation between macroseismic intensities and peak measures of seismic motions (PGA and PGV) for the intermediate-depth earthquakes of the southern Aegean Sea. Input model parameters for the simulations, such as fault dimensions, stress parameters, and attenuation parameters (e.g. back-arc/along anelastic attenuation) are adopted from previous work performed in the area. Site-effects on the observed seismic motions are approximated using generic transfer functions proposed for the broader Aegean Sea area on the basis of VS30 values from topographic slope proxies. The results are in very good agreement with the observed anomalous damage patterns, for which the largest intensities are often observed at distances &gt;100km from the earthquake epicenters. We also consider two additional &quot;prediction&quot; but realistic intermediate-depth earthquake scenarios, and model their macroseismic distributions, to assess their expected damage impact in the broader southern Aegean area. The results suggest that intermediate-depth events, especially north of central Crete, have a prominent effect on a wide area of the outer Hellenic arc, with a very important impact on modern urban centers along northern Crete coasts (e.g. city of Heraklion), in excellent agreement with the available historical information.
Λέξεις κλειδιά: Focal mechanism solutions; S. Aegean; Stochastic simulation; Historical earthquakes
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-16 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12313</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2018</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

			<varfield id="787" i1="0" i2=" ">
			<subfield label="n">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/download/12313/13296</subfield>
		</varfield>
			<varfield id="787" i1="0" i2=" ">
			<subfield label="n">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/download/12313/13297</subfield>
		</varfield>
			<varfield id="787" i1="0" i2=" ">
			<subfield label="n">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/download/12313/13298</subfield>
		</varfield>
			<varfield id="787" i1="0" i2=" ">
			<subfield label="n">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/download/12313/13299</subfield>
		</varfield>
	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12499</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Υδρογεωλογικές έρευνες στην παράκτια περιοχή από Μεγάλο Έμβολο έως Καλλικράτεια = Hydrogeological investigations in the coastal area from Megalo Emvolo to Kallikrateia.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Παύλου, Αθανάσιος Δημήτριος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η εργασία αυτή έχει ως στόχο τη διερεύνηση των υδρογεωλογικών και υδροχημικών συνθηκών που επικρατούν στο παράκτιο τμήμα του Ανατολικού Θερμαϊκού κόλπου, από το Μεγάλο Έμβολο έως την Νέα Καλλικράτεια. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο φαινόμενο της διείσδυσης του θαλασσινού νερού στα παράκτια υδροφόρα στρώματα. Η έκταση της περιοχής έρευνας είναι 252,5 km2 και το μέσο υψόμετρο 96,5 m. Το ανάγλυφο χαρακτηρίζεται πεδινό έως λοφοειδές και το υδρογραφικό δίκτυο είναι μέτρια ανεπτυγμένο και έχει δενδριτική έως παράλληλη μορφή. Γεωλογικά η περιοχή έρευνας ανήκει στη ζώνη Παιονίας. Το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής αποτελείται από Νεογενή ιζήματα, στα παράκτια τμήματα και τις κοίτες ρεμάτων συναντώνται Τεταρτογενή ιζήματα, ενώ στα βορειοανατολικά όρια της περιοχής  πετρώματα του υποβάθρου. Το μέσο ύψος βροχής για την τριετία 2008-2011 είναι 481,2 mm και η μέση ετήσια θερμοκρασία 15,98 οC. Η πραγματική εξατμισοδιαπνοή με την εφαρμογή της μεθόδου των Thornthwaite-Mather ανέρχεται στα 385,33 mm, που αντιστοιχεί στο  80,07% της ετήσιας βροχόπτωσης. Το μεγαλύτερο υδρογεωλογικό ενδιαφέρον παρουσιάζεται στους πορώδεις σχηματισμούς της περιοχής. Η τροφοδοσία των υδροφόρων στρωμάτων επιτυγχάνεται με την άμεση κατείσδυση των κατακρημνισμάτων. Οι τιμές της υδραυλικής αγωγιμότητας ή υδροπερατότητας κυμαίνονται από 3.99?10-7 m/sec έως 2.45?10-4 m/sec. Από τη μελέτη της πιεζομετρίας προκύπτει ότι η ροή του υπόγειου νερού είναι από τα βορειοανατολικά προς τα νοτιοδυτικά, ενώ στο παράκτιο τμήμα εμφανίζονται αρνητικά πιεζομετρικά φορτία με αποτέλεσμα τη διείσδυση της θάλασσας στα παράκτια υδροφόρα στρώματα. Από την υδροχημική έρευνα της περιοχής προκύπτει έντονο το φαινόμενο της υφαλμύρισης  στα παράκτια υδροφόρα στρώματα του Αγγελοχωρίου, της Επανομής, της Νέας Ηράκλειας και της Νέας Καλλικράτειας. Οι υψηλές τιμές της ηλεκτρικής αγωγιμότητας, οι μεγάλες συγκεντρώσεις των ιόντων χλωρίου, νατρίου, ασβεστίου καθώς και οι τιμές των ιοντικών λόγων Na+/Cl-, Na+/K+, Cl-/(CO3-2+HCO3-), Cl-/SO4-2 και Ca+2/(HCO3-+ SO4-2) σε αυτές τις περιοχές αποδεικνύουν τη διείσδυση του θαλασσινού νερού και αποτελούν και την κύρια αιτία υποβάθμισης της ποιότητας του υπόγειου νερού. Στην περιοχή επίσης σημαντικό πρόβλημα αποτελούν οι αυξημένες συγκεντρώσεις νιτρικών, λόγω της λίπανσης των αγρών. Τα βαρέα μέταλλα που συναντώνται οφείλονται στη σύσταση των γεωλογικών σχηματισμών και στην ύπαρξη γεωθερμικών ρευστών. Επίσης από τη μελέτη της διακύμανσης της στάθμης του υπόγειου νερού σε σχέση με τις τιμές της ηλεκτρικής αγωγιμότητας και τις συγκεντρώσεις των ιόντων χλωρίου και νατρίου προκύπτει αύξηση των τιμών αυτών καθώς η στάθμη του υπόγειου νερού πέφτει. Από τις ηλεκτρικές τομογραφίες που έγιναν για τον προσδιορισμό του μετώπου της υφαλμύρισης προκύπτει ότι σε μικρή απόσταση από την ακτή η διείσδυση του θαλασσινού νερού επηρεάζει τα υδροφόρα στρώματα σε βάθος 50-100 m από την επιφάνεια του εδάφους και όσο απομακρυνόμαστε από την ακτή αυτή επεκτείνεται σε μεγαλύτερα βάθη. Από τη διενέργεια τομογραφιών την ξηρή και την υγρή περίοδο προκύπτει μείωση της ζώνης διείσδυσης του θαλασσινού νερού τον Απρίλιο του 2011 σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2010, λόγω εμπλουτισμού των υδροφόρων στρωμάτων κατά την υγρή περίοδο από τα κατακρημνίσματα.
 
The aim of this study is to investigate the hydrogeological and hydrochemical conditions in the coastal part of the Eastern Thermaic Gulf, from Megalo Emvolo to New Kallikratia. Specifically, the hydrogeological research was focused on the seawater intrusion phenomenon in the coastal aquifers. The site covers an area of 252.5 km2, has a mean altitude of 96.5 m and a shoreline of 39 km. The terrain is variable with mean slopes of 10%; steep slopes are located in the mountainous region, whereas the terrain is flat near the coast. Geologically the study area is located in the Paionia  zone. Most of the area consists of Neogene sediments. Quaternary sediments are found in the coastal parts and riverbeds, while in the northeast part of the area are located the bedrock formation. The average rainfall for the years 2008-2011 is 481.2 mm, while the average annual temperature is 15.98 oC. The actual evapotranspiration using the Thornthwaite - Mather method is 385.33 mm , which corresponds to 80.07% of the annual rainfall. The hydrogeological interest is focused on the porous formations of the area. The recharge of aquifers is mainly from the direct infiltration of precipitation. The hydraulic conductivity values ??range from 3.99 ? 10-7 m/s to 2.45 ? 10-4  m /s . The piezometric maps revealed that the groundwater flow direction is from the northeast to the southwest, while negative piezometric heads appearing in the coastal area due to seawater intrusion into the coastal aquifers. The hydrochemical research of the area revealed the phenomenon of salinization in the coastal aquifers of Angelochori, Epanomi, Nea Iraklia and Nea Kallikratia. High values of electrical conductivity, high concentrations of chloride, sodium , calcium ions and values ??of ionic ratios Na+/Cl-, Na+/K+, Cl-/(CO3-2+HCO3-), Cl-/SO4-2 και Ca+2/(HCO3-+ SO4-2) in these areas established  seawater intrusion and are the main cause of degradation of groundwater quality. Increased nitrate concentrations also occur in the study area constituting a major deterioration problem of the studied aquifer due to the extensive use of fertilization in crops. The heavy metals encountered are due to geological formations and the existence of geothermal fluids.  Also the study of the water table fluctuation in relation to the electrical conductivity values and the concentrations of chloride and sodium ions shows an increase of these values as the underground water level drops. The electrical resistivity tomographies (ERT) were performed in order to determine the extent of seawater intrusion. According to ERT a short distance from the coast the seawater intrusion affects the aquifers at a depth of 50-100 m from the ground surface moving away from the coast it expands to greater depths. Based on the comparison of ERT between the  dry and the wet period, there is a decrease in the seawater intrusion zone in April 2011 compared to September 2010, due to the recharge of the aquifers during the wet period from precipitation.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12499</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12258</identifier>
				<datestamp>2018-12-04T11:16:04Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"151231 2015                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη της ανωμειοκαινικής απολιθωματοφόρου θέσης σπονδυλωτών της Κρυοπηγής και άλλων θέσεων της Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Συστηματική, ταφονομία, παλαιοοικολογία, βιοχρονολόγηση</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Λαζαρίδης, Γεώργιος Θ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διατριβή μελετήθηκε υλικό απολιθωμένων σπονδυλωτών από την Κρυοπηγή, καθώς και από άλλες θέσεις της Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Πάνω από 8000 δείγματα έχουν προκύψει από τις συστηματικές έρευνες και ανασκαφές στην περιοχή. Τα επιμέρους θέματα που προσεγγίστηκαν ήταν η συστηματική ταξινόμηση, η ταφονομία, η παλαιοοικολογία και η βιοχρονολόγηση. Οι θέσεις αυτές εντοπίζονται στις χερσαίες αποθέσεις του Σχηματισμού Αντωνίου και του Σχηματισμού Τρίγλιας, του Ανώτερου Μειοκαίνου. Οι θέσεις της Κρυοπηγής (KRY), του Χ.Υ.Τ.Α. Κασσανδρείας (KCH), και πιθανόν Πολύχρονου (KPO) ανήκουν στο Σχ. Τρίγλιας. Απολιθώματα με τους κωδικούς: Κασσάνδρα-Κρυοπηγή (KKR), «Αμμώδεις αποθέσεις Κασσάνδρας» (FRK, KSN, AMPVG), Αγία Παρασκευή (PAR) και Ακτή Χελώνα-Σίβηρη (KSC) ανήκουν στις αποθέσεις του Σχ. Αντωνίου. Επιπλέον, στις «Πηλώδεις αποθέσεις Κασσάνδρας» βρέθηκαν φυτικά απολιθώματα. Η συστηματική μελέτη των απολιθωμάτων σπονδυλωτών οδήγησε στον προσδιορισμό 46 διαφορετικών τάξα θηλαστικών, ερπετών και πτηνών. Η παλαιοπανίδα της Κρυοπηγής 32 τάξα. Η πανίδα από τη θέση του Χ.Υ.Τ.Α. Κασσανδρείας περιλαμβάνει 5 τάξα. Η πανίδα των άμμων της Κασσάνδρας περιλαμβάνει 9 τάξα και η θέση «Πολύχρονο» ένα τάξον. Τέσσερα τάξα στη θέση της Κρυοπηγής προτείνονται ως νέα. Το ιππάριο H. phlegrae, o χοίρος Propotamochoerus aegaeus sp. nov. το πτηνό Otis hellenica και από τα βοοειδή, το Prostrepsiceros axiosi minus subsp. nov. Η πανίδα από τις «άμμους της Κασσάνδρας» τοποθετείται βιοχρονολογικά στο Βαλλέζιο, και πιθανόν στην ΜΝ9, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί  το ενδεχόμενο κάποια από τα ευρήματα που μελετήθηκαν να προέρχονται από παλαιότερους ορίζοντες κάποια άλλα από νεότερους. Από τα ζώα της πανίδας των άμμων, το Tetralophodon longirostris αναφέρεται πρώτη φορά στην Ελλάδα και το Urmiatherium πρώτη φορά στον ηπειρωτικό χώρο των Βαλκανίων. Η πανίδα της Κρυοπηγής τοποθετείται βιοχρονολογικά στο άνω ήμισυ του Τουρολίου, δηλαδή στο τέλος της ΜΝ12 ή στην ΜΝ13. Η πανίδα είναι πιο εξελιγμένη από αυτές του Ravin des Zouaves-5 και Πρόχωμα του Αξιού, πιθανόν ακόμη και από αυτήν της θέσης Περιβολάκι και ασφαλώς παλαιότερη της πανίδας από το Δυτικό. Το χρονολογικό εύρος που μπορεί να τοποθετηθεί η πανίδα της Κρυοπηγής είναι από 7,3 έως 6,4 Ma. Η πανίδα από τον Χ.Υ.Τ.Α. Κασσανδρείας είναι Τουρόλιας ηλικίας και πιθανόν παλαιότερη από αυτήν της Κρυοπηγής. Η θέση του Πολυχρόνου τοποθετείται στο Τουρόλιο. Η μελέτη της ταφονομίας έδειξε ότι τα οστά που μελετήθηκαν ανήκουν σε τουλάχιστον 268 άτομα. Τα οστά των ζώων συγκεντρώθηκαν εξαιτίας σαρκοφάγων ζώων και άλλων φυσικών αιτιών σε επαναλαμβανόμενες περιόδους ξηρασίας και θάφτηκαν πολύ γρήγορα και πολύ κοντά στο σημείο θανάτου τους κατά τις περιόδους πλημμυρών, όπως δείχνει και ο τύπος των ιζημάτων της στρωματογραφικής τομής της ανασκαφής. Η παλαιοοικολογία ανάλυση έδειξε ότι το παλαιοπεριβάλλον της Κρυοπηγής ήταν ανοικτού τύπου με βάση την πανίδα που προσδιορίστηκε. Συγκεκριμένα με βάση το κενόγραμμα της πανίδας της Κρυοπηγής προτείνεται περιβάλλον σαβάννας με θερμό και ξηρό κλίμα. Με βάση την παρουσία του Varanus sp. προτείνεται μέση ετήσια θερμοκρασία τουλάχιστον 15ο C. Κάποια από τα ζώα δείχνουν καλή προσαρμογή σε δασώδη περιβάλλοντα, όπως έδειξε και η οικομορφολογική ανάλυση των μεταποδίων που κατά συνέπεια σημαίνει ότι το περιβάλλον ήταν μικτό.

In the present dissertation thesis the fossil vertebrate material from the Kryopigi and other localities of the Kassandra Peninsula of Chalkidiki, N. Greece, have been studied. The total number of studied specimens exceeds 8000 and each one has been collected during the systematic excavation research in the area the past 15 years. This study includes the systematic paleontology, the taphonomical analysis of the material, the paleoecological analysis and the biochronology of the various faunas. These localities have been found in terrestrial deposits of Antonios Formation and Triglia Formation, both dated to Late Miocene. The Kryopigi (KRY), the Kassandra-Chomateri (KCH) and the Polychrono (KPO) localities belong to Triglia Formation. Specimens that come from the Kassandra-Kryopigi (KKR), the “sand deposits of Kassandra” (FRK, KSN, AMPVG), the Aghia Paraskevi (PAR) and Chelona-Siviri (KSC) have been found in deposits of the Antonios Formation. Furthermore, in the “mad deposits of Kassndra” plant remains have been found. The material from Kassandra Peninsula belongs to 46 different taxa. The collection of the Kryopigi locality includes 32 taxa of mammals, reptiles and birds. The fauna from the Kassandra-Chomateri includes 5 taxa. The fauna of the “sand deposits of Kassandra” 9 taxa have been identified and in the Polychrono locality only one species. Four new taxa are proposed in the Kryopigi: the hipparion H. phlegrae the pig Propotamochoerus aegaeus sp. nov. the bird Otis hellenica and the bovid Prostrepsiceros axiosi minus subsp. nov. The fauna from the “sand deposits of Kassndra” is considered of Vallesian age. The species Tetralophodon longirostris is referred for the first time and the genus Urmiatherium has never been referred earlier from the Balkans apart from the Turolian Samos faunas. The Kryopigi fauna is dated to the second half of the Turolian, in late MN12 or early MN13. The various species appear to be more evolved than those from the faunas of Ravin des Zouaves-5 and Prochoma in the Axios Valley. Probably the Kryopigi fauna is more evolved from the Perivolaki fauna and more primitive than that of Dytiko localities. Αn age between 7.3-6.4 Ma is suggested for the Kryopigi fauna. The fauna from the Kassandra-Chomateri is dated to Turolian and maybe earlier than that of Kryopigi. The Polychrono locality is also dated to Turolian.  At least 268 individuals have been estimated in the Kryopigi fauna. The bones in the Kryopigi locality accumulated due to carnivore activity during repeating dry periods and buried fast and close to their original place of death during floods. Paleoecological analysis includes the estimation of habitat score on the bovid and hipparion metapodials, the guild structure of the carnivores, the cenogram analysis of the Kryopigi fauna, and the estimation of the faunal similarity. All the results show more or less the same picture about the Kryopigi paleoecology. The environment was open, savanna-like with hot and dry climate. The presence of Varanus sp. in the fauna is indicative of an annual mean temperature 15ο C. Some animals in the Kryopigi fauna were well adapted in more forested environment.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-15 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12258</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2015</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13013</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Contribution to the understanding of the geological structure and petroleum systems of Epirus with integration of field geology and organic geochemistry methods = Συμβολή στην κατανόηση της γεωλογικής δομής και των πετρελαϊκών συστημάτων της Ηπείρου με συνδυασμό μεθόδων γεωλογίας πεδίου και οργανικής γεωχημείας.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Alexandridis, Ioannis Theodoros</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">A multitude of oil seeps in Epirus proves the occurrence of a petroleum system. The core aim of the present doctoral thesis is to enhance the understanding regarding the function of this petroleum system. To that end, an extensive field-based study was meticulously carried out throughout Epirus to re-assess the petroleum-geological elements focusing on source rock characterization with organic geochemistry methods. Several hundreds of sections were studied in terms of lithostratigraphy and structure, while numerous potential source rock samples were collected and analyzed allowing for an integrated basin and petroleum system reconstruction. Some of the remarks of the study include a) the discovery of a new potential source rock exhibiting world-class source characteristics (i.e., the Pantokrator Shale), b) the development of salt-tectonic models, c) the construction of a detailed lithostratigraphic column for Epirus, d) the correlation of surficial oil shows to known sources, e) reconstructions of source rock paleoenvironmental depositional conditions and f) basin reconstructions. Hence, this thesis significantly improves the understanding of the geological structure and petroleum system function in Epirus.  

Ένα πλήθος ενδείξεων πετρελαίου στην Ήπειρο αποδεικνύει την ύπαρξη πετρελαϊκού συστήματος. Βασικός σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η κατανόηση της λειτουργίας αυτού του πετρελαϊκού συστήματος. Προς τον σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη και λεπτομερής έρευνα πεδίου σε όλη την Ήπειρο προκειμένου να επανεκτιμηθούν τα πετρελαιογεωλογικά στοιχεία με έμφαση στον χαρακτηρισμό των μητρικών πετρωμάτων με μεθόδους οργανικής γεωχημείας. Μελετήθηκαν πολλές εκατοντάδες τομές ως προς την λιθοστρωματογραφία και τη δομή τους ενώ συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν δεκάδες δείγματα πιθανών μητρικών πετρωμάτων, επιτρέποντας μια ενοποιητική αναπαράσταση της λεκάνης και του πετρελαϊκού συστήματος. Ορισμένα αξιοσημείωτα αποτελέσματα περιλαμβάνουν α) την ανακάλυψη ενός νέου σχηματισμού, με χαρακτηριστικά μητρικού πετρώματος παγκοσμίου κλάσης (ήτοι οι σχίστες Παντοκράτορα), β) την ανάπτυξη μοντέλων τεκτονικής άλατος, γ) την σύνθεση λεπτομερούς στρωματογραφικής στήλης της Ηπείρου, δ) τον συσχετισμό επιφανειακών ενδείξεων πετρελαίου με γνωστούς μητρικούς σχηματισμούς, ε) την αναπαραστάσεις παλαιοπεριβαλλοντικών συνθηκών απόθεσης μητρικών σχηματισμών και στ) αναπαραστάσεις της λεκάνης. Συνεπώς, η διατριβή αυτή βελτιώνει σημαντικά την κατανόηση του γεωλογικού οικοδομήματος και της λειτουργίας του πετρελαϊκού συστήματος στην Ήπειρο.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13013</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11184</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T09:47:04Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"161212 2016                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Ορυκτολογία, πετρολογία και κοιτασματολογία οφειολίθων Ξερολίβαδου, Βούρινου της Δυτικής Μακεδονίας.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Τζάμος, Ευάγγελος Ι.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Πετρολογίας - Ορυκτολογίας - Κοιτασματολογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η παρούσα εργασία έχει ως σκοπό την μελέτη της ορυκτολογίας, της πετρολογίας και της κοιτασματολογίας των οφειολίθων του μεταλλείου Ξερολίβαδου του οφειολιθικού συμπλέγματος του Βούρινου.
Η περιοχή έρευνας ανήκει στο οφειολιθικό σύμπλεγμα του Βούρινου. Η οφειολιθική ακολουθία αποτελείται κυρίως από μανδυακά πετρώματα, καθώς και από μία διατηρημένη μαγματική ακολουθία. Η μανδυακή ενότητα περιλαμβάνει χαρτσβουργίτες και δουνίτες με πολύ συχνή μεταλλοφορία χρωμίτη, ενώ η σωρειτική ενότητα αποτελείται από δουνίτες, γάββρους, νορίτες και βερλίτες. Στα ανώτερα επίπεδα της σωρειτικής ενότητας, εμφανίζονται διορίτες, διαβάσες, δακίτες και γρανοφύρες.
Το μεταλλείο Ξερολίβαδου βρίσκεται στο Νότιο Βούρινο (Όρος Φλάμπουρο) και ανήκει στην βάση της οφειολιθικής ακολουθίας του Βούρινου. Το κοίτασμα χρωμίτη φιλοξενείται σε σερπεντινίτες οι οποίοι έχουν προκύψει από δουνιτικής αρχικής σύστασης υπερβασικά πετρώματα. Το δουνιτικό σώμα του Ξερολίβαδου είναι το μεγαλύτερο του Βούρινου και εμφανίζεται επιφανειακά σε έκταση περίπου 3 επί 1 χλμ. Ο δουνίτης περιβάλλεται από τον κύριο σχηματισμό της περιοχής, τον χαρτσβουργίτη. Τρεις (3) κύριες ομάδες ρηγμάτων (F1, F2 και Fm) χωρίζουν το μεταλλείο σε 4τομείς: το Βόρειο, τον Κεντρικό, το Νότιο και το Νοτιοδυτικό. Ο τελευταίος δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ. Η μεταλλοφορία χρωμίτη εντοπίζεται σε επτά (7) κύρια λοβόμορφα χρωμιτικά σώματα που διατρέχουν το μεταλλείο κατά μήκος και φιλοξενούν μεταλλοφορία μορφής πλακών ή ταινιών.
Οι παράμετροι ol-hy-di που προέκυψαν από τον υπολογισμό της CIPW norm προβλήθηκαν στο διάγραμμα του Coleman (1977): οι σερπεντινίτες του Ξερολιβάδου προβάλλονται στα πεδία των δουνιτών, ενώ τα δείγματα που λήφθησαν από άλλες τοποθεσίες του Βούρινου προβάλλονται στο πεδίο των χαρτσβουργιτών. Τα δείγματα που προβλήθηκαν στο πεδίο των χαρτσβουργιτών, εμφανίζουν μέσο όρο του λόγου MgO/(MgO+FeO) ο οποίος είναι 0,84 και υψηλό μέσο όρο περιεκτικότητας σε Cr (2782 ppm), γεγονός που επιβεβαιώνει τον χαρτσβουργιτικό χαρακτήρα του αρχικού πρωτόλιθου.
Τα δείγματα σερπεντινίτη του μεταλλείου Ξερολιβάδου, εμφανίζουν μέση περιεκτικότητα σε Cr 1847 ppm και μέση περιεκτικότητα σε Ni 3244,6 ppm. Η υψηλή περιεκτικότητα σε Ni αποδίδεται στην παρουσία σε αυτά Ni-σουλφιδίων. Aπό τη γεωχημική μελέτη των μεταδιαβασικών πετρωμάτων του Βούρινου (περιοχή Κράπας-Βατόλακκου) και την προβολή των χημικών αναλύσεων τους σε μεγάλο αριθμό διακριτικών διαγραμμάτων, προέκυψε πως το μάγμα που έδωσε την κρυστάλλωση των πετρωμάτων αυτών ήταν θολεϊιτικής σύστασης χαμηλού Ti και χαμηλού Κ, σε γεωτεκτονικό περιβάλλον σχηματισμού νησιωτικού τόξου (IAT) πάνω από καταδυόμενη ωκεάνια λιθόσφαιρα (SSZ).
Οι σερπεντινίτες αποτελούνται ορυκτολογικά κυρίως από σερπεντίνη. Άλλα επουσιώδη ορυκτά των σερπεντινιτών είναι ο ολιβίνης, ο Cr-σπινέλλιος, ο μαγνητίτης, τα Fe-Ni-Co-σουλφίδια (αβαρουίτη, πετλανδίτη, χεζλεγουδίτη), ο χλωρίτης καθώς και ανθρακικά ορυκτά. Οι Cr-σπινέλλιοι των σερπεντινιτών παρουσιάζουν φαινόμενα εξαλλοίωσης σε Fe- χρωμίτη. Η γένεση μαγνητίτη και των σουλφιδίων, καθώς και η εξαλλοίωση του χρωμίτη σε Fe-χρωμίτη αποδίδεται στη διαδικασία της σερπεντινίωσης. Ο χρωμίτης στους χρωμιτίτες εμφανίζεται κατακλασμένος και κατά θέσεις έχει εξαλλοιωθεί σε μικρό βαθμό σε Fe-χρωμίτη. Όπως και στους σερπεντινίτες, η εξαλλοίωση του χρωμίτη σε Fe-χρωμίτη αποδίδεται στη διαδικασία της σερπεντινίωσης. Από την προβολή των σπινελλίων των χρωμιτιτών και των σερπεντινιτών του Ξερολιβάδου στο τριγωνικό διάγραμμα ονοματολογίας του Stevens προκύπτει πως όλοι οι αναλλοίωτοι χρωμίτες προβάλλονται στο πεδίο των αργιλλιούχων χρωμιτών. Με βάση την ταξινόμηση των Dick and Bullen (1984) που διέκριναν τους Αλπικού τύπου σπινελλιούχους περιδοτίτες σε 3 υποτύπους ανάλογα με την τιμή της Cr# (=Cr/(Cr+Al)) κατατάσσονται στον τύπο ΙΙΙ (αλπικοί) περιδοτιτών.
Οι χρωμίτες του μεταλλεύματος παρουσιάζουν τα εξής χημικά χαρακτηριστικά:
1. Cr 2 O 3 = 59,13-61,64 % κ.β.
2. Al 2 O 3 = 8,08-11,98 % κ.β.
3. TiO 2 = 0,11-0,18 % κ.β.
4. Cr# (=Cr/(Cr+Al)) = 0,769-0,834
5. Mg# (=Mg/(Mg+Fe 2+ )) = 0,553-0,700
6. Fe 3+ # (=Fe 3+ /(Fe 3+ +Cr+Al)) = 0,300-0,447
 
Όλοι οι χρωμίτες από άποψη βιομηχανικής χρήσης χαρακτηρίζονται ως μεταλλουργικού τύπου υψηλού χρωμίου. Η περιεκτικότητα των χρωμιτών σε Mg ακολουθεί την εξής φθίνουσα σειρά: συμπαγείς χρωμίτες ταινιών χρωμίτη μεταλλεύματος, διάσπαρτοι χρωμίτες ταινιών σερπεντινίτη μεταλλεύματος, επουσιώδεις χρωμίτες πετρώματος κοντά στο μετάλλευμα και επουσιώδεις χρωμίτες πετρώματος σε απόσταση από το μετάλλευμα. Την ίδια συμπεριφορά δείχνει η περιεκτικότητα των χρωμιτών σε Cr, ενώ την ακριβώς αντίθετη συμπεριφορά δείχνουν τα στοιχεία Fe, Zn, Mn και V.
Κατά τη διάρκεια επανεξισορρόπησης μεταξύ σπινέλλιου-ολιβίνη, έλαβε χώρα ανταλλαγή ιόντων μεταξύ των 2 ορυκτών. Κυρίως ο Fe 2+ και δευτερευόντως το Mn, ο Zn και το Co αντικατέστησαν το Mg στο πλέγμα του χρωμίτη. Οι αντικαταστάσεις ήταν πιο έντονες στους χρωμίτες των σερπεντινιτών όπου ο ολιβίνης βρίσκεται σε μεγαλύτερη περιεκτικότητα. Αντίστοιχα, ο ολιβίνης εμφανίζεται πλουσιότερος σε Mg και Ni και πτωχότερος σε Fe στους χρωμίτες των χρωμιτιτών από αυτούς των σερπεντινιτών.
Από την λεπτομερή ανάλυση με LA-ICP-MS χρωμιτών από δείγματα μεταλλεύματος, προκύπτει πως οι χρωμίτες του μεταλλεύματος περιέχουν κατά μέσο όρο:
1. 1023,22 ppm Ti
2. 683,03 ppm V
3. 1288,03 ppm Mn
4. 270,16 ppm Co
5. 738,98 ppm Ni
6. 345,42 ppm Zn
7. 25,20 ppm Ga
Τα ιχνοστοιχεία Co, V, Zn, Ti και Ga συσχετίζονται θετικά με τους χρωμίτες ενώ, αρνητική συσχέτιση έχει το Ni. Το γεγονός αυτό δείχνει πως τα ιχνοστοιχεία Co, V, Zn, Ti και Ga βρίσκονται στον χρωμίτη ενώ το Ni ελέγχεται από τον ολιβίνη. Με τη χρήση των διακριτικών διαγραμμάτων βασισμένων στην ορυκτοχημεία του χρωμίτη, καθώς και σε συνδυασμό με τα γεωλογικά και πετρογραφικά χαρακτηριστικά του μεταλλείου Ξερολίβαδου, το κοίτασμα της περιοχής μελέτης αποτελεί ένα τυπικό Αλπικού τύπου ή λοβόμορφο ή οφειολιθικό κοίτασμα.
Επίσης, από την χρήση των κατάλληλων διακριτικών διαγραμμάτων, προέκυψε πως το κοίτασμα χρωμίτη του Ξερολίβαδου γεννήθηκε σε περιβάλλον νησιωτικού τόξου πάνω από ωκεάνια ζώνη υποβύθισης από τήγμα προερχόμενο από υψηλού βαθμού μερική τήξη έντονα εκχυμωμένου μανδυακού υλικού που είχε μπονινιτική σύσταση. Το τήγμα ανήλθε στον δουνίτη μέσω διαρρήξεων από διάταση.
Με τη χρήση του γεωθερμομέτρου των Ballhaus et al. (1991), βρέθηκαν τα παρακάτω θερμοκρασιακά εύρη για τα δείγματα του μεταλλείου Ξερολιβάδου:
- 442-744 ο C (663±82 o C) για τους χρωμιτίτες
- 745-877 ο C (805±44 o C) για τους σερπεντινίτες κοντά στα χρωμιτικά σώματα
- 758-854 o C (805±32 o C) για τους σερπεντινίτες ενδιάμεσα των χρωμιτικών σωμάτων
Επίσης, με τη χρήση του γεωβαρόμετρου των Ballhaus et al. (1991), βρέθηκαν τα
παρακάτω λογαριθμικά εύρη τιμών για την ενεργότητα του οξυγόνου (fO 2 ) για τα δείγματα του μεταλλείου Ξερολιβάδου:
- 0,537-1,510 (1,080±0,320) για τους χρωμιτίτες
- 0,516-1,169 (0,789±0,212) για τους σερπεντινίτες κοντά στα χρωμιτικά σώματα
- -0,233-0,950 (0,336±0,306) για τους σερπεντινίτες ενδιάμεσα των χρωμιτικών
σωμάτων
Ψηφιοποιώντας, γεωαναφέροντας και συνδυάζοντας 18 τομές κατά μήκος των χρωμιτικών σωμάτων, 14 κάθετες στα χρωμιτικά σώματα τομές και γεωλογικούς και κοιτασματολογικούς χάρτες τις περιοχής μελέτης, δημιουργήθηκαν 9 χάρτες προβολής της μεταλλοφορίας σε διαφορετικά επίπεδα του μεταλλείου Ξερολιβάδου. Εξαιρώντας τους χρωμίτες των ταινιών χρωμίτη του μεταλλεύματος, χρησιμοποιώντας μόνο τις αναλύσεις διάσπαρτου χρωμίτη στο μετάλλευμα και στον σερπεντινίτη -και φυσικά τις μετρήσεις στον ολιβίνη-, με τη συνδυασμένη χρήση των τοπογραφικών συντεταγμένων και των χημικών αναλύσεων του χρωμίτη και του ολιβίνη, δημιουργήθηκαν οι ισογεωχημικοί χάρτες κατιόντων χημικών στοιχείων, θερμοκρασίας, ενεργότητας οξυγόνου κ.λπ., οι οποίοι συγκρίθηκαν με τη χωρική ανάπτυξη των χρωμιτικών σωμάτων.
Συγκρίνοντας τον τοπογραφικό χάρτη με τους ισογεωχημικούς χάρτες, υποδεικνύεται με πολύ καλή ακρίβεια η τοποθεσία των χρωμιτικών σωμάτων στο μεταλλείο Ξερολιβάδου. Η ύπαρξη μεταλλοφόρων σωμάτων μπορεί να προβλεφθεί γεωχημικά σε κλίμακα από πέντε ως τριάντα μέτρα. Ένα τέτοιο γεωχημικό εργαλείο θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τη διερεύνηση της συνέχισης των χρωμιτικών σωμάτων στο ΝΔ τομέα του μεταλλείου Ξερολιβάδου καθώς και σε άλλα λοβόμορφα κοιτάσματα χρωμίτη τόσο στο Βούρινο όσο και σε άλλα οφειολιθικά συμπλέγματα.
Χημικές αναλύσεις PGE’s+Au σε δείγματα μεταλλεύματος, έδειξαν τα παρακάτω όρια μεταβολής (σε ppb) για κάθε ένα στοιχείο στο μεταλλείο Ξερολιβάδου είναι:
1. Os=&lt;1-29
2. Ir=18-31
3. Ru=36-120
4. Rh=&lt;1-15
5. Pt=3,5-16
6. Pd=&lt;1-82
7. Au=&lt;0,5-58
Η χαμηλή (107-206 ppb) περιεκτικότητα των χρωμιτιτών σε ΣPGE’s+Au καθώς και η χρήση των χαρακτηριστικών γραφημάτων κατανομής των PGE’s και η σύγκρισή τους με άλλα λοβόμορφα κοιτάσματα χρωμιτών συνηγορεί στο γεγονός πως το κοίτασμα της περιοχής μελέτης αποτελεί ένα τυπικό Αλπικού τύπου κοίτασμα. Συμπερασματικά, για τη γένεση του κοιτάσματος χρωμίτη του μεταλλείου Ξερολιβάδου, προτείνεται πως τα τήγματα από τα οποία κρυσταλλώθηκε ο χρωμίτης ήταν μπονινιτικού τύπου, ακόρεστα σε θείο και προέκυψαν από υψηλού βαθμού μερική τήξη έντονα εκχυμωμένου μανδυακού υλικού σε γεωτεκτονικό περιβάλλον νησιωτικού τόξου πάνω από καταδυόμενη λιθόσφαιρα (SSZ). Τα τήγματα ανέρχονταν στο χαρτσβουργίτη ξενιστή των χρωμιτιτών μέσω διαρρήξεων από διάταση, που σταδιακά εξελίχθηκαν σεσύστημα πολλαπλών μαγματικών θαλάμων. Στους τελευταίους έλαβε χώρα η κρυστάλλωση του χρωμίτη κάτω από κατάλληλες φυσικοχημικές αλληλοεπίδρασης τήγματος/πετρώματος.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2017-12-08 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11184</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2016</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2017 Grey literature at Theophrastus Library. School of Geology, AUTh</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12816</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220902 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Modeling of earthquake occurrence times through Markov Processes: A contribution to seismic hazard assessment in Greece = Μοντελοποίηση των χρόνων γένεσης σεισμών με χρήση Μαρκοβιανών διαδικασιών: Συμβολή στην εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας στον ελληνικό χώρο.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Bountzis, Polyzois Pegkos</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Strong earthquakes exhibit the largest fatality among natural hazards, posing a unique threat to the society, and causing serious damage and loss of life. In recent years an increased emphasis is given on the development of stochastic models for earthquake forecasting and the quantification of their predictive skills, which provide information that help to reveal aspects of seismogenesis and contribute to the seismic hazard assessment. This is a part of the statistical seismology research field that is focused on the statistical modeling of earthquake occurrences for the better understanding of their distribution in time, space, and magnitude. The main goal of this dissertation is to propose new stochastic models and advanced statistics for the study of the short and long-term properties of seismicity in time. Towards this direction, we introduce the use of the Markovian Arrival Process for modeling the temporal distribution of seismicity, which can be seen as a stochastic point process with intensity rate driven by a hidden Markov model. It shows large flexibility that has been emerged to be useful for capturing a large variety of behaviors and under appropriate parameterization can approximate a wide class of counting processes like the Poisson process, renewal models and more bursty ones. However, the increased flexibility of the model is linked to the large parameter set necessary for the approximation of the observed behavior sufficiently close. For the fitting of the parameters, we use the Expectation-Maximization algorithm which is an appropriate approach in problems with unobserved data. We introduce a grid-based method for the choice of the initial parameter set which we implement in a parallel-framework for reducing the required computational time. One basic issue when a hidden process is applied, is to estimate the most probable sequence of latent states. For this problem, we propose the use of a local decoding algorithm that considers the forward-backward equations, and we verify its stability on simulated catalogs. The evaluated transitions among the hidden states of the MAP model indicate changes in seismicity rate, therefore, we propose the use of the model as an off-line tool for change point detection. The identification of seismicity rate changes is important as they can be associated with seismic clusters triggered either from stress changes or fluid intrusion. We establish a two-step clustering procedure that comprises the MAP model, for an initial separation of the background seismicity from potential seismic excitations, using the revealed changes in the seismicity rate, and a density-based clustering algorithm, DBSCAN, for the detection of elevated density areas in space. We evaluate its performance on a simulated earthquake catalog where the structure of the clusters is known a-priori. Earthquake clustering is an essential aspect of short-term seismicity that can provide crucial information for the determination of faulting geometry as well as to extract useful information on the aftershock productivity of the study area and the behavior of the foreshock activity, whereas background seismicity is also essential to probabilistic seismic hazard analysis for the production of hazard maps. We detect the seismic clusters of three major seismic zones in Greece and provide their clustering properties with the use of the Epidemic Type Aftershock Sequence model, that incorporates the well-established Utsu productivity law and Omori-Utsu law, respectively. Concerning the long-term properties of seismicity, we assume that large earthquakes temporal distribution is characterized by non-stationarity, between extended periods of seismic quiescence with long inter-event times that characterize the tail of their distribution and periods of moderate seismic activity. The short-term concentration of seismicity often obscures long-term features that may characterize the earthquakes temporal distribution, therefore we consider the long inter-event times as extreme events due to their rarity and propose a two-step estimation procedure of the model, where the extreme events are estimated separately from the short-time values. Statistical analysis and forecasting in problems that incorporate extreme events is known to be highly complex as the short times do not conform well with the rare large values, and the extremes are estimated separately ignoring the potential effects of the short-time data. We provide pseudo-prospective experiments based on simulations of the earthquake temporal distribution to demonstrate the contribution of the MAP model to the forecasting of large earthquakes number and for the comparison against the Poisson, non-Poisson renewal models and the temporal ETAS model.

Οι ισχυροί σεισμοί προκαλούν τη μεγαλύτερη θνησιμότητα μεταξύ των φυσικών καταστροφών, αποτελώντας σημαντική απειλή για την κοινωνία και προκαλώντας σοβαρές ζημιές και απώλειες ζωών. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη στοχαστικών μοντέλων με σκοπό την πρόγνωση σεισμών και την ποσοτικοποίηση των προγνωστικών τους ικανοτήτων, παρέχοντας πληροφορίες που βοηθούν στην αποκάλυψη πτυχών της σεισμογένεσης και συμβάλλουν στην εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας. Η στατιστική σεισμολογία αποτελεί ένα επιστημονικό πεδίο που επικεντρώνεται στη στατιστική μοντελοποίηση της σεισμικότητας με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της κατανομής των σεισμών στο χρόνο και χώρο. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη η παρούσα διατριβή, με κύριο στόχο να προτείνει νέα στοχαστικά μοντέλα και προηγμένα στατιστικά εργαλεία για τη μελέτη των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ιδιοτήτων της σεισμικότητας στο χρόνο. Προτείνουμε τη χρήση του μοντέλου Μαρκοβιανών Διαδικασιών Αφίξεων (ΜΔΑ) για τη μοντελοποίηση της χρονικής κατανομής της σεισμικότητας. Το μοντέλο θεωρείται μια στοχαστική σημειακή διαδικασία με ρυθμό γένεσης που καθοδηγείται από ένα κρυφό Μαρκοβιανό μοντέλο. Παρουσιάζει μεγάλη ευελιξία καθώς υπό την κατάλληλη παραμετροποίηση μπορεί να προσεγγίσει μια ευρεία κατηγορία στοχαστικών διαδικασιών, όπως η διαδικασία Poisson, μοντέλα ανανέωσης και πιο εκρηκτικές διαδικασίες. Ωστόσο, το τίμημα για την αυξημένη ευελιξία του μοντέλου συνδέεται με το μεγάλο πλήθος παραμέτρων που χρειάζεται να εκτιμηθούν. Για την προσαρμογή των παραμέτρων χρησιμοποιήθηκε ο αλγόριθμο Expectation-Maximization που θεωρείται κατάλληλη προσέγγιση σε προβλήματα με μη παρατηρήσημα δεδομένα. Για την επιλογή των αρχικών παραμέτρων του αλγορίθμου εισάγαμε μία μέθοδο που βασίζεται στην κατασκευή πλέγματος, την οποία υλοποιήσαμε με παράλληλο προγραμματισμό για τη μείωση του απαιτούμενου υπολογιστικού χρόνου. Ένα βασικό πρόβλημα σε διαδικασίες με κρυφές καταστάσεις είναι η εκτίμηση της πιο πιθανής ακολουθίας των κρυφών καταστάσεων. Προτείναμε έναν αλγόριθμο αποκωδικοποίησης με τη χρήση των εμπρός-πίσω εξισώσεων, και επαληθεύσαμε τη σταθερότητά του σε προσομοιωμένους καταλόγους. Οι εκτιμώμενες μεταβάσεις μεταξύ των κρυφών καταστάσεων του μοντέλου ΜΔΑ υποδεικνύουν αλλαγές στο ρυθμό σεισμικότητας, επομένως, προτείνουμε τη χρήση του μοντέλου ως εργαλείο για την ανίχνευση σημείων αλλαγής στη σεισμικότητα. Ο προσδιορισμός των αλλαγών του ρυθμού σεισμικότητας είναι σημαντικός, καθώς μπορεί να συσχετισθεί με σεισμικές συστάδες που προκαλούνται είτε από μεταβολές στο πεδίο των τάσεων είτε από τη διάχυση ρευστών. Αναπτύσσουμε μία διαδικασία συσταδοποίησης δύο βημάτων που περιλαμβάνει το μοντέλο ΜΔΑ, για τον αρχικό διαχωρισμό της σεισμικότητας υποβάθρου από πιθανές σεισμικές διεγέρσεις, χρησιμοποιώντας τις εκτιμώμενες αλλαγές στον ρυθμό σεισμικότητας και έναν αλγόριθμο συσταδοποίησης με κριτήριο την πυκνότητα των δεδομένων στο χώρο, DBSCAN, για την ανίχνευση περιοχών με αυξημένη συγκέντρωση σεισμών. Αξιολογούμε την απόδοσή του σε έναν προσομοιωμένο κατάλογο σεισμών όπου η δομή των συστάδων είναι γνωστή εκ των προτέρων. Η ομαδοποίηση σεισμών αποτελεί κομμάτι της βραχυπρόθεσμης σεισμικότητας και παρέχει κρίσιμες πληροφορίες για τον προσδιορισμό της γεωμετρίας ρηγμάτων καθώς και για την παραγωγικότητα των μετασεισμικών ακολουθιών μίας περιοχής μελέτης όπως επίσης για την ύπαρξη προσεισμικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η σεισμικότητα υποβάθρου είναι απαραίτητη για την πιθανολογική ανάλυση του σεισμικού κινδύνου. Εφαρμόζουμε τον αλγόριθμο συσταδοποίησης σε τρεις κύριες σεισμικές ζώνες του ελληνικού χώρου και υπολογίζουμε τις ιδιότητες των ανιχνευμένων συστάδων με τη χρήση του μοντέλου ETAS, το οποίο ενσωματώνει εμπειρικούς νόμους όπως τον νόμος παραγωγικότητας του Utsu και τον νόμο Omori-Utsu. Σχετικά με τις μακροπρόθεσμες ιδιότητες της σεισμικότητας, υποθέτουμε ότι η χρονική κατανομή των ισχυρών σεισμών χαρακτηρίζεται από μη στασιμότητα, συγκεκριμένα εκτεταμένοι περίοδοι σεισμικής ηρεμίας εναλλάσσονται με περιόδους μέτριας σεισμικής δραστηριότητας. Δείχνουμε ότι η χρονική συμπεριφορά τους δεν μπορεί να προσεγγισθεί ικανοποιητικά από το μοντέλο ΜΔΑ λόγω της παρουσίας βραχυπρόθεσμης σεισμικότητας. Η βραχυπρόθεσμη συγκέντρωση της σεισμικότητας συχνά εμποδίζει τη μελέτη μακροπρόθεσμων ιδιοτήτων που μπορεί να χαρακτηρίζουν τη χρονική κατανομή των σεισμών, επομένως θεωρούμε τους μεγάλους χρόνους μεταξύ συμβάντων ως ακραία γεγονότα λόγω της σπανιότητάς τους και προτείνουμε μια διαδικασία εκτίμησης δύο βημάτων για το μοντέλο, όπου τα ακραία φαινόμενα εκτιμώνται χωριστά από τα υπόλοιπα δεδομένα. Η στατιστική ανάλυση και πρόβλεψη σε προβλήματα που ενσωματώνουν ακραία φαινόμενα είναι γνωστό ότι είναι πολύ περίπλοκη, καθώς οι σύντομοι χρόνοι δεν συμμορφώνονται καλά με τις σπάνιες μεγάλες τιμές, και σε πολλές περιπτώσεις λαμβάνονται υπόψιν χωριστά ώστε να αποφύγουμε τις πιθανές επιπτώσεις των βραχυχρόνιων δεδομένων. Παρέχουμε προγνωστικά πειράματα βασισμένα σε προσομοιώσεις της χρονικής κατανομής των σεισμικών συμβάντων για να δείξουμε τη συμβολή του μοντέλου ΜΔΑ στην πρόβλεψη του πλήθους ισχυρών σεισμών και για τη σύγκριση με τα μοντέλα Poisson, μη Poisson μοντέλα ανανέωσης και το χρονικό μοντέλο ETAS.

 
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12816</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12476</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Γεωλογική δομή και τεκτονική ανάλυση του Τεκτονικού Καλύμματος του Βερμίου = Geological structure and structural analysis of the Vermion Nappe.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Γεωργιάδης, Γεώργιος Αλέξανδρος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Το Τεκτονικό Κάλυμμα του Βερμίου (ΤΚΒ) εντοπίζεται στο όρος Βέρμιο, στο όριο Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Με βάση τα νέα δεδομένα υπαίθρου το ΤΚΒ συγκροτείται, από κάτω προς τα πάνω, από ερυθρούς ρουδίτες ηλικίας Απτίου – Αλβίου και από κροκαλοπαγή, ασβεσταρενίτες και ασβεστόλιθους ηλικίας Άνω Κρητιδικού. Το ΤΚΒ υπέρκειται τεκτονικά τόσο στα Ανωκρητιδικά ιζήματα όσο και σε ένα Ιουρασικής ηλικίας, σχιστολιθικό μείγμα (mélange) της Πελαγονικής Ζώνης. Υπολειμματικά τεμάχη από προ-Ανωκρητιδικά πετρώματα, που περιλαμβάνουν μετα-κλαστικά, οφιόλιθους, σχιστόλιθους και ανακρυσταλλωμένους ασβεστόλιθους, βρίσκονται στη βάση του καλύμματος, τεκτονικά σφηνωμένα ανάμεσα στο ΤΚΒ και τα υποκείμενα πετρώματα. Η τοποθέτηση αυτών των πετρωμάτων έγινε ταυτόχρονα με την τοποθέτηση του ΤΚΒ. Τα πετρώματα του ΤΚΒ παρουσιάζουν υπο-οριζόντια γεωμετρία, κλίνωντας με μικρές-ενδιάμεσες γωνίες προς τα ανατολικά ή δυτικά. Σε χαρτογραφική κλίμακα παρουσιάζουν μια πτύχωση σε γενική διεύθυνση Β-Ν. Η βασική εφίππευση του ΤΚΒ αποτελεί μια ζώνη παραμόρφωσης πάχους μερικών μέτρων που γενικά παρουσιάζει υπο-οριζόντια γεωμετρία και κίνηση προς τα Δ-ΔΝΔ. Τέσσερα παραμορφωτικά γεγονότα αναγνωρίστηκαν στην περιοχή μελέτης. Το πρώτο παραμορφωτικό γεγονός, D1, αποτελεί μια συμπίεση σε ΑΒΑ-ΔΝΔ διεύθυνση που χρονολογείται στο Άνω Ιουρασικό – Κάτω Κρητιδικό. Αυτό το παραμορφωτικό γεγονός προκάλεσε στα προ-Ανωκρητιδικά πετρώματα της Πελαγονικής, σφιχτές – υπο-ισοκλινείς πτυχές ΒΒΔ-ΝΝΑ διεύθυνσης με φορά προς τα ΔΝΔ και την κύρια φύλλωση (S1) των παραπάνω πετρωμάτων, που είναι παράλληλη στην αρχική τους στρώση (S0). Το παραμορφωτικό αυτό γεγονός συνδέεται με την τοποθέτηση των οφιολίθων πάνω στα Τριαδικά – Ιουρασικά πετρώματα της Πελαγονικής με προέλευση από την ωκεάνια περιοχή του Αξιού. Το δεύτερο παραμορφωτικό γεγονός, D2, χρονολογείται στο Άνω Ιουρασικό – Κάτω Κρητιδικό και αποτελεί μια συμπίεση σε ΒΔ-ΝΑ διεύθυνση. Αυτό το παραμορφωτικό γεγονός αποτυπώνεται μόνο στα προ-Ανωκρητιδικά πετρώματα της Πελαγονικής, προκαλώντας σφιχτές – κλειστές, ασύμμετρες, ανεστραμμένες πτυχές ΒΑ-ΝΔ διεύθυνσης, με φορά προς τα ΝΑ και κατά θέσεις μια S2 αξονική σχιστότητα. Επιπλέον, αναπτύσσονται διατμητικές ζώνες με γραμμώσεις ολίσθησης ΒΔ-ΝΑ διεύθυνσης και κίνηση προς τα ΝΑ. Το παραμορφωτικό αυτό γεγονός πιθανώς συνδέεται με την τοποθέτηση ενός δεύτερου οφιολιθικού καλύμματος στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονικής με προέλευση από τον ωκεάνιο χώρο της Πίνδου. Το τρίτο παραμορφωτικό γεγονός, D3, αποτελεί μια συμπίεση σε ΒΑ-ΝΔ έως Α-Δ συμπίεση που χρονολογείται στο Τριτογενές. Το παραμορφωτικό αυτό γεγονός επηρέασε τα πετρώματα όλων των ενοτήτων της περιοχής προκαλώντας κλειστές-ανοιχτές, ασύμμετρες πτυχές με ΒΔ-ΝΑ έως Β-Ν αξονικές διευθύνσεις. Οι πτυχές αυτές έχουν φορά προς τα ΝΔ – Δ και συνδέονται με μια αξονική σχιστότητα S3 στα πετρώματα της Πελαγονικής, ενώ στο ΤΚΒ και στην Αλμωπία έχουν φορά είτε προς τα δυτικά είτε προς τα ανατολικά και συνδεόνται με την ανάπτυξη μιας αξονικής σχιστότητας S1. Η τοποθέτηση του ΤΚΒ έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια αυτού του γεγονότος. Επιπλέον, σε αυτό το παραμορφωτικό γεγονός οφείλεται η λεπίωση και η δημιουργία δίπλοκων (duplexes) στα Τριαδικά – Ιουρασικά μάρμαρα της Πελαγονικής, καθώς και η λεπίωση των πετρωμάτων της Αλμωπίας. Το γεγονός αυτό συνδέεται με την σύγκρουση της πλάκας της Απουλίας με το Ευρασιατικό περιθώριο. Το τέταρτο παραμορφωτικό γεγονός, D4, αποτελεί μια συμπίεση σε διεύθυνση Β-Ν που χρονολογείται στο Άνω Ολιγόκαινο – Κάτω Μειόκαινο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τη δημιουργία κλειστών-ανοιχτών πτυχών, αξονικής διεύθυνσης Α-Δ, στα πετρώματα όλων των ενοτήτων της περιοχής, καθώς και την τοπική επαναδραστηριοποίηση των προηγούμενων τεκτονικών επαφών με ΒΒΔ-ΝΝΑ διεύθυνσης γραμμώσεις. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια βραδυ-ορογενετική συμπίεση, παράλληλα περίπου στην ορογενετική διεύθυνση των Ελληνίδων.

The Vermion Nappe is located in Mt Vermion, on the border of Western and Central Macedonia. The new field data reveal that the Vermion Nappe comprises, from bottom to top, red-matrix rudites of Aptian – Albian age, and Upper Cretaceous conglomerates, calcarenites and limestones. The Vermion Nappe tectonically overlie both the Maastrichtian flysch and a Jurassic schistose mélange of the Pelagonian Zone. Fragments of pre- Upper Cretaceous rocks, consisting of meta-clastics, ophiolites, schists and recrystallized limestones, were found at the base of the nappe, tectonically wedged between the Vermion Nappe and the underlying rocks. These rocks were emplaced along with the Vermion Nappe. The rocks of the Vermion Nappe are sud-horizontal,dipping with low-medium angles to the east or west. In map-scale these rocks are folded with N-S trending folds. The basal thrust of the Vermion Nappe is a deformation zone with thickness up to a few meters, that is generally sub-horizontal with W-WSW – directed kinematics. Four deformational events are recognized in the study area. The first deformational event, D1, is an ENE-WSW trending compression that is dated in Late Jurassic – Early Cretaceous. This deformational event affected the pre- Upper Cretaceous rocks of the Pelagonian Zone, forming tight – sub-isoclinal, NNW-SSE trending, WSW-verging folds and the main foliation (S1) of the previous rocks, which is parallel to their bedding (S0). This deformational event is associated with the W-ward emplacement of the ophiolitic nappe on the Triassic – Jurassic rocks of the Pelagonian Zone. This ophiolitic nappe originated from the Axios oceanic basin. The second deformational event, D2, is a NW-SE trending compression that is dated in Late Jurassic – Early Cretaceous. This event affected the pre- Upper Cretaceous rocks of the Pelagonian Zone, causing close-tight, asymmetric, overturned, NE-SW trending, SE-verging folds and locally an S2 axial schistosity. Also, shear zones are formed with NW-SE trending lineations and top-to-SE direction of movement. This deformational event is probably associated with the emplacement of a second ophiolitic nappe on the western Pelagonian margin, derived from the Pindos oceanic basin. The third deformational event, D3, is a Tertiary, NE-SW to E-W trending compression. This event affected the rocks of all the units of the study area causing close-open, asymmetric, NW-SE to N-S trending folds. These folds are SW- to W-verging and are associated with an S3 axial schistosity in the Pelagonian Zone, whereas in the Vermion Nappe and the Almopias Zone they are either W-verging or E-verging and are associated with an S1 axial schistosity. The WSW-directed emplacement of the Vermion Nappe took place during this event. Furthermore, the duplexes in the Triassic – Jurassic Pelagonian marbles and the Almopian imbricates were formed during this event. This deformational event was the result of the collision of the Apulia plate with the Eurasian margin. The fourth deformational event, D4, is an N-S trending compression that is dated in Late Oligocene – Early Miocene. During this event, the rocks of all the units in the area were folded with close-open E-W trending folds. Also, the pre-existing tectonic contacts were re-activated locally with NNW-SSE trending lineations. This deformational event is a late-orogenic compression, approximately parallel to the trend of the Hellenides.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12476</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12688</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:47Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Δυναμικός υποβιβασμός κλίμακας του περιοχικού κλιματικού μοντέλου RegCM για την ελληνική περιοχή: Στατιστική ανάλυση, δυναμική αξιολόγηση, επιπτώσεις και μελλοντικά σενάρια = Dynamical downscaling of regional climate model RegCM for the Greek region: Statistical assessment, dynamical evaluation, effects and future scenarios.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Βελίκου, Κονδυλία Κωνσταντίνος</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Σκοπός της διατριβής ήταν η βελτίωση των προσομοιώσεων του περιοχικού κλιματικού μοντέλου RegCM4 για την περιοχή της Μεσογείου, έτσι ώστε να παραχθούν αξιόπιστες προβολές υψηλής κλίμακας για την ανάπτυξη και ανάλυση του μελλοντικού κλίματος στην Ελλάδα μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα. Αρχικά πραγματοποιήθηκε έλεγχος της ικανότητας του περιοχικού κλιματικού μοντέλου RegCM4 να προσομοιώνει ικανοποιητικά τη θερμοκρασία, τη βροχόπτωση και την πίεση στη μέση στάθμη της θάλασσας στην περιοχή μελέτης με χρήση της βάσης δεδομένων E-OBS. Λαμβάνοντας υπόψιν τον σημαντικό ρόλο που παίζουν οι διαφορετικές φυσικές παραμετροποιήσεις του μοντέλου, η επιλογή του μοντέλου γενικής κυκλοφορίας που χρησιμοποιείται ως «γονέας», καθώς και η περιοχή ενδιαφέροντος (τοπογραφία, χρήσεις γης) στην προσομοίωση του κλίματος, έγινε έλεγχος ευαισθησίας του μοντέλου στα διαφορετικά σχήματα φυσικών παραμετροποιήσεων, με τη χρήση μιας σειράς παραμέτρων που θεωρείται ότι επηρεάζονται από αυτές τις παραμετροποιήσεις. Τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου έδωσαν μια πρώτη εικόνα για τις πιθανές αλλαγές στις φυσικές παραμετροποιήσεις του μοντέλου, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ο καταλληλότερος συνδυασμός για τις προσομοιώσεις του RegCM4 στην περιοχή της Μεσογείου. Στη συνέχεια, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει έλεγχος και αξιολόγηση του συνδυασμού των αλλαγών στις φυσικές παραμετροποιήσεις του μοντέλου που θεωρήθηκαν ότι βελτιώνουν μεμονωμένα τις προσομοιώσεις στην περιοχή μελέτης. Για τον έλεγχο αυτό χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα μέσης θερμοκρασίας και συνολικής βροχόπτωσης από τη βάση δεδομένων ERA-Interim, καθώς και αντίστοιχα δεδομένα από 18 σταθμούς που καλύπτουν την περιοχή της Μεσογείου και προέρχονται από τη βάση δεδομένων σταθμών ECA&amp;D. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε ο δυναμικός υποβιβασμός κλίμακας του περιοχικού κλιματικού μοντέλου RegCM4 και αναδείχθηκε η αναγκαιότητα ενός κλιματικού μοντέλου υψηλής κλίμακας σε περιοχές με ιδιαίτερη τοπογραφία. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με τη σύγκριση της αρχικής προσομοίωσης χωρικής ανάλυσης 25×25km με την προσομοίωση υψηλής ανάλυσης 10×10km για τον Ελληνικό χώρο. Τέλος, αναπτύχθηκαν και αναλύθηκαν οι μελλοντικές προβολές του κλίματος στην Ελλάδα ως το τέλος του 21ου αιώνα σύμφωνα με το σενάριο εκπομπών RCP4.5, με χρήση της προσομοίωσης υψηλής ανάλυσης (10 km).

The aim of the present thesis was to improve the simulations of regional climate model RegCM4 for the Mediterranean region, in order to produce more dependable high-resolution projections for the development and analysis of future climate in Greece by the end of the 21st century. On a first step, the ability of regional climate model RegCM4 to simulate satisfactorily temperature, precipitation, and mean sea level pressure in the area of study was tested using E-OBS database. Taking into account the important role played by the different physics parameterizations of the regional climate model, the choice of a general circulation model that is used as a driving field in the simulations, as well as the area of interest (topography and land use) in the simulation of the climate, a sensitivity analysis of RegCM4 to the different physics parameterizations was conducted, using a number of parameters that are assumed to be affected by these configurations. From the evaluation of this sensitivity analysis, the possible changes in the model’s configurations that could be considered as the most appropriate combination for RegCM4 simulations in the Mediterranean region occurred. For this purpose, mean temperature and total precipitation data from the ERA-Interim database, as well as corresponding data from 18 stations that cover the Mediterranean region and derive from the ECA&amp;D daily observations database, were utilized. Subsequently, the dynamical downscaling of regional climate model RegCM4 was performed and the necessity of a high-resolution climate model in areas with complex terrain was highlighted. This objective was achieved by comparing the initial simulation (25×25km) to the high-resolution simulation (10×10km) in Greece. Finally, the future projections of climate in Greece until the end of the 21st century were developed and analyzed according to RCP4.5 emission scenario, using the high-resolution projection (10 km).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12688</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header status="deleted">
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13085</identifier>
				<datestamp>2024-10-10T08:57:28Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12414</identifier>
				<datestamp>2022-01-10T08:03:37Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"191108 2019                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Πετρολογική και γεωχημική μελέτη του πλουτωνίτη του Παπίκιου όρους = Petrological and geochemical study of Mt Papikion pluton.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Δρακούλης, Αλέξανδρς Θ.</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διατριβή εξετάζεται ο πλουτωνίτης του Παπικίου Όρους, που ανήκει γεωτεκτονικά στον Δόμο του Κάρδαμου. Εκτείνεται από την περιοχή του Ίασμου στα ανατολικά, έως την περιοχή της Κομοτηνής στα δυτικά, και από το ρήγμα Ξάνθης-Κομοτηνής νότια, έως τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα προς τα βόρεια. Ο πλουτωνίτης έχει χαρακτηριστική γνευσιακή υφή κυρίως στα περιθώριά του και καλύπτει περίπου 100 km2 στο νοτιοδυτικό τμήμα του δόμου του Κάρδαμου. Νοτιοδυτικά συνορεύει δύο εμφανίσεις μαρμάρων. Στο βορειοανατολικό του τμήμα έρχεται σε επαφή με γνευσίους. Οι γνεύσιοι αντιπροσωπεύουν την κατώτερη ενότητα του Δόμου του Κάρδαμου και τα μάρμαρα αποτελούν την ενδιάμεση ενότητα. Αναγνωρίστηκαν 3 κύριες πετρογραφικές ομάδες: α) διορίτες (Dr), β) γρανοδιορίτες (Grd) και γ) συηνογρανίτες (SnGr). Οι ξενόλιθοι απαντώνται σχεδόν σε όλο τον πλουτωνικό όγκο σε ποικιλία σχημάτων και μεγέθους. Σε μια μόνο περιοχή έχουν βρεθεί εγκλείσματα. Η περιοχή αυτή καταλαμβάνει περίπου 300 m2 όπου υπάρχει αφθονία και ποικιλία εγκλεισμάτων. Τα ορυκτά που εμφανίζονται στους παραπάνω πετρογραφικούς τύπους είναι: ο χαλαζίας, τα πλαγιόκλαστα, οι καλιούχοι άστριοι, η κεροστίλβη, ο βιοτίτης, το επιδοτο (και ως δευτερογενές), ο τιτανίτης, το ζιρκόνιο, ο απατίτης. Από τα μεταλλικά ορυκτά βρέθηκαν μαγνητίτης, σιδηροπυρίτης και ιλμενίτης. Τα πετρώματα είναι μεταργιλικά έως υπεραργιλικά, εμφανίζουν υψηλές περιεκτικότητες σε K2O και ταξινομούνται ως ασβεσταλκαλικά και υψηλού Κ ασβεσταλκαλικά πετρώματα. Τα διαγράμματα κατανομής των REE είναι παρόμοια, γεγονός που υπονοεί ότι τα πετρώματα του πλουτωνίτη του Παπικίου Όρους είναι συμμαγματικά. Συμπερασματικά για τις συνθήκες κρυστάλλωσης του πλουτωνίτη του Παπικίου Όρους προκύπτει ότι ο κύριος όγκος του πλουτωνίτη διείσδυσε σε μεγάλο βάθος και σε σχετικά υψηλές πιέσεις, περίπου 5 kbars, όπως έδειξε το βαρόμετρο της αμφιβόλου. Η διαδικασία εξέλιξης του πλουτωνίτη μπορεί να περιγραφεί ως μία διαδικασία αφομοίωσης με ταυτόχρονη κλασματική κρυστάλλωση (ΑFC). Οι πετρογραφικοί τύποι του πλουτωνίτη του Παπικίου Όρους είναι αποτέλεσμα κλασματικής κρυστάλλωσης δύο διοριτικών μαγμάτων, που έχουν μικρές γεωχημικές διαφορές μεταξύ τους, και ταυτόχρονα αφομοιώνουν τα πετρώματα στα οποία διεισδύουν, δηλαδή τον γνεύσιο και τον μετα-SnGr. Οι ολικοί συντελεστές κατανομής που υπολογίστηκαν από τα μοντέλα ΑFC συμφωνούν με την κρυστάλλωση πλαγιοκλάστου + καλιούχου αστρίου + κεροστίλβης + βιοτίτη + απατίτη + ζιρκονίου + αλλανίτη + τιτανίτη + μαγνητίτη. Οι σύμφωνες ηλικίες των τριών δειγμάτων που χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο U-Pb σε ζιρκόνια είναι πανομοιότυπες. Η μέση τιμή είναι 236±8 Ma η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως η ηλικία κρυστάλλωσης των δειγμάτων καθώς και ως η ηλικία της διείσδυσης του πλουτωνίτη, προτείνοντας ένα μαγματικό επεισόδιο στο Άνω-Μέσο Τριαδικό. Ο πλουτωνίτης συνδέεται με μαγματισμό ηφαιστειακού τόξου όπως φαίνεται από τα διακριτικά διαγράμματα που χρησιμοποιήθηκαν. Παλαιογεωγραφικές μελέτες και με πλήθος χαρτών πολλοί συγγραφείς έχουν επιβεβαιώσει αυτό το ενεργό ηπειρωτικό περιθώριο την χρονική περίοδο του Μέσου Τριαδικού όπου η ΠαλαιοΤηθύς κλείνει, ο ωκεάνιος φλοιός υποβυθίζεται κάτω από ηπειρωτικά μπλοκ της Ευρασίας με κατεύθυνση περίπου βόρεια δημιουργώντας ενεργά ηπειρωτικά περιθώρια τόσο με την Ροδόπη όσο και με άλλα ηπειρωτικά μπλοκ στο νότιο τμήμα τους.

This thesis examines the plutonite of Mt Papikion, which belongs geotectonically to the Dome of Kardamos and covers about 100 km2 in the southwestern part of the Dome in Greece. It extends from the region of Iasmos in the east to the area of Komotini in the west and from the Xanthi-Komotini ‘s fault in the south to the Greek-Bulgarian borders in the north. The plutonite has a distinctive gneiss texture mainly on its margins. In the southwest it comes in contact with marbles. In its northeastern part it comes into contact with gneiss, penetrating the Kardamos Dome. The gneiss represents the lower unit of the Kardamos Dome and the marbles, the intermediate unit. Τhree main petrographic groups were identified: (a) Diorite (Dr), (b) Granodiorite (Grd), and c) Syeno-granite (SnGr). Xenoliths are found almost everywhere in the plutonite in a variety of shapes and sizes. Mafic microgranular enclaves have been found only in one area (approximately 300 m2) where there is an abundance and variety of enclaves. The minerals that appear in the above petrographic types are: quartz, plagioclases, k-feldspars, hornblende, biotite, epidote (magmatic and secondary), titanite, zircon and apatite. Metallic minerals as magnetite, pyrite and ilmenite have also been found. The rocks are metalluminous to peralluminous, exhibit high levels of K2O and they are classified as calc-alkaline and high K calc-alkaline rocks. The patterns of REEs are similar, suggesting that the rocks of the Mt Papikion plutonite are syn-magmatic. The plutonite crystallization conditions indicate that the bulk of the plutonite penetrated at a deep level and relatively high pressures, about 5 kbars, as the barometer of the amphibole showed. The plutonite’s evolution can be described as a process of assimilation with simultaneous fractional crystallization (AFC). The petrographic types of the Mt Papikion plutonite are essentially the result of a fractional crystallization of two melts, which have small geochemical differences, and at the same time assimilate the rocks into which they penetrate, namely gneiss and meta-SnGr. The total distribution coefficients calculated by the AFC models are consistent with the crystallization of plagioclase + K-feldspar + hornblende + biotite + apatite + zircon + alanite + titanite + magnetite. Concordia ages of the three samples dated with the U-Pb method in zircons are identical. The mean value is 236±8 Ma which can be considered as the age of crystallization of the samples as well as the age of plutonite intrusion, suggesting a magmatic episode in the Upper-Middle Triassic. The plutonite is associated with volcanic arc magmatism as shown by the diagrams used. During the Middle Triassic, as various researchers’ state, the ocean of Paleo-Tethys closes and the ocean plate subducts under individual parts of Eurasian continental blocks (active continental margins).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2019-05-29 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12414</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2019</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2019 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13086</identifier>
				<datestamp>2025-03-19T09:30:15Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"241010 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Εκτίμηση επικινδυνότητας βραχοκαταπτώσεων στον αρχαιολογικό χώρο Δελφών = Rockfall hazard assessment in the archaeological site of Delphi.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Δεβλιώτη, Κυριακή Δημήτριος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Οι Μνημειακοί Χώροι, ιδίως κοντά σε μεγάλους ορεινούς όγκους, έρχονται αντιμέτωποι με φαινόμενα βραχοκαταπτώσεων. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί και η περιοχή έρευνας. Στην παρούσα διδακτορική διατριβή αναπτύσσεται και εφαρμόζεται μεθοδολογία εκτίμησης και ανάλυσης της επικινδυνότητας (Hazard) στον Αρχαιολογικό Χώρο των Δελφών, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσα από τρισδιάστατη (3D) τροχομετρική ανάλυση, βασισμένη στην τεχνολογία μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων (ΣΜηΕΑ) (UAV). Τα στάδια της μεθοδολογίας, τα οποία αναπτύχθηκαν είναι τα ακόλουθα: α) καταγραφή της περιοχής έρευνας, με λήψη δεδομένων από πτήση με UAV, β) επεξεργασία των πρωτογενών τρισδιάστατων (3D) νεφών σημείων, δημιουργία πολύ υψηλής ανάλυσης δεδομένων και τρισδιάστατων μοντέλων (ορθοφωτογραφία, ψηφιακό μοντέλο εδάφους) και εξαγωγή των στοιχείων προσανατολισμού των ασυνεχειών (γωνία κλίσης, διεύθυνση κλίσης) και της απόστασης μεταξύ των επιφανειών των ασυνεχειών των ίδιων οικογενειών (spacing), σε εμμένουσα, και μη, κατάσταση, γ) χαρτογράφηση της συνολικής έκτασης του ασβεστολιθικού πρανούς, ανάντη του Μνημειακού Χώρου και εκτίμηση της επιδεκτικότητας (susceptibility) των βραχοκαταπτώσεων, με τη χρήση του ενιαίου τρισδιάστατου μοντέλου νέφους σημείων (3D point cloud) της περιοχής έρευνας, από τη λήψη πολλαπλών αεροφωτογραφιών με UAV. Συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκε χαρτογράφηση και υπολογισμός του όγκου (m3) των κενών (scars) των βραχωδών τεμαχών, στην επιφάνεια του βραχώδους πρανούς, από προηγούμενα φαινόμενα αστοχίας. Συνολικά αναγνωρίστηκαν 119 μπλοκ (scars) επάνω στην επιφάνεια του ασβεστολιθικού πρανούς, με μέση τιμή αποκολλημένου βραχώδους υλικού 22,2 m3. Παράλληλα μετρήθηκαν οι όγκοι (m3) των μπλοκ που έχουν αστοχήσει, με μέση τιμή όγκου 7,6 m3, λαμβάνοντας υπόψη το φαινόμενο του κερματισμού (fragmentation), από τη στιγμή της αποκόλλησής τους από το πρανές, μέχρι την τελική θέση απόθεσή τους, δ) εκτίμηση της επικινδυνότητας (Hazard) βραχοκαταπτώσεων, με πραγματοποίηση τρισδιάστατων τροχομετρικών αναλύσεων με το λογισμικό RocPro3D v.6.1, με σεισμικές συνθήκες (σεισμική ακολουθία του 1870) και υπολογισμό της μέγιστης ταχύτητας εδαφικής κίνησής PGV (m/s) ίση με 0,41 m/sec. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν τροχιακές αναλύσεις προσομοίωσης, από τέσσερις θέσεις-ζώνες εκκίνησης πιθανής βραχοκατάπτωσης, οι οποίες καλύπτουν το σύνολο του Αρχαιολογικού Χώρου. Δημιουργήθηκαν, επομένως, τα εξής σενάρια: 1) σεισμικές (PGV=0,41m/sec) και 2) ασεισμικές (PGV=0 m/sec) συνθήκες και 1) διάμετρο (d) βραχωδών τεμαχών 1m και 2) διάμετρο (d) 1,3m, 1,5m, 1,3m και 1,5m, για κάθε θέση και τα αποτελέσματα αποτυπώθηκαν σε τρισδιάστατους φακέλους και χάρτες. Παράλληλα, αξιολογήθηκαν οι μεταβολές των τιμών της έντασης (kJ), με τη χρήση του λογισμικού RocPro3D v.6.1, σε τρισδιάστατο περιβάλλον (3D) και του λογισμικού Rocfall (Rocscience Inc.), σε δισδιάστατο περιβάλλον (2D), και για τις τέσσερις επιλεγμένες θέσεις. παρουσιάζοντας παρόμοια εικόνα διακύμανσης τιμών ε) ποιοτική αξιολόγηση του βαθμού διακινδύνευσης (Risk), με παράλληλη αξιολόγηση της πιθανότητας διάδοσης (Ppropag) και τα σημεία τερματισμού τους μέσα στον Μνημειακό Χώρο (stop points). Η παραπάνω αξιολόγηση επιτεύχθηκε με τη δημιουργία πινάκων (Risk matrix) και χαρτών χωρικής κατανομής, σε περιβάλλον ArcGIS, τόσο για τις Άμεσες Υλικές, όσο και για τις Άμεσες Άυλες απώλειες. Η παρούσα διδακτορική διατριβή στοχεύει στην ανάπτυξη μιας λεπτομερούς μεθοδολογίας εκτίμησης της επικινδυνότητας (Hazard) και ποιοτικής αξιολόγησης της διακινδύνευσης (Risk) στον Αρχαιολογικό Χώρο των Δελφών, τα αποτελέσματα της οποίας θα αξιοποιηθούν για την πρόταση ορθών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των καταπτώσεων βράχων στον Μνημειακό Χώρο. 
 
Monumental sites, especially near steep mountainous areas, are often facing rockfall phenomena. In this PhD thesis, a methodology for assessing, evaluating and analyzing Rockfall Hazard were developed and applied in the Archaeological Site of Delphi, in Greece. Specifically, rockfall Hazard assessment was carried out through a three-dimensional (3D) trajectometric analysis based on UAV technology (Unmanned Aerial Vehicles). The developed stages of the methodology are the following: a) recording of the study area, by receiving UAV data b) processing of the raw three-dimensional (3D) point clouds, generation of accurate and high resolution data and three-dimensional models (orthophotograph, digital terrain model) and extraction of discontinuity orientation data (dip angle, dip direction) and the distance between the surfaces of the discontinuities belonging in the same discontinuity sets (spacing), in a persistent and non-persistent state, using specialized software packages, c) mapping of the rocky cliff, upwards the Archaeological Site of Delphi and rockfall susceptibility assessment, using the united 3D point cloud of the study area, created from multiple UAV aerial photographs. At this stage mapping and calculation of the rocky blocks (scars) volume (m3), originated from previous rockfall phenomena, was carried out. A total of 119 blocks (scars) were identified and measured on the limestone surface, with an average detached rock block value equal to 22.2 m3. At the same time, fallen rock blocks volume (m3) inside the Monumental Area were identified and also measured, with an average volume value equal to 7.6 m3, taking into account the fragmentation degree, from the detachment till their final deposition in the Archaeological Site, d) rockfall (Hazard) assessment and analysis through three-dimensional trajectometric analyses within RocPro3D v.6.1 software with earthquake triggering factor. In particular, the data of the catastrophic seismic sequence of 1870 were used and the initial PGV velocity (m/s) was calculated equal to 0.41 m/sec. After that, trajectometric simulation analyses from four likely rockfall positions-zones was carried out. So, the following scenarios were created: 1) seismic (PGV=0.41 m/sec) and 2) non-seismic (PGV=0 m/sec) conditions and 1) block diameter (d) equal to 1m and 2) block diameter (d) equal to 1.3 m, 1.5 m, 1.3 m and 1.5 m. The results were depicted on 3D maps and envelopes. In order to observe the changes of the intensity (kJ) spatial variation, RocPro3D v.6.1software, in a three-dimensional environment (3D), as well as Rocfall software (Rocscience Inc.), in a two-dimensional (2D) environment were used, with a similar value variation, e) qualitative Rockfall Risk assessment, considering the probability of propagation (Ppropag) variation and rock blocks approach at the elements of risk of the Site and their stopping points within the Monumental Area. The above Rockfall Risk assessment was achieved by creating tables (Risk matrix) and spatial distribution maps, in ArcGIS environment, for both Direct Material and Direct Intangible losses. Aim of this PhD thesis was the development of a detailed rockfall hazard assessment and a rockfall qualitative risk assessment methodology, the results of which can be used in proposing the appropriate rockfall interventions in the study Area.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13086</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2024</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12637</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Στοχαστική μοντελοποίηση της σεισμογένεσης στην Ελλάδα: εφαρμογές στην εκτίμηση σεισμικής επικινδυνότητας = Stochastic modeling of seismogenesis in Greece: applications for seismic hazard assessment.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μαγγίρα, Ουρανία Γεώργιος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας σύνθετων συστημάτων ρηγμάτων, ιδιαίτερα σε χώρες που πλήττονται συχνά από ισχυρούς σεισμούς, όπως η Ελλάδα, προσελκύει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας διεθνώς. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη η παρούσα διατριβή με απώτερο σκοπό να παραχθούν αξιόπιστα αποτελέσματα για την εκτίμηση πιθανοτήτων γένεσης επικείμενων σεισμών σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από έντονη σεισμικότητα, όπως τον Κορινθιακό Κόλπο, τις κεντρικές Ιόνιες Νήσους, το Βόρειο Αιγαίο αλλά και τον ευρύτερο Ελληνικό χώρο. Αρχικά διερευνήθηκε το Μοντέλο Απελευθέρωσης Τάσης, όπου θεωρείται ότι η ελαστική ανηγμένη παραμόρφωση συσσωρεύεται σε ένα ρήγμα λόγω της συνεχούς τεκτονικής φόρτισης και απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. Το Συζευγμένο Μοντέλο Απελευθέρωσης Τάσης, που αποτελεί εκτεταμένη εκδοχή, εξετάζει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ρηγμάτων και περιοχών, επιτρέποντας διέγερση ή αποδιέγερση της σεισμικής δραστηριότητας γειτονικών περιοχών, λόγω μεταφοράς τάσης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε υπολογιστικά ζητήματα και τρόπους με τους οποίους μπορεί να βελτιωθεί το μοντέλο. Έγινε εμβάθυνση στη βασική συνάρτηση που ελέγχει τη στοχαστική συμπεριφορά της διαδικασίας και ονομάζεται υπό συνθήκη συνάρτηση έντασης. Προτάθηκε μία τροποποίηση του μοντέλου, όπου διερευνάται η μνήμη της σημειακής διαδικασίας, με τέτοιο τρόπο ώστε η γένεση ενός επερχόμενου σεισμού να εξαρτάται μόνο από ένα περιορισμένο πλήθος προηγούμενων αφίξεων. Δόθηκαν διαφορετικοί τρόποι διερεύνησής των αλληλεπιδράσεων στο Συζευγμένο Μοντέλο Απελευθέρωσης Τάσης, που περιλαμβάνουν τον έλεγχο των διαστημάτων εμπιστοσύνης των παραμέτρων μεταφοράς, την εφαρμογή στατιστικών κριτηρίων αλλά και την εισαγωγή εκ των προτέρων περιορισμών που  έχουν προκύψει με βάση το γεωφυσικό νόημα της σημειακής διαδικασίας. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εφαρμογή του σεισμικού μοντέλου μεταφοράς τάσης. Για τη μελέτη της βραχείας κλίμακας σεισμικότητας, εφαρμόστηκε το στατιστικό μοντέλο ETAS, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα ποσοτικοποίησης της σχέσης μεταξύ των σεισμών. Για κάθε περιοχή μελέτης προτάθηκε ένα επιδημικό μοντέλο σύμφωνα με τα δεδομένα που προέρχονται από κάποια περίοδο εκμάθησης. Κατά την περίοδο αυτή το μοντέλο «εκπαιδεύεται» στο χωρο–χρονικό μοτίβο σεισμικότητας, προκειμένου να μπορεί να προσαρμοστεί έγκαιρα μετά τη γένεση ενός ισχυρού σεισμού και να προβλέψει μελλοντικά γεγονότα. Στη συνέχεια έγινε αναδρομικός έλεγχος της απόδοσης του μοντέλου σε κάποια περίοδο ελέγχου, που περιλαμβάνει κατά προτίμηση κάποιον ισχυρό σεισμό. Εκτός από τον έλεγχο με βάση τις ημερήσιες πιθανότητες γένεσης σεισμών πάνω από ένα ορισμένο κατώφλι μεγέθους, η σύγκριση περιελάμβανε το πλήθος των σεισμών –παρατηρούμενων και αναμενόμενων σύμφωνα με το μοντέλο – σε ημερήσια βάση. Επιπλέον, εκτιμήθηκε η χωρική κατανομή των αναμενόμενων σεισμών μέσα από χάρτες χρονικά εξαρτώμενης σεισμικότητας, με στόχο να ελεγχθεί αν συνάδει με τα επίκεντρα των παρατηρούμενων σεισμών. Υιοθετήθηκε τέλος η μέθοδος Pattern Informatics. Δημιουργήθηκαν πίνακες συνάφειας στους οποίους υπολογίζεται κάθε φορά το πλήθος των σεισμών που ορθώς προβλέφθηκαν, το πλήθος των εσφαλμένων συναγερμών, το πλήθος των επιτυχημένων προβλέψεων μη γένεσης και το πλήθος των σεισμών που δεν προβλέφθηκαν. Με βάση αυτές τις ποσότητες υπολογίστηκαν οι τιμές του Ρυθμού των Επιτυχιών και του Ρυθμού των Εσφαλμένων Συναγερμών, του R-αποτελέσματος και του κέρδους πιθανοτήτων, δηλαδή στατιστικών κριτηρίων για τον έλεγχο απόδοσης του μοντέλου, και κατασκευάστηκαν διαγράμματα ROC για να διαπιστωθεί αν τα αποτελέσματα σχετίζονται με αξιόπιστες εκτιμήσεις για την εξέλιξη μίας μετασεισμικής ακολουθίας.

Seismic hazard assessment of complex fault systems attracts the interest of the scientific community, especially in countries that are often struck by strong earthquakes, like Greece. The estimation of the occurrence time of future earthquakes, in a certain region, consists an indispensable part of the studies that are related to the investigation of seismic activity. The main goal of this dissertation is the extraction of reliable results regarding the estimation of probabilities of occurrence of upcoming earthquakes in regions that are characterized by intense seismic activity, namely the Corinth Gulf, central Ionian Islands, North Aegean area and the Greek territory. The Stress Release Model, has been investigated, where elastic strain is accumulated in a fault due to tectonic loading and is released when an earthquake occurs. A modification of the model has been proposed, where the memory of the point process is examined, such that the genesis of a subsequent earthquake depends only on the m most recent arrival times. The Linked Stress Release Model, which is an extended version of the original model, investigates the interactions among faults and regions allowing excitation or damping of the seismic activity of adjacent regions, due to stress transfer. Different ways for the determination of the interactions have been given, including check of the confidence intervals of the transfer parameters, application of statistical criteria and introduction of a priori constraints based on the geophysical meaning. Regarding the short-term seismicity, the statistical model named Epidemic Type Aftershock Sequence (ETAS) model, has been applied. For each study area an epidemic model has been suggested based on data derived from a learning period in which the model is “trained” in the spatio-temporal pattern of seismicity, in order to be able to quickly adjust after the genesis of a strong earthquake and predict future events. A retrospective check of the performance of the model is then carried out in a verification period, which should ideally include a strong event. Apart from checking the daily probabilities of occurrence of events above a certain magnitude threshold, the comparison comprised the number of – observed and expected according to the model – events in a daily basis. The spatial distribution of the expected events has also been estimated through maps of time-dependent seismicity, aiming at testing if it is consistent with the positions of the observed events. The method of Pattern Informatics has finally been adopted. Contingency tables have been constructed, in which the number of earthquakes that have successfully been predicted, the number of false alarms, the number of successful predictions of non-occurrence and the number of earthquakes that haven’t been predicted, are computed. The evaluation of the performance of the model has been carried out by means of statistical tools, such as the Hit Rate, the False Alarm Rate, the probability gain and the R-score. Relative Operating Characteristic diagrams have been created in order to find out if the results are related to reliable estimations regarding the evolution of an aftershock sequence.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12637</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12283</identifier>
				<datestamp>2018-12-17T08:51:10Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181217 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη του υπόβαθρου της αέριας ρύπανσης στην Ευρώπη με τη χρήση αριθμητικών μοντέλων</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Ακριτίδης, Δημήτρης</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η μελέτη της φωτοχημικής ρύπανσης στην Ευρώπη με τη σύζευξη (off line coupling) του περιοχικού κλιματικού μοντέλου RegCM3 και του μοντέλου ποιότητας αέρα CAMx εστιάζοντας στο όζον και στη συμβολή των πλευρικών χημικών οριακών συνθηκών και των εκπομπών στα επίπεδα και τη μεταβλητότητά του. Στα πλαίσια αυτά, διεξήχθησαν τέσσερις προσομοιώσεις με το μοντέλο CAMx για τη χρονική περίοδο 1996-2006, εφαρμόζοντας διάφορα σενάρια πλευρικών χημικών οριακών συνθηκών και ανθρωπογενών εκπομπών. Αρχικά, αξιολογήθηκε η ικανότητα του συστήματος να προσομοιώσει τις χωρικές και χρονικές διακυμάνσεις των συγκεντρώσεων του επιφανειακού όζοντος για την περίοδο 1996-2000 συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων με δεδομένα επίγειων παρατηρήσεων από το δίκτυο του EMEP. Επιπλέον, αξιολογήθηκε η επίδραση των πλευρικών χημικών οριακών συνθηκών στα επίπεδα και τη μεταβλητότητα του επιφανειακού όζοντος εφαρμόζοντας σταθερές και μεταβλητές χωρικά και χρονικά πλευρικές οριακές συνθήκες. Σημαντική βελτίωση βρέθηκε σε περιοχές που βρίσκονται κοντά στα βόρεια και βορειοδυτικά όρια της περιοχής μελέτης ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μεταβλητών χημικών οριακών συνθηκών από το παγκόσμιο μοντέλο χημείας (chemistry general circulation model) ECHAM5/MOZ. Διερευνήθηκε πιθανή βελτίωση μεταξύ των προσομοιώσεων παγκόσμιας και περιοχικής κλίμακας συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των συστημάτων ECHAM5/MOZ και RegCM3/CAMx αντίστοιχα. Υπολογίστηκε ο μέσος εποχιακός κύκλος του όζοντος για διάφορες περιοχές της Ευρώπης καθώς και ο μέσος ημερήσιος κύκλος του όζοντος τόσο σε ετήσια όσο και εποχιακή βάση. Στη συνέχεια, υπολογίστηκαν οι μέσες ετήσιες και εποχιακές τάσεις του επιφανειακού όζοντος στην Ευρώπη για την περίοδο 1996-2006 τόσο για τις παρατηρήσεις όσο και για το μοντέλο με σκοπό να αξιολογηθεί η ικανότητα του συστήματος να αναπαραγάγει τις παρατηρούμενες τάσεις του όζοντος. Επιπλέον, προσδιορίστηκε η συνεισφορά της μετεωρολογίας και των εκπομπών στις ετήσιες και εποχιακές τάσεις του όζοντος εφαρμόζοντας σταθερές και μεταβλητές ανά έτος ανθρωπογενείς εκπομπές. Το σύστημα αναπαράγει αρκετά καλά τις παρατηρούμενες τάσεις του όζοντος στις ρυπασμένες περιοχές, τονίζοντας το ρόλο των μεταβλητών ανθρωπογενών εκπομπών στις τάσεις του όζοντος σε αυτές τις περιοχές. 

The purpose of this thesis is to study the photochemical pollution over Europe using the air quality model CAMx coupled offline with the regional climate model RegCM3 focusing on ozone and the impact of chemical lateral boundary conditions and emissions on ozone levels and variability. Within this framework four simulations were carried out by CAMx using various chemical lateral boundary conditions and anthropogenic emission scenarios. The ability of the modeling system to reproduce the spatial and temporal variations of surface ozone concentrations for the period 1996-2000 was evaluated by comparing models results with observational data from the EMEP network. Furthermore, the impact of chemical boundary conditions on ozone levels and variability was evaluated by implementing constant and varying chemical boundary conditions. Significant improvement was found in areas near the north and northwest boundaries of the domain as a result of using varying chemical boundary conditions from the chemistry general circulation model ECHAM5/MOZ. A possible improvement between the global and regional scale simulations was investigated by comparing the results of the ECHAM5/MOZ and RegCM3/CAMx systems respectively. Both annual and diurnal cycles of ozone were calculated for various European regions. Mean annual and seasonal surface ozone trends over Europe for the period 1996-2006 were calculated for both model and observations, in order to evaluate the ability of the modeling system to reproduce the observed ozone trends. Moreover, the contribution of meteorology and emissions to annual and seasonal ozone trends was estimated by implementing year to year constant and varying anthropogenic emissions. The observed ozone trends are captured fairly well by the modeling system over the highly polluted areas, enhancing the role of varying anthropogenic emissions on ozone trends over these regions.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-12-17 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12283</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2014</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12482</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Σύνθεση ζεολίθου από ελληνικές ιπτάμενες τέφρες παρουσία υδατικών διαλυμάτων Η2Ο2 = Zeolite synthesis from Greek fly ashes promoted by H2O2 solutions.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μουχτάρης, Θεόδωρος Κ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Ορυκτολογίας - Πετρολογίας - Κοιτασματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η κατεργασία σε ανοιχτό σύστημα, 10g ιπτάμενης τέφρας των θειοασβεστιτικών ιπταμένων τεφρών του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας (Λ.Κ.Δ.Μ.), και συγκεκριμένα των Α.Η.Σ. Καρδιάς, Λιπτόλ και Πτολεμαΐδας, με υδατικό διάλυμα 40, 80, 120, 160, 200, 240 mL 30% H2O2, είχε ως αποτέλεσμα, σε σταθερή θερμοκρασία 80 °C, τον σχηματισμό 2-40 %κ.β. ζεολίθου EPI-type (επιστιλβίτη). Με τις αργιλιοπυριτικές ιπτάμενες τέφρες του Λιγνιτικού Κέντρου Μεγαλόπολης δεν παρατηρήθηκε σχηματισμός ζεολίθου. Το μεγαλύτερο ποσοστό επιστιλβίτη (40 %κ.β.) σχηματίστηκε στο πείραμα με 240 mL 30% H2O2, με αρχική ιπτάμενη τέφρα από τον Α.Η.Σ. Καρδιάς.
Η δεσμευτική ικανότητα της αρχικής ιπτάμενης τέφρας Α.Η.Σ. Καρδιάς μετρήθηκε σε 92 meq/100g, ενώ του ζεολιθοποιημένου στερεού προϊόντος με 34 %κ.β. επιστιλβίτη (πείραμα με 120 mL 30% H2O2) μετρήθηκε σε 136 meq/100g, δηλαδή παρατηρήθηκε αύξηση της δεσμευτικής ικανότητας κατά 48%.
Στα πειράματα των ιπταμένων τεφρών του Λ.Κ.Δ.Μ., εκτός του επιστιλβίτη, ως νέες φάσεις σχηματίστηκαν το ένυδρο ασβεστιοαργιλικό ανθρακικό άλας (Cm) σε ποσοστά 2-20 %κ.β. και η γύψος σε 2-15 %κ.β.
Με την επίδραση των υδατικών διαλυμάτων 30% H2O2, η περιεκτικότητα των αμόρφων υλικών σε σχέση με τις αρχικές ιπτάμενες τέφρες μειώθηκε στα πειράματα σε 13-22 %κ.β. (από 27-42 %κ.β.), του ανυδρίτη μειώθηκε σε 4-11 %κ.β. (από 9-16 %κ.β.), της ασβέστου μειώθηκε σε 0-3 %κ.β. (από 4-14 %κ.β.) και του πορτλανδίτη μειώθηκε σε 0-6 %κ.β. (από 13 %κ.β.), ενώ η αρχική περιεκτικότητα του ασβεστίτη αυξήθηκε σε 8-26 %κ.β. (από 6-19 %κ.β).
Ο ανυδρίτης (CaSO4), ως αρχικό συστατικό, καταναλώνεται μερικώς για τον σχηματισμό της νέας φάσης της γύψου (CaSO4.2H2O). Η άσβεστος (CaO) και ο πορτλανδίτης [Ca(OH)2], ως αρχικά συστατικά, καταναλώνονται για τον σχηματισμό του ασβεστίτη (CaCO3), της γύψου, του επιστιλβίτη [(Ca,Na)3Al6Si18O48.16H2O] και του Cm (Ca8Al4O14CO2.24 H2O). Τα άμορφα υλικά καταλανώνονται μερικώς για τον σχηματισμό του επιστιλβίτη, του Cm και πιθανώς της γύψου και του ασβεστίτη. Ο ρόλος των ασβεστιτικών, πυριτικών και αργιλικών αμόρφων υλικών, είναι σημαντικός για τον σχηματισμό του Cm, το οποίο θεωρείται ενδιάμεση φάση στον σχηματισμό του επιστιλβίτη. Το ποσοστό του επιστιλβίτη αυξάνεται με την μείωση του Cm.
Η περιεκτικότητα σε CaO, SiO2 και Al2O3 και οι σχετικές αναλογίες μεταξύ τους, στις αρχικές ιπτάμενες τέφρες του Λ.Κ.Δ.Μ., είναι σημαντικοί παράγοντες για τον σχηματισμό του επιστιλβίτη και του Cm. Η αρχική ιπτάμενη τέφρα του Α.Η.Σ. Καρδιάς στην οποία σε όλα τα πειράματά της σχηματίστηκαν τα υψηλότερα ποσοστά επιστιλβίτη (17-40 %κ.β.), περιέχει CaO 34,52 %κ.β., SiO2 31,93 %κ.β. και Al2O3 13,05 %κ.β.
Η προσθήκη του 30%H2O2, σε σταθερή θερμοκρασία 80 °C, με την ταυτόχρονη παρουσία σημαντικού ποσοστού των ορυκτών άσβεστος (CaO) και πορτλανδίτης (CaOH2), δημιουργούν περιβάλλον υψηλής αλκαλικότητας (pH&gt;11), δηλαδή συνθήκες κατάλληλες για να προχωρήσει η ζεολιθοποίηση με αρχικά υλικά τόσο από τις προϋπάρχουσες κρυσταλλικές ορυκτολογικές φάσεις όσο και από υλικά τα οποία προκύπτουν από την καταστροφή των οργανικών μακρομορίων τα οποία είχαν παραμείνει ως άκαυστο υλικό από τον αρχικό λιγνίτη. Με την καταστροφή – αποδόμησή των μακρομορίων αυτών προκύπτουν εντός του διαλύματος και πρόσθετες ανόργανες άμορφες φάσεις, πλούσιες σε αργίλιο, πυρίτιο και σίδηρο, οι οποίες συμβάλλουν - λειτουργούν αθροιστικά στη διαδικασία της ζεολιθοποίησης.

The treatment in open system of 10g of fly ash of the sulphocalcic fly ashes of the Lignite Center of Western Macedonia (L.C.W.M.), power plants of Kardia, Liptol and Ptolemais, with aqueous solutions of 40, 80, 120, 160, 200, 240 mL 30% H2O2, under constant temperature of 80 °C, resulted in the formation of 2-40 wt% of EPI-type zeolite (epistilbite), while in the experiments with the aluminosiliceous fly ashes of the Lignite Center of Megalopolis experiments, no zeolite formation was observed. The highest epistilbite yield (40 wt%) occured in the 240 mL, 30% H2O2, KR6 experiment (initial fly ash from Kardia power plant). 
There was a 48% increase in sorption ability between the 92 meq/100g value measured in the initial Kardia power plant fly ash and that of 136 meq/100g value measured in the KR3 zeolite-containing solid product (experiment in which 120 mL 30% H2O2 was used and the epistilbite yield reached 34 wt%).
Apart from the formation of epistilbite zeolite, new mineralogical phases occured in the experiments where the starting fly ashes used were from the Lignite Center of Western Macedonia (LCWM), namely, the hydrated calcium-aluminum carbonate (Cm) at a rate of 2-20 wt% and gypsum at 2-15 wt%.
Under the treatment with 30% H2O2 aqueous solutions, the content of the amorphous materials contained in the initial fly ashes decreased to 13-22 wt% (from 27-42 wt%), anhydrite decreased to 4-11 wt% (from 9-16 wt%), lime decreased to 0-3 wt% (from 4-14 wt%) and portlandite decreased to 0-6 wt% (from 13 wt%), while the initial content of calcite increased to 8-26 wt% (from 6-19 wt%).
Anhydrite (CaSO4), a constituent of the initial fly ashes, is partially consumed leading to the formation of gypsum (CaSO4.2H2O) as a new phase. Lime (CaO) and portlandite [Ca(OH)2], being constituents of the initial fly ashes, are also consumed leading to the formation of calcite (CaCO3), gypsum, epistilbite zeolite [(Ca,Na)3Al6Si18O48.16H2O] and Cm (Ca8Al4O14CO2.24 H2O). The amorphous materials are partially consumed for the formation of epistilbite zeolite, of Cm, and possibly of gypsum and of calcite. The role of Ca-Si-Al amorphous materials is important for Cm formation. Cm is formed as an intermediate phase towards the formation of the epistilbite zeolite, whose percentage increases while Cm is decreasing.
The content of CaO, SiO2 and Al2O3 and their relative ratios in the initial fly ashes of the L.C.W.M., are important factors for the formation of epistilbite zeolite and Cm. The initial fly ash of the power plant of Kardia, which formed the highest percentages of epistilbite (17-40 wt%) in all its experiments, contained CaO 34,52 wt%, SiO2 31,93 wt% and Al2O3 13,05 wt%.
The addition of 30% H2O2 in 80 °C constant temperature with the simultaneous presence of considerable amounts of lime (CaO) and portlandite (CaOH2), create high alkalinity conditions (pH&gt;11), favourable for the zeolitization, which occurs using materials from the initial stable crystalline mineral phases and also materials that resulted from the deconstruction of the organic polymers which were in the initial lignite and remained unburned and which contained both organic and inorganic materials. The deconstruction of those polymers resulted in additional inorganic amorphous phases rich in aluminum, silicon and iron which contributed to the zeolitization process and to the formation of the final product.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12482</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11506</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T09:52:40Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181105 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στη μελέτη της τρισδιάστατης δομής απόσβεσης των σεισμικών κυμάτων στο χώρο του Αιγαίου</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Βεντούζη, Χρυσάνθη</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Με στόχο τη μελέτη της σεισμικής απόσβεσης στο χώρο του Ν. Αιγαίου καθορίστηκαν τρισδιάστατα μοντέλα απόσβεσης τόσο για τα επιμήκη  όσο και για τα εγκάρσια  κύματα χρησιμοποιώντας τους χρόνους απόσβεσης  που υπολογίστηκαν από τα φάσματα επιτάχυνσης των P και S κυμάτων για σεισμούς ενδιαμέσου βάθους. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκαν περισσότεροι από 350 σεισμοί ενδιαμέσου βάθους (εστιακό βάθος μεγαλύτερο των 50km), οι οποίοι είχαν καταγραφεί από δύο τοπικά δίκτυα σεισμογράφων που είχαν εγκατασταθεί στην ευρύτερη περιοχή. Το πρώτο δίκτυο (CYCNET), είχε εγκατασταθεί στην περιοχή των Κυκλάδων (κεντρικό Αιγαίο), ενώ το δεύτερο δίκτυο είχε εγκατασταθεί στα πλαίσια του  προγράμματος  EGELADOS και αποτελούνταν από 65 σεισμογράφους και 24 υποθαλάσσια σεισμόμετρα (OBS) στην ευρύτερη περιοχή της ζώνης κατάδυσης του Αιγαίου. Υπολογίστηκαν οι χρόνοι απόσβεσης  και  ανεξάρτητα της συχνότητας χρησιμοποιώντας δύο τεχνικές. Στην πρώτη προσέγγιση, οι χρόνοι απόσβεσης καθορίστηκαν με αυτοματοποιημένο τρόπο μέσω κώδικα, από την κλίση του φάσματος επιτάχυνσης εξασθένισης της πηγής πάνω από τη γωνιακή συχνότητα θεωρώντας μοντέλο πηγής . Οι υπολογισμοί πραγματοποιήθηκαν στο εύρος συχνοτήτων 0.2-25Hz, χρησιμοποιώντας μόνο τα φάσματα με λόγο σήματος προς θόρυβο μεγαλύτερο από 3, και τα οποία βρισκόταν πάνω από το επίπεδο θορύβου για 4Hz τουλάχιστον για τα P κύματα και για 0.5Hz τουλάχιστον για τα S κύματα. Στη δεύτερη προσέγγιση η επιλογή του τμήματος του φάσματος στο οποίο υπολογίστηκαν οι χρόνοι απόσβεσης γινόταν από το χρήστη. Δημιουργήθηκαν διαγράμματα χρόνου απόσβεσης με την απόσταση αλλά δεν παρατηρήθηκε σημαντική εξάρτηση μεταξύ τους, πιθανότατα λόγω των σημαντικών διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται τόσο στη χωρική όσο και σε βάθος κατανομή των τιμών των χρόνων απόσβεσης. Η χωρική μεταβολή των τιμών του  έδειξε ότι οι σταθμοί εξωτερικού τόξου παρουσιάζουν χαμηλές τιμές του  ενώ οι σταθμοί στο πίσω μέρος του τόξου εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερες τιμές. Η παρατηρούμενη αυτή διαφορά γίνεται εντονότερη καθώς το βάθος των σεισμών αυξάνει, ενδεικτικό της τοπικής επίδρασης της υψηλής απόσβεσης (χαμηλό ) της σφήνας του μανδύα πάνω από την καταδυόμενη λιθόσφαιρα, σε συμφωνία με ανεξάρτητες παρατηρήσεις.Πραγματοποιήθηκε τομογραφική αντιστροφή των χρόνων απόσβεσης που υπολογίστηκαν και με τους δύο τρόπους για τη δημιουργία τρισδιάστατου μοντέλου ανελαστικής απόσβεσης στο χώρο του Ν. Αιγαίου ακολουθώντας την προσέγγιση των Papazachos and Nolet [1997a, 1997b], αφού πραγματοποιήθηκε υπολογισμός της πορείας των σεισμικών ακτινών με τη χρήση ενός αλγορίθμου ο οποίος προτάθηκε από τους Moser et al. [1992] ο οποίος βασίζεται στην τεχνική τρισδιάστατης ανίχνευσης των ακτινών και μπορεί να εντοπίζει τις διαθλάσεις τους μέσα από περιοχές χαμηλών ταχυτήτων. Χρησιμοποιήθηκε ένα γραμμικό σύστημα εξισώσεων απόσβεσης που δημιουργήθηκε από ένα τρισδιάστατο κάναβο κόμβων με τρισδιάστατη γραμμική παρεμβολή. Στη συνέχεια με εφαρμογή κατάλληλου κώδικα επιλύθηκε το γραμμικό σύστημα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο LSQR [Paige and Saunders, 1982]. Εφόσον το μοντέλο ταχύτητας δεν αλλάζει, άρα δεν αλλάζει και η γεωμετρία των σεισμικών ακτινών, τότε το σύστημα συγκλίνει σε μια επανάληψη (ως γραμμικό) και δεν απαιτείται επαναληπτική διαδικασία με εκ νέου ανίχνευση των σεισμικών ακτινών όπως συμβαίνει στη σεισμική τομογραφία ταχύτητας [Papazachos and Nolet, 1997a]. Με σκοπό την εκτίμηση της αξιοπιστίας των παραγόμενων μοντέλων απόσβεσης πραγματοποιήθηκε εξέταση  της διακριτικής τους ικανότητας  καθώς και εκτίμηση της επίδρασης της ποιότητας των δεδομένων και της παραμετροποίησης του μοντέλου [Kissling et al., 2001]. Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκαν δοκιμές με τη χρήση συνθετικών χρόνων απόσβεσης χρησιμοποιώντας γνωστά μοντέλα απόσβεσης. Πραγματοποιήθηκαν δοκιμές διακριτικής ικανότητας (resolutions tests) τύπου «σκακιέρας» (checkerboard tests) [Papazachos and Nolet, 1997a; Pozgay et al., 2009; Chen and Clayton, 2012; Lin et al., 2015] κ.α. χρησιμοποιώντας ημιτονοειδής ανωμαλίες για διάφορα μήκη κύματος τόσο στις δύο οριζόντιες διατάσεις όσο και στην κατακόρυφη διεύθυνση, καθώς και δοκιμές με τη χρήση μοντέλων που προσομοιάζουν την πιθανή δομή απόσβεσης της ζώνης υποβύθισης στην περιοχή του Ν. Αιγαίου. Από την αντιστροφή των χρόνων απόσβεσης, και μετά τις δοκιμές διακριτικής ικανότητας, φαίνεται ότι η εντονότερη απόσβεση επικρατεί στην περιοχή κάτω από το ηφαιστειακό τόξο, με τις μεγαλύτερες τιμές ανελαστικής απόσβεσης ( ~300 και  ~200) να επικρατούν στα βάθη των 80-100km, στο ανατολικότερο τμήμα του ηφαιστειακού τόξου όπου και απαντώνται οι σεισμοί ενδιαμέσου βάθους με τα μεγαλύτερα εστιακά βάθη. Η προσδιοριζόμενη αυτή περιοχή υψηλής ανελαστικής απόσβεσης είναι σε εξαιρετική συμφωνία τόσο με την περιοχή χαμηλής ταχύτητας σεισμικών κυμάτων άνω μανδύα από τομογραφικά μοντέλα που έχουν υπολογιστεί με την εφαρμογή διαφορετικών μεθοδολογιών για την περιοχή μελέτης [Drakatos et al., 1997; Papazachos and Nolet, 1997a; Karagianni and Papazachos, 2007], καθώς και με άλλα μοντέλα απόσβεσης που έχουν προταθεί για το Ν. Αιγαίο [Hashida et al., 1988; Kassaras et al., 2008], όσο και με μοντέλα ανελαστικής απόσβεσης που έχουν προσδιοριστεί σε παρόμοιες ζώνες κατάδυσης [Pozgay et al., 2009; Chen and Clayton, 2012; Liu et al., 2014; Liu and Zhao, 2015]. Η προσδιοριζόμενη ζώνη υψηλής απόσβεσης κάτω από το ηφαιστειακό τόξο βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση με την κύρια πηγή μάγματος της περιοχής της σφήνας του μανδύα. Η μαγματική αυτή πηγή δημιουργείται από την αφυδάτωση των ένυδρων πετρωμάτων του άνω τμήματος της βυθιζόμενης λιθοσφαιρικής πλάκας της Αν. Μεσογείου, δημιουργώντας την τροφοδοσία μάγματος και τη δημιουργία μαγματικών θαλάμων και ηφαιστείων στην περιοχή του ηφαιστειακού τόξου [Papazachos et al., 2005]. Μετά τον καθορισμό του τρισδιάστατου μοντέλου ανελαστικής απόσβεσης της περιοχής μελέτης του Ν. Αιγαίου με τη χρήση σεισμών ενδιαμέσου βάθους, έγινε η αξιολόγηση του μοντέλου ανελαστικής απόσβεσης σε σχέση με την απόσβεση της ισχυρής σεισμικής κίνησης στο Ν. Αιγαίο. Για να πραγματοποιηθεί η αξιολόγηση αυτή των αποτελεσμάτων της παρούσας διατριβής, πραγματοποιήθηκαν συγκρίσεις με ήδη δημοσιευμένα αποτελέσματα τα οποία αφορούν την απόσβεση των σεισμικών κινήσεων της περιοχής του Ν. Αιγαίου. Επίσης, έγινε σύγκριση των χρόνων απόσβεσης που μετρήθηκαν από τις κλίσεις των φασμάτων επιτάχυνσης (πειραματικά δεδομένα) σε σχέση με το μοντέλο χρόνων απόσβεσης το οποίο προέκυψε από την αντιστροφή. Επιπλέον, υπολογίστηκαν χρόνοι απόσβεσης για διαφορετικά σύνολα και κατανομές σεισμών ενδιαμέσου βάθους που εκδηλώνονται στην περιοχή μελέτης, με εφαρμογή του μοντέλου που προσδιορίστηκε στην παρούσα διατριβή. Από τις συγκριτικές αυτές αξιολογήσεις, επιβεβαιώθηκε η χαρακτηριστική διαφοροποίηση ανάμεσα στους χρόνους απόσβεσης των οπισθότοξων και εξωτερικού τόξου σταθμών, οι οποίες είχαν παρατηρηθεί και στις ισχυρές σεισμικές κινήσεις από τους Skarlatoudis et al. [2013], για τους σεισμούς που συμβαίνουν στο βυθιζόμενο τέμαχος της πλάκας της Αν. Μεσογείου, με τους οπισθότοξους σταθμούς να εμφανίζουν μεγαλύτερους χρόνους απόσβεσης, , ανάλογα με το εστιακό τους βάθος έπειτα από κάποια κρίσιμη υποκεντρική απόσταση ή σε όλες. Οι διαφορές αυτές στους χρόνους απόσβεσης ανάμεσα στους εσωτερικού και εξωτερικού τόξου σταθμούς ήταν παρόμοιες σε όλες τις κατηγορίες σεισμών ενδιαμέσου βάθους της τάξης των ~70-100msec. Σε ότι αφορά τους σεισμούς ενδιαμέσου βάθους που απαντώνται στο όριο διεπαφής των δύο πλακών (Αιγαίου-Αν. Μεσογείου) οι συντελεστές απόσβεσης που υπολογίστηκαν από τους συνθετικούς χρόνους απόσβεσης των εγκαρσίων κυμάτων, για τη συγκεκριμένη κατηγορία σεισμών ενδιαμέσου βάθους, παρουσιάζουν παρόμοιες τιμές με τους συντελεστές απόσβεσης των Skarlatoudis et al. [2013] που υπολογίστηκαν από τη μελέτη των ισχυρών σεισμικών κινήσεων, τουλάχιστον για το εύρος συχνοτήτων 2.5-10Hz.

The study of the anelastic attenuation structure plays a very important role for seismic wave propagation and provides not only valuable constraints for the Earth’s interior (temperature, relative viscosity, slab dehydration and melt transport)  [Stachnik et al., 2004; Pozgay et al., 2009] but also significant information for the simulation of strong ground motions. We examine the attenuation structure of the Southern Aegean area in terms of quality factor (-factor) for both P and S waves ( and ). For this investigation three dimensional P and S wave attenuation models were determined using a large number of  values measured from P and S wave acceleration spectra of intermediate depth earthquakes. More than 350 intermediate-depth events (focal depth above 50km) were employed, recorded by two local networks of portable and permanent instruments installed in the broader area. The first network, CYCNET, was installed in the broader region of Cyclades islands (central southern Aegean sea) while the second one was the large-scale EGELADOS seismic monitoring project, consisting of 65 land stations and 24 OBS recorders in the broader southern Aegean subduction zone. Frequency-independent path attenuation operator  values were estimated from amplitude spectra for P and S waves using two approaches. In the first approach,  was automatically calculated by the slope of the acceleration spectrum, assuming an ω2 source model for frequencies above the corner frequency, .  was measured using only spectra with a signal-to-noise ratio (SNR) larger than 3 for a frequency range of at least 4Hz for P-waves and 1Hz for S-waves in the frequency band of 0.2 to 25 Hz. In the second approach,  values were manually calculated from the linearly-decaying spectra as selected by the user. The observed  data from both approaches were examined against hypocentral distance. No significant linear trend could be observed, most probably because of the significant spatial and depth variations of the anelastic attenuation structure that superimposes the distance effect. The spatial variation of  values for different hypocentral-depth groups was also examined. The obtained results show that fore-arc stations exhibit very low values of , while back-arc stations exhibit much larger values. The observed  fore-arc/back-arc differences becomes more significant as the depth of the earthquakes increases, indicating the effect of the high-attenuation (low-) mantle wedge beneath the volcanic arc. Tomographic inversion, of  values calculated by both approaches (automatic and manual), was applied using the linearized attenuation equations generated for a 3-D node grid with cubic interpolation and a 1-D background velocity model, which was solved by LSQR (Paige and Saunders, 1982). In general, the highest anelastic attenuation with low  and  values is observed for the depths of 50-80km, with the high-attenuation area almost covering the volcanic-arc of the Southern Aegean Subduction. At greater depths low-Q anomalies are localized in the eastern part of the volcanic arc due to the location of the events with depths &gt;100km. Also, a checkerboard resolution test was applied in order to evaluate the resolution of the tomographic images, showing adequate resolution for the largest part of the models and depths up to ~100-120km, as well other resolution tests which resemble the subducting structure. From the tomographic inversion of whole path attenuation operators, it appears that the highest attenuation is observed under the volcanic arc area, with the biggest values   ( ~300 and  ~200) at depths of 80-100km. The high attenuated region is in excellent agreement with tomography studies of seismic velocity produced for the area using different approaches  [Drakatos et al., 1997; Papazachos and Nolet, 1997a; Karagianni and Papazachos, 2007], with attenuation models proposed for S. Aegean [Hashida et al., 1988; Kassaras et al., 2008], as well as with  tomography attenuation models defined for other similar subduction zones  [Pozgay et al., 2009; Chen and Clayton, 2012; Liu et al., 2014; Liu and Zhao, 2015]. The high attenuation zone determined below the volcanic arc is in direct dependence with the main magma source of the area of mantle wedge. This magmatic source, in various depths in the upper mantle, is generated by the dehydration of hydrated rocks at the upper part of the E. Mediterranean subducting slab leading to magmatic chambers and volcanoes  in the area of the volcanic arc [Papazachos et al., 2005].
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-05 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11506</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2017</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2017 Grey literature at Theophrastus Library. School of Geology, AUTh</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12929</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Large benthic foraminifera of the Paleogene deposits of the Greek Thrace basin: biostratigraphic and paleoenvironmental remarks = Τα Μεγάλα Βενθονικά Τρηματοφόρα των Παλαιογενών αποθέσεων του ελληνικού τμήματος της λεκάνης της Θράκης: Βιοστρωματογραφία και παλαιοπεριβαλλοντικές παρατηρήσεις. Συρίδης, Γεώργιος, επιβλ. καθ.; Τριανταφύλλου, Μαρία, μέλος; Δήμιζα, Μαργαρίτα, μέλος; Τσουκαλά, Ευαγγελία, μέλος; Κωστόπουλος, Δημήτριος, μέλος;  Less, György, μέλος.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Dimou, Grigoria Vasiliki Athanasios</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The Greek part of Thrace basin is an ideal field of research of Paleogene carbonate platform deposits, as many sites with the dominant fauna of Large Benthic Foraminifera (LBF) have been recorded. The scope of the present thesis is to study in detail the composition and distribution of both LBF and smaller benthic foraminifera from 7 sites, aiming to create a paleoenvironmental model for the region. For this purpose, the research focused on the following aspects: 1) Study of LBF in order to provide a revised and integrated systematic description. One of the best sites in terms of preservation, biodiversity and sediment type is located along the coastline of Fanari village (SW of Komotini city). Two outcrops, consisting of shallow marine sediments of the upper Eocene, were sampled to analyze the full spectrum of LBF content, which includes a rich and diverse assemblage of orthophragmines, nummulitids and other benthic foraminifera. Based on the detailed systematic description, the sedimentary sequence was dated to the Shallow Benthic Zone (SBZ) 20 corresponding to upper Priabonian. For the first time in Greece, 24 species were identified and analyzed morphometrically, including 6 species at the chrono-subspecies level belonging to 12 genera. The composition of foraminifera assemblage is characterized by the constant presence of Nummulites fabianii almost throughout the sequence. The most abundant species are Pellatispira madaraszi and Spiroclypeus carpaticus although they occur in the upper part of the sequence, together with orthophragmines. The distribution of foraminifera in the sequence allowed paleoenvironmental observations and the reconstruction of the Fanari area. Three main categories of deposits were distinguished that functioned in the shallow upper anterior part of the carbonate platform, making the Fanari section a key area not only of the upper Priabonian but also of the biofacies of the outer shelf. 2) Detailed microfacies analysis of carbonate deposits. The paleoenvironmental evolution of the middle-upper Eocene deposits were investigated from several outcrops along the mainland (Kirki, Avantas, Maronia, Pylaea, Didymoticho) and on Samothraki and Lemnos Islands. All samples collected were examined in thin sections. The paleontological and sedimentological data distinguished 16 types of microfacies representing internal to external platform environments. Their analysis suggests the development of a marginal carbonate platform with isolated reefs, characterized by limited to open water circulation and high biodiversity. Due to the simultaneous tectonic activity, topographic ridges are created where these &#039;ancient&#039; reefs develop. 3) The study of small benthic foraminifera was carried out to provide a revised and comprehensive systematic description. In addition, species found for the first time from the area were recorded. Their biodiversity and distribution pattern was investigated to extend the paleoenvironmental analysis by combining morphological characteristics with the life strategy of both LBF and SBF. In total 106 species were identified; 46 belong to LBF. Based on the above, the carbonate platform of the Greek part of the Thrace basin has already been classified as one of the most species-rich sites of the Tethyan Ocean and as a biodiversity hotspot for the upper Priabonian.

Το ελληνικό τμήμα της λεκάνης της Θράκης αποτελεί ένα ιδανικό πεδίο έρευνας των Παλαιογενών αποθέσεων ανθρακικής πλατφόρμας, καθώς έχουν καταγραφεί πολλές θέσεις με την επικρατούσα σε αυτές πανίδα μεγάλων βενθονικών τρηματοφόρων (Large Benthic Foraminifera, LBF). Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η λεπτομερής μελέτη της σύνθεσης και κατανομής των LBF, αλλά και των μικρότερων βενθονικών τρηματοφόρων από 7 θέσεις, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός μοντέλου παλαιοπεριβαλλοντικής ανασύστασης της περιοχής. Για αυτόν το σκοπό η έρευνα εστιάστηκε στις εξής επιμέρους κατευθύνσεις: 1) Μελέτη των LBF με σκοπό την αναθεωρημένη και ολοκληρωμένη συστηματική περιγραφή τους. Μια από τις καλύτερες θέσεις από άποψη διατήρησης, βιοποικιλότητας και τύπου ιζημάτων εντοπίζεται στο Φανάρι (ΝΔ της Κομοτηνής). Δύο εμφανίσεις, οι οποίες αποτελούνται από ρηχά θαλάσσια ιζήματα του ανώτερου Ηωκαίνου, δειγματίστηκαν για να αναλυθεί όλο το φάσμα του περιεχομένου των LBF, το οποίο περιλαμβάνει μια πλούσια και ποικιλόμορφη συνάθροιση από orthophragmines, nummulitids και άλλων βενθονικών τρηματοφόρων. Βάσει της λεπτομερούς συστηματικής περιγραφής, η ιζηματογενής ακολουθία χρονολογήθηκε στη βιοζώνη Shallow Benthic Zone (SBZ) 20, που αντιστοιχεί στο άνω Πριαμπόνιο. Προσδιορίστηκαν και αναλύθηκαν μορφομετρικά, για πρώτη φορά από τον ελληνικό χώρο, 24 είδη μεταξύ των οποίων 6 σε επίπεδο υποείδους (chrono-subspecies) που ανήκουν σε 12 γένη. Η σύνθεση των τρηματοφόρων χαρακτηρίζεται από τη σταθερή παρουσία του Nummulites fabianii σχεδόν σε όλη την ακολουθία. Τα πιο άφθονα είδη είναι τα Pellatispira madaraszi και Spiroclypeus carpaticus αν και εμφανίζονται στο ανώτερο τμήμα της ακολουθίας, μαζί με τα orthophragmines. Η κατανομή τους επέτρεψε την παλαιοπεριβαλλοντική αναπαράσταση της εξέλιξης της περιοχής του Φαναρίου. Διακρίθηκαν τρεις κύριες κατηγορίες αποθέσεων που λειτούργησαν στο ρηχό ανώτερο πρόσθιο τμήμα της ανθρακικής πλατφόρμας, καθιστώντας το Φανάρι μια περιοχή-κλειδί όχι μόνο του άνω Πριαμπονίου αλλά και των βιοφάσεων της εξωτερικής υφαλοκρηπίδας. 2) Λεπτομερής ανάλυση και καθορισμός Μικροφάσεων των ανθρακικών αποθέσεων. Η παλαιοπεριβαλλοντική εξέλιξη των αποθέσεων του μέσου-ανώτερου Ηωκαίνου ερευνήθηκε από πολλές εμφανίσεις της ηπειρωτικής χώρας (Κίρκη, Άβαντας, Μαρώνεια, Πυλαία, Διδυμότειχο) και στα νησιά Σαμοθράκη και Λήμνο. Όλα τα δείγματα που συλλέχθηκαν εξετάστηκαν σε λεπτές τομές. Τα παλαιοντολογικά και ιζηματολογικά δεδομένα διακρίνουν 16 τύπους μικροφάσεων που αντιπροσωπεύουν περιβάλλοντα εσωτερικής έως και εξωτερικής πλατφόρμας. Η ανάλυσή τους υποδηλώνει την ανάπτυξη μιας περιθωριοποιημένης ανθρακικής πλατφόρμας με απομονωμένους υφάλους, η οποία χαρακτηρίζεται από περιορισμένη έως ανοικτή κυκλοφορία νερού και υψηλή βιοποικιλότητα. Εξαιτίας της ταυτόχρονης τεκτονικής δραστηριότητας, δημιουργούνται τοπογραφικά υψώματα όπου αναπτύσσονται αυτοί οι «αρχαίοι» ύφαλοι. 3) Πραγματοποιήθηκε η μελέτη των μικρών βενθονικών τρηματοφόρων με σκοπό την αναθεωρημένη και ολοκληρωμένη συστηματική περιγραφή τους. Επιπλέον, καταγράφηκαν είδη που βρέθηκαν για πρώτη φορά από την περιοχή. Η βιοποικιλότητα τους και το πρότυπο κατανομής τους διερευνήθηκαν προκειμένου να επεκταθεί η παλαιοπεριβαλλοντική ανάλυση συνδυάζοντας τα μορφολογικά χαρακτηριστικά με τη στρατηγική ζωής τόσο των LBF όσο και των μικρών βενθονικών τρηματοφόρων. Συνολικά προσδιορίστηκαν 106 είδη, εκ των οποίων τα 46 να ανήκουν στα LBF. Βάσει των προαναφερθέντων, η ανθρακική πλατφόρμα του ελληνικού τμήματος της λεκάνης της Θράκης έχει ήδη χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο πλούσιες σε είδη θέση του ωκεανού της Τηθύος και ως ένα hotspot βιοποικιλότητας για το άνω Πριαμπόνιο.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12929</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2023 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12807</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220608 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Contribution to the study of the impacts of climate in Greek viticulture. Trends in grape production, wine quality, challenges, perspectives and uncertainties = Συμβολή στην μελέτη των επιδράσεων του κλίματος στην ελληνική αμπελοκαλλιέργεια: τάσεις στην παραγωγή και ποιότητα των οίνων, προκλήσεις-προοπτικές και αβεβαιότητες.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Koufos, Georgios Charalampos</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Climate and more specifically air temperature, chiefly determine whether a given region can be considered suitable for viable viticulture and the production of wines of optimum quality. The cultural importance and status of wine making in Greece is very important and hence wine sector attracts considerable attention due to its economic contribution in Greek domestic product. The aims of this thesis were to define the climate structure for each one of the principal winegrape areas in Greece during the recent past and future periods and to classify the winegrape areas according to the main bioclimatic indices from the literature. In addition, we investigate the temporal and spatial evolution of harvest dates and berry composition (potential alcohol level and acidity) in principal winegrape varieties in Greece and also we attempt to estimate heat demands of the currently cultivated winegrape varieties. The results were used to simulate future harvest dates of the studied varieties according to their heat requirements. Finally, we investigate wine quality trends and their relationships with recent and future climate conditions. The first chapters introduce the topics of interest through literature review. For the purposes of this dissertation, the following chapters used historical daily climatic temperature and precipitation data, harvest dates and berry composition records, and wine ratings from the Thessaloniki International Wine and Spirits Competition. Finally, the last chapter provides the conclusions of all chapters, tying together the findings of the thesis. The results showed that mainland locations were generally colder while coastal and island are experiencing more extreme events and drier periods. Moreover, minimum temperatures significantly increased at a higher rate than the respective maximum in most of the cases. Climate change scenarios suggested significant shifts towards warmer and drier conditions according to the bioclimatic indices used putting additional pressure to the already hot regions in Greece. Furthermore, harvest dates are shifted significantly earlier, due to warmer conditions mainly during ripening period. In addition, trends in potential alcohol (acid) levels were found to be positively (negatively) correlated with maximum air temperatures in most cases. Future projection analysis showed that harvest dates are projected to shift earlier for over a month depending on the variety and the emission pathway. The late ripening indigenous Greek varieties appear better adapted to the recent and projected future climate of the region, responding less to warming as compared to international varieties. Finally, wine quality trend analysis showed a statistically significant upward trend over the recent past and in the future periods in most of the varieties, mainly driven by higher maximum temperatures and drier conditions during the growing season of the grapevines. This thesis presents a potential valuable tool for the producers to consult in order to manipulate phenological and region-specific climate changes under future conditions. However, there is a necessity for better understanding the upper thresholds of the traditional bioclimatic indices for each variety as well as the probability of underestimating the progress in wine making procedures and techniques and the implementation of the adaptive measures by the growers.

Η παράμετρος του κλίματος και ιδιαίτερα η θερμοκρασία του αέρα, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό αν μια περιοχή μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για αμπελοκαλλιέργεια και για την παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας. Στην Ελλάδα, η αμπελοκαλλιέργεια έχει μεγάλη παράδοση και ο κλάδος της οινοποιίας είναι ένας από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να καθορίσει τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε μια από τις περιοχές μελέτης στο πρόσφατο παρελθόν αλλά και σε μελλοντικές περιόδους σύμφωνα με τους βιοκλιματικούς δείκτες της βιβλιογραφίας. Επιπλέον, διερευνήθηκε η διαχρονική εξέλιξη των αμπελουργικών παραμέτρων (ημερομηνίες τρύγου, ποσοστό αλκοόλ και επίπεδα οξύτητας) και οι θερμικές ανάγκες για έναν σημαντικό αριθμό ποικιλιών που καλλιεργούνται στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την προσομοίωση της εξέλιξης του σταδίου του τρύγου των ποικιλιών. Τέλος, διερευνήθηκε η διαχρονική εξέλιξη της ποιότητας του παραγόμενου οίνου στην Ελλάδα καθώς και η επίδραση του κλίματος στην μεταβολή της ποιότητας του σε τωρινές και μελλοντικές συνθήκες. Τα πρώτα κεφάλαια της διατριβής παρουσιάζουν τα ερευνητικά ερωτήματα καθώς και μια βιβλιογραφική ανασκόπηση αυτών. Προκειμένου να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα της διατριβής, στα επόμενα τρία κεφάλαια χρησιμοποιούνται ημερήσια κλιματικά δεδομένα, ημερομηνίες τρύγου, ποσοστό αλκοόλ, επίπεδα οξύτητας καθώς και οινικές αξιολογήσεις από τον Διεθνή Διαγωνισμό Οίνου και Αποσταγμάτων Θεσσαλονίκης. Τέλος, το τελευταίο κεφάλαιο αποτελεί μια ανακεφαλαίωση των ερευνητικών αποτελεσμάτων της διατριβής. Η ανάλυση των κλιματικών παραμέτρων έδειξε μια διαφοροποίηση του κλίματος κυρίως στις περιοχές της νησιωτικής Ελλάδας με θερμότερες και ξηρότερες συνθήκες κατά τον ετήσιο κύκλο της αμπέλου και κατά την περίοδο της ωρίμανσης της παραγωγής. Η ελάχιστη θερμοκρασία αέρα αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό και ένταση, από την αντίστοιχη μέγιστη στην πλειοψηφία των περιοχών μελέτης. Η ανάλυση του μελλοντικού κλίματος υπαγορεύει ακόμα θερμότερες και ξηρότερες συνθήκες, σύμφωνα με τους χρησιμοποιούμενους από την βιβλιογραφία δείκτες. Το στάδιο του τρύγου παρουσίασε στατιστικά σημαντική πρωίμιση στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ενώ η περιεκτικότητα του γλεύκους σε αλκοόλ και οξέα, παρουσίασε αυξητική και πτωτική τάση, αντίστοιχα. Η ανάλυση της προβολής του σταδίου του τρύγου στο μέλλον έδειξε ότι αυτό θα μετακινηθεί έως και 40 ημέρες νωρίτερα, ανάλογα με την ποικιλία και το σενάριο μελέτης. Οι ελληνικές όψιμες ποικιλίες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με τις αντίστοιχες μέσης και πρώιμης ωρίμανσης και διεθνείς ποικιλίες. Τέλος, η ανάλυση της ποιότητας του οίνου στο πρόσφατο παρελθόν αλλά και στο μέλλον, παρουσιάζει σημαντική αυξητική τάση επηρεαζόμενη κυρίως από τις θερμότερες και ξηρότερες συνθήκες που επικρατούν κατά την βλαστική περίοδο ανάπτυξης του φυτού. Η παρούσα διδακτορική διατριβή θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει ένα σημαντικό συμβουλευτικό εργαλείο για την υποστήριξη των παραγωγών στα πλαίσια των φαινολογικών αποκρίσεων των ποικιλιών και των κλιματικών συνθηκών των περιοχών υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, τα ανώτερα θερμοκρασιακά όρια μέσα στα οποία μια ποικιλία μπορεί να παράγει οίνους εξαιρετικής ποιότητας, πρέπει να οριοθετηθούν. Τέλος, σημαντικό ρόλο στην αυξητική πορεία της ποιότητας του ελληνικού οίνου πιθανότητα διαδραματίζει η βελτίωση των τεχνικών οινοποίησης αλλά και η αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων αντιμετώπισης που υιοθετούν οι παραγωγοί.

</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12807</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12445</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη των ορυκτών αμιάντου και τρόποι ανίχνευσης των ινών τους στο περιβάλλον = Study of asbestow minerals and methods od tracing their fibers in natural environment.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Οικονομίδης, Σταύρος Παναγιώτης</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η ύδρευση της Θεσσαλονίκης από τα νερά του ποταμού Αλιάκμονα δημιούργησε μία διπλή ανάγκη. Αφενός να καταγραφεί το πρόβλημα σε όλη του την έκταση, αφετέρου να μπορέσει να βρεθεί μία μεθοδολογία μπορεί γρήγορα, οικονομικότερα και με ακρίβεια να παρέχει τις απαραίτητες μετρήσεις. Στο πρώτο μέρος της έρευνας προτείνεται μεθοδολογία βασισμένη στη χρήση Ηλεκτρονικού Μικροσκοπίου Σάρωσης (SEM) ώστε να καλύψει τα παραπάνω ζητήματα. 
Στο δεύτερο μέρος της έρευνας αυτή η μεθοδολογία αυτή χρησιμοποιείται ώστε να καταγραφεί η πλήρης έκταση του προβλήματος στα νερά του ποταμού Αλιάκμονα, συγκριτικά και επικουρικά με την ισχύουσα μεθοδολογία με χρήση Ηλεκτρονικού ΜΙκροσκοπίου Διερχόμενης Δέσμης (ΤΕΜ). Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ινών βρίσκονται κοντά στην περιοχή των ορυχείων αμιάντου στη Μονή Ζιδανίου του Νομού Κοζάνης και εντοπίζονται στα ρέματα που αποστραγγίζουν την περιοχή του ορυχείου καθώς και στα σημεία του ποταμού που διέρχονται κοντά στα στείρα του ορυχείου και κατάντη. Μεγάλες συγκεντρώσεις ινών αμιάντου παρατηρούνται επίσης και στην λίμνη Πολυφύτου. Σε καμία περίπτωση δε βρέθηκαν συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από τα όρια ασφαλείας των διεθνών και εθνικών κανονισμών προστασίας της δημόσιας υγείας. 
Σύγκριση των αποτελεσμάτων  μεθοδολογιών οδήγησε σε μεταξύ τους διαφορές στα πλαίσια του στατιστικού σφάλματος. Τα σημεία στα οποία υπερτερεί η χρήση ΤΕΜ αφορούν μικρές ίνες και ακρίβεια στον προσδιορισμό της ορυκτής φάσης, ενώ το SEM υπερτερεί σε ευκολία, οικονομία και χρηστικότητα. Σε μελέτες περιβαλλοντικές ή καταγραφής της κατάστασης το SEM δίνει εξίσου ακριβή αποτελέσματα και προτείνεται η χρήση του.

At mid 90s it was decided that the main drinking water supply for Metropolitan Area of Thessaloniki should be the Aliakmon river. In close proximity to the river there was an active asbestos Mine, in the area of Zidani Monastery, Kozani Prefecture. The situation created two distinct needs. First it was needed to fully record the situation of asbestos fibers presence in the Aliakmon river system waters and second it would be needed for a methodology that would provide easy and accurate monitoring of the situation in a regular basis.
The first part of the present research is about establishing a Scanning Electron Microscopy (SEM) based method to provide the needed solutions to the above mentioned problems. The second part is to use this methodology both in addition and in comparison to the already established official methodology that was based in the use of Transmission Electron Microscope (TEM). The biggest concentrations of asbestos fibers in natural waters were recorded in the close proximity of Zidani Mines either in the mainstream river Aliakmon or the tributaries that drain the Mine area. Remarkable concentrations were also recorded at the river Aliakmon and the three reservoirs that lie downstream till the point where the Pumping Station for the Thessaloniki water supply exists. In any case the concentrations were below the limits set by National and International regulations, for the protection of public health.
Comparison between the two methods resulted in differences within the statistically accepted range. TEM tends to give slightly elevated results due to better resolution and better identification of small fibrils. TEM also is more accurate in determining the exact mineral phase of each fiber. SEM is more economic, easy and usable than TEM. It gives equally acceptable results in terms of continuous monitoring or for environmental studies. As a result the use of the SEM methodology is proposed.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12445</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12642</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Σύγχρονες Φυσικές και Ανθρωπογενείς διεργασίες που συντελουν στη διαμόρφωση της παράκτιας ζώνης της Πιερίας = Physical and Αnthropogenic processes influencing the contemporal coastal zone of Pieria, Northern Greece.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Διαμαντή, Αναστασία Κωνσταντίνος</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Tα παράκτια περιβάλλοντα και οι διεργασίες που δρουν στο χώρο αυτό έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από πολλούς ερευνητές. Η διάβρωση των ακτών, οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη μελλοντική άνοδο της θαλάσσιας στάθμης και η ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης έχουν μελετηθεί κατά την πάροδο των τελευταίων δεκαετιών τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής επιλέχτηκε ως περιοχή έρευνας η παράκτια ζώνη της Πιερίας με την ευρύτερη λεκάνη της, η οποία ορίζεται στα ανατολικά από το Θερμαϊκό Κόλπο, στα δυτικά από τον Όλυμπο και τα Πιέρια ή Φλάμπουρο και στα βόρεια από το ακρωτήριο της Αθέριδας. Στο νότιο μέρος της βρίσκεται το Κάστρο του Πλαταμώνα. Ως προς τα χαρακτηριστικά της η παράκτια ζώνη της υπό έρευνα περιοχής αποτελείται από μια προσχωσιγενή, αμμώδη ακτή με γενικότερο προσανατολισμό Β-Ν και μήκος περίπου 50 Km. Αρχικά γίνεται μια προσπάθεια για την έρευνα των φυσικών διεργασιών και των ανθρώπινων επεμβάσεων που συντελούν στη διαμόρφωση της εν λόγω περιοχής. Τα κύρια βήματα που ακολουθούνται είναι η αναγνώριση, αποτύπωση, ανάλυση, συσχέτιση και σύνθεση των φυσικών και ανθρωπογενών δράσεων στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της. Bασικό εργαλείο της μελέτης είναι τα συστήματα γεωγραφικών πληροφοριών (GIS), ενώ τα δεδομένα περιλαμβάνουν επί τόπου δειγματοληψία, χάρτες, υψομετρικά δεδομένα και δορυφορικές εικόνες, που συλλέχθηκαν για την περιοχή έρευνας. Ακολουθεί η εξαγωγή συμπερασμάτων για το ιζηματολογικό καθεστώς της παράκτιας ζώνης, για τη γεωμορφολογία της ευρύτερης περιοχής (μορφομετρικές παράμετροι λεκανών απορροής, ταξινόμηση  αναγλύφου και κλίσεων), για τις μεταβολές της ακτογραμμής σε βάθος δεκαετιών. Ακολούθως εφαρμόστηκε η Παγκόσμια Εξίσωση Εδαφικής Απώλειας καθώς και η εφαρμογή του μοντέλου διάβρωσης του Bruun για τον  χαρακτηρισμό του υποθαλάσσιου καθεστώτος καθώς και τον προσδιορισμό του τύπου του Δέλτα του ποταμού του Μαυρονερίου. Ταυτόχρονα πραγματοποιήθηκε καταγραφή, επεξεργασία και συσχέτιση με τα παραπάνω, στοιχείων που αφορούν στους κοινωνικοοικονομικούς τομείς της περιοχής μελέτης, στις μεταβολές στις χρήσεις γης, καθώς και στις ανθρωπογενείς επεμβάσεις στην παράκτια, λοφώδη και ορεινή ζώνη. Τέλος, με βάση τα ως άνω στοιχεία, επιχειρείται η αξιολόγηση του Δείκτη Παράκτιας Τρωτότητας, η συστηματική παρακολούθηση της οποίας θα μπορούσε να συμβάλλει στη συντήρηση και προστασία της παράκτιας περιοχής.


Coastal environments and processes have been studied by many researchers. Coastal erosion, the impact of possible future sea level rise and integrated coastal zone management have been tudied over several  ecades on local and global scale. In this study the coastal zone of Pieria (N. Greece) and its wider basin have been selected for investigation. Thermaikos gulf is in the East and Mount Olympus at the West. North there  s Atheridas Cape and South the Platamonas castle. It consists of a alluvial, sandy beach, with a general north-south orientation and a length of about 50 Km. It is an elongated beach that is not trapped between two rocky promontories. Initially there is an attempt to investigate the natural processes and human interventions that contribute to the formation of this region. The major steps followed are the recognition, mapping, analysis, correlation and synthesis of natural and anthropogenic processes. GIS is the basic tool used in this study, while data include in situ measurements and sample collection, maps, DEMs and satellite images. Results are based on sedimentological and geomorphological (basin morphometric parameters, terrain classification and terrain slope) analyses, as well as on the study of changes of the shoreline during the past few decades. In addition, a rusle model for soil erosion is carried out as well as Brunn’s equitation for the characterization of undersea environment and the determination of Mavroneri river delta type, while socio-economic factors, land use changes and anthropogenic interventions are also taken into account. Finally, with respect to the above information, Coastal Vulnerability Index of the broader area is performed, the systematic monitoring of which could contribute to the preservation and protection of the coastal area.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12642</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12314</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T09:49:56Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"161231 2016                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη απόλιθωμάτων αρκούδας από το σπήλαιο Λουτρών Αλμωπίας με χρήση ισοτοπικών μεθόδων και διαγενετικλων δεικτών: μια νέα προσέγγιση των παλαιοπεριβαλλοντικών συνθηκών = Study of bear fossils from Loutra Almopias cave by the use of isotopic and diagenetic indices: a new approach of the palaeoenvironmental conditions.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Ζήση, Νικολέτα Α.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διατριβή μελετήθηκαν οστά και δόντια αρκούδας του είδους U. ingressus πλειστοκαινικής περιόδου, που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια παλαιοντολογικών ανασκαφών στο Σπήλαιο Λουτρών Αλμωπίας, για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικών με τη δίαιτα του εξαφανισμένου αυτούείδους και την ανασύσταση των παλαιοπεριβαλλοντικών συνθηκών. Για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα των απολιθωμένων δειγμάτων και η αυθεντικότητα του ισοτοπικού τους σήματος, πραγματοποιήθηκε λεπτομερής διαγενετική μελέτη. Στη συνέχεια αναλύθηκαν ισοτοπικά απολιθωμένα οστά  αι δόντια, σύγχρονα οστά και δόντια, νερά της περιοχής όπου διαβιώνει σήμερα η καφέ αρκούδα (Ursus arctos) και νερά της περιοχής του Σπηλαίου  ουτρών Αλμωπίας. Στο πλαίσιο της διαγενετικής μελέτης, το σύνολο των απολιθωμένων δειγμάτων εξετάστηκε με τις μεθόδους της περίθλασης  κτίνων-Χ (X-Ray Diffraction – XRD), φασματοσκοπίας υπερύθρου με μετασχηματισμό Fourier (Fourier Transform - InfraRed spectroscopy, FTIR) και ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σάρωσης (Scanning Electron Microscope - SEM). Οι ίδιες μέθοδοι εφαρμόστηκαν και σε δείγματα οστών και δοντιών της  ύγχρονης καφέ αρκούδας, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν πιλοτικά και παράλληλα να αποσαφηνιστεί η ποιότητα ορισμένων εξ αυτών λόγω ελλιπών  ληροφοριών. Βάσει των αποτελεσμάτων των μεθόδων, της μεταξύ τους σχέσης, των παραμέτρων που υπολογίστηκαν από αυτές και της σύγκρισής τους  ε τα αποτελέσματα των ισοτοπικών αναλύσεων, ορισμένα από τα δείγματα της παρούσας μελέτης κρίθηκαν ακατάλληλα, καθώς οι διαγενετικές  ιεργασίες πιθανά αλλοίωσαν το αρχικό ισοτοπικό τους σήμα. Τα υπόλοιπα δείγματα χρησιμοποιήθηκαν στην ισοτοπική μελέτη ανασύστασης του παλαιοπεριβάλλοντος. Στο πλαίσιο της ισοτοπικής μελέτης (δ 13 C και δ 18 Ο), αναλύθηκε το ανόργανο μέρος των οστών και των δοντιών (βιοαπατίτης)  ύγχρονων και απολιθωμένων δειγμάτων. Οι ισοτοπικές τιμές του άνθρακα χρησιμοποιήθηκαν για την εξαγωγή πληροφοριών της παλαιοδιατροφής,  υγκρίνοντας τα αποτελέσματα με βιβλιογραφικά δεδομένα πλειστοκαινικών αρκτοειδών της Ευρώπης, καθώς και με τη σύγχρονη καφέ αρκούδα που  ιαβιώνει στον ελλαδικό χώρο. Οι ισοτοπικές τιμές του άνθρακα έδειξαν ότι η U. ingressus ακολουθούσε μια παμφαγική διατροφή, με συμμετοχή  ρωτεΐνης  ερσαίας ή πιο πιθανά ποτάμιας προέλευσης. Αντιθέτως επιβεβαιώνεται η κυρίαρχη φυτοφαγική δίαιτα της σύγχρονης καφέ αρκούδας, με μικρότερη  υμμετοχή πρωτεΐνης σε σχέση με την πλειστοκαινική αρκούδα U. ingressus του Σπηλαίου Λουτρών Αλμωπίας. Βάσει των ισοτοπικών τιμών του οξυγόνου του βιοαπατίτη της σύγχρονης καφέ αρκούδας, των νερών της περιοχής που διαβιώνει και του απολιθωμένου υλικού της U. ingressus, κατασκευάστηκαν  ξισώσεις που συνδέουν την ισοτοπική τιμή του οξυγόνου των οστών και των δοντιών με το νερό που κατανάλωσε η U. ingressus. Οι ευθείες που  ροκύπτουν από τις εξισώσεις περιλαμβάνουν ως μόνο παράγοντα διαμόρφωσης της ισοτοπικής τιμής του νερού του σώματος, το νερό που  αταναλώνεται. Η παλαιοκλιματική ανασύσταση υποδεικνύει ψυχρότερες συνθήκες σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή τη σύγχρονη εποχή. Το συμπέρασμα αυτό βρίσκεται σε αρμονία με την εκτίμηση της ηλικίας των απολιθωμάτων (42.361 χρόνια πριν από σήμερα). 

This dissertation studies fossil bones and teeth of the cave bear U. ingressus from Loutra Almopias Cave (Greece), in order to collect information  egarding the diet of this extinct species as well as the reconstruction of the palaeoenvironmental conditions. Aiming to decipher the suitability of the  ossil samples and the authenticity of their isotopic signal, a thorough diagenetic study was undertaken. Subsequently, isotopic analysis took place  ncluding fossil bones and teeth, modern bones and teeth, surface waters for the modern habitat of brown bear (Ursus arctos) and surface waters from  he region of Loutra Almopias Cave. The diagenetic study comprised the study of the fossil samples by X-ray diffraction (XRD), Fourier Transform  nfrared spectroscopy (FTIR) and Scanning Electron Microscopy (SEM). Similar analytical approach was applied to the modern samples in order to use  he results as reference and also to decipher their reliability, in cases of scarce information. Based on the multimethodological results, their relationships,  he parameters that were calculated and their correlation with the isotopic results, specific samples were discarded from the isotopic study, due to the  iagenetically altered original isotopic fingerprint. The palaeoenvironmental reconstruction was developed based on the rest of the  sample collection.In  he context of the isotopic study (δ 13 C και δ 18 Ο), the inorganic part (bioapatite) of the fossil and modern bones and teeth was analyzed. The isotopic ratios of carbon were used for the palaeodiet determination, comparing the results with literature data of European Pleistocene arctoids as well as with  he modern brown bear. The carbon isotope composition showed that U. ingressus was mainly an omnivorous animal, with terrestrial or more possibly  quatic protein in its diet. In the contrary, the dominant herbivorous diet of modern brown bear is confirmed, with minor protein component. Based on the oxygen isotopic signal of the  ioapatite of the modern brown bear, the waters from its habitat and the bioapatite of the fossil samples of the U. ingressus, certain relationships were  stablished that connect the oxygen isotope ratio of bones and teeth with the water that U. ingressus consumed. Those relationships include the consumed  ater as the sole modulating factor of the body isotope composition. The palaeoclimatic reconstruction indicates colder conditions in comparison to the  odern ones in Loutra Almopias Cave area. This conclusion is in accordance with the age of the fossil samples (42.361 years cal BP)</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2017-12-08 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12314</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2016</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2019 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12500</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Implementation of an innovative methodology for the evaluation and optimization of the WRF modek for the study of convective activity in Thessaly = Εφαρμογή καινοτόμου μεθοδολογίας αξιολόγησης και βελτιστοποίησης του μοντέλου WRF για τη μελέτη καταιγιδοφορων δραστηριοτήτων στην περιχή της Θεσσαλίας.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Tegoulias, Ioannis A.</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The present PhD dissertation investigated the capability of a state of the art numerical prediction model to represent convective activity in the region of Thessaly, Central Greece. The mesoscale meteorological model Weather Research and Forecasting (WRF), was tested in order to discover the optimal configuration able to simulate convective events. An ensemble of twelve different model configurations was put under test, simulating days with high convective activity. The impact of microphysics (MP), cumulus convection (CU) and planetary boundary layer (PBL) schemes was investigated and the best performing combination was chosen. Three MP schemes (Ferrier, WRF single-moment 6-classes, and Goddard), two CU schemes (Kain Fritch and Betts-Miller-Janjić) and two PBL (Yonsei University and Mellor-Yamada- Janjić) were tested. In the first stage, results of the simulations for seven individual cases were statistically evaluated against surface observations and radar data using classic statistical methods. The best performing setup was chosen and further evaluated in the second stage by widening the experimental sample. Thirty six more cases were selected and classified according to the prevailing synoptic conditions. Statistics were obtained for every synoptic type assuring that the selected setup performs adequately in every case. The final stage involved the application of a novel statistical method for the evaluation of the original ensemble of simulations. The new method belongs to the spatial methods, that do not perform a point to point evaluation, but they rather try to distinguish similarities between the observed and forecast fields. The particular method employed, Method for Object Based Diagnostic Evaluation (MODE), uses objects, discrete entities inside the field, and examines their characteristics. The similarity of the characteristics between the observed and forecast objects, as expressed by the appropriate metrics, provides the performance of the model. In the present study the field of reflectivity was used to derive the objects. The result of this novel method confirmed that the model setup, selected primarily using classic statistical methods has the best performance according to the new method too. This way the WRF-ARW model, with this configuration, can be a useful tool in every situation where a high convective event should be studied employing a numerical weather prediction model. 

Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερεύνησε την ικανότητα ενός αριθμητικού μοντέλου πρόγνωσης καιρού στην αναπαράσταση καταιγιδοφόρων δραστηριοτήτων στην περιοχή της Θεσσαλίας, Το μετεωρολογικό μοντέλο μέσης κλίμακας WRF, δοκιμάστηκε προκειμένου να βρεθεί η βέλτιστη διαμόρφωση ικανή να προσομοιώνει την καταιγιδοφόρο δραστηριότητα. Ένα σύνολο δώδεκα διαφορετικών διαμορφώσεων του μοντέλου τέθηκε υπό δοκιμή, προσομοιώντας ημέρες με υψηλή καταιγιδοφόρο δραστηριότητα. Εξετάστηκε η επίδραση των σχημάτων μικροφυσικής (MP), ανωμεταφοράς (CU) και πλανητικού οριακού στρώματος (PBL) και επιλέχθηκε ο συνδυασμός με τις καλύτερες επιδόσεις. Χρησιμοποιήθηκαν τρία σχήματα μικροφυσικής (Ferrier, WSM6 και Goddard), δύο σχήματα ανωμεταφοράς (Kain Fritch και Betts-Miller-Janjic) και δύο σχήματα οριακού στρώματος (Yonsei University και Mellor-Yamada-Jancic). Στο πρώτο στάδιο, τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων αξιολογήθηκαν στατιστικά για επτά μεμονωμένες περιπτώσεις χρησιμοποιώντας παρατηρήσεις επιφάνειας και δεδομένα ραντάρ με τη χρήση κλασικών στατιστικών μεθόδων. Η συνδυασμός με τις καλύτερες επιδόσεις επιλέχθηκε και αξιολογήθηκε περαιτέρω στο δεύτερο στάδιο διευρύνοντας το πειραματικό δείγμα. Προστέθηκαν τριάντα έξι περισσότερες περιπτώσεις και ταξινομήθηκαν σύμφωνα με τις επικρατούσες συνοπτικές συνθήκες. Λαμβάνοντας στατιστικά για κάθε συνοπτικό τύπο διασφαλίστηκε ότι ο επιλεγμένος συνδυασμός παράγει ικανοποιητικά αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση. Το τελευταίο στάδιο αφορούσε την εφαρμογή μιας νέας στατιστικής μεθόδου για την αξιολόγηση του αρχικού συνόλου προσομοιώσεων. Η νέα μέθοδος ανήκει στις χωρικές μεθόδους, οι οποίες δεν εκτελούν αξιολόγηση σημείο προς σημείο, αλλά προσπαθούν να διακρίνουν τις ομοιότητες μεταξύ των παρατηρούμενων και των προσομοιωμένων πεδίων. Η συγκεκριμένη μέθοδος που χρησιμοποιείται, η Μέθοδος για τη Διαγνωστική Αξιολόγηση Βάσει Αντικειμένων (MODE), χρησιμοποιεί αντικείμενα, διακριτές οντότητες μέσα στο πεδίο, και εξετάζει τα χαρακτηριστικά τους. Η ομοιότητα μεταξύ των παρατηρούμενων και των προσομοιωμένων αντικειμένων, όπως αυτή εκφράζεται χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες μετρικές, χαρακτηρίζει την απόδοση του μοντέλου. Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκε το πεδίο της ανακλαστικότητας για την εξαγωγή των αντικειμένων. Το αποτέλεσμα αυτής της νέας μεθόδου επιβεβαίωσε ότι η διαμόρφωση του μοντέλου, που επιλέχθηκε αρχικά  με κλασσικές στατιστικές μεθόδους, έχει την καλύτερη απόδοση και σύμφωνα με τη νέα μέθοδο. Με αυτό τον τρόπο το μοντέλο WRF-ARW, με τη συγκεκριμένη διαμόρφωση μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στη μελέτη καταιγιδοφόρου δραστηριότητας στην περιοχή της Θεσσαλίας.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12500</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12259</identifier>
				<datestamp>2018-12-04T11:16:01Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"151231 2015                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">The fossil chelonians of Greece. Systematics - evaluation - stratigraphy - palaeoecology = Οι απολιθωμένες χελώνες της Ελλάδοσ. Συστηματική - εξέλιξη - στρωματογραφία - παλαιοοικολογία</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Vlachos, Evangelos Ch.</subfield>
						<subfield label="u">Aristotle University of Thessaloniki. School of Geology</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The present thesis deals with the description of the fossil chelonians of Greece, mainly focusing on the detailed description of thousands individual specimens from more than 40 localities, including many new specimens and nearly all the previously published ones. Also, efforts have been made to place these taxa into a phylogenetic context, and to generate some hypotheses on the distribution, the role of chelonians in biostratigraphy and to explore their paleoecology through histological sections. The Greek paleochelonofauna is the most diverse and best preserved in the South Balkans with numerous testudinids (both small and large in size) and geoemydids. Also present, but to a smaller extent, are the emydids and trionychids, whereas a single pleurodire has been found. In general, the taxonomic diversity described in this thesis is significantly different than previously thought, since several taxa previously mentioned are found not valid, additional taxa have been identified, as well as the presence of at least three new taxa is proposed. Fossil chelonians are present in Greece since the Early Miocene, but their main geographical distribution is established since the Late Miocene. The evolution of several clades is in good accordance with the significant geotectonic and climatic changes that occurred in the circum Mediterranean area. As for the phylogenetic analysis, a new matrix of 81 morphological characters for the testudinids is defined, producing promising results that allow discussion of the phylogenetic relationships and evolutionary history of the major testudinid clades, as well as to investigate the evolution of gigantism in this group. The Greek fossil chelonian assemblage, standing between Eurasia and Africa, is of critical importance for the evolution of various chelonian clades from the beginning of the Neogene and onwards. Finally, as it is evident from the present thesis, the study of fossilized chelonians could provide a significant advance on our knowledge of paleoecology and biostratigraphy of Greece.

Η παρούσα διατριβή διαπραγματεύεται την περιγραφή των απολιθωμένων χελωνών της Ελλάδας, εστιάζοντας στη λεπτομερή περιγραφή χιλιάδων δειγμάτων που προέρχονται από περισσότερες από 40 θέσεις, με πολλά νέα δείγματα αλλά και σχεδόν όλα που είχαν προηγουμένως δημοσιευτεί. Επιπλέον, αυτά τα είδη αναλύθηκαν σε ένα φυλογενετικό πλαίσιο, ενώ επιπλέον ερευνήθηκαν διάφορες υποθέσεις σχετικά με την εξάπλωση, το ρόλο τους στη βιοστρωματογραφία και η παλαιοοικολογία μέσα από ιστολογικές λεπτές τομές.  Η ελληνική παλαιοχελωνοπανίδα είναι η πιο πλούσια και καλύτερα διατηρημένη στα Νότια Βαλκάνια με αρκετά χερσαία είδη (μικρού και μεγάλου μεγέθους) και γεωέμυδες. Επίσης εντοπίστηκαν σε μικρότερο βαθμό έμυδες και τριόνυχες, καθώς και ένα πλευρόδειρο. Σε γενικές γραμμές, η ταξινομική ποικιλία όπως περιγράφεται στην παρούσα διατριβή είναι αρκετά διαφορετική από ότι γνωρίζαμε προηγουμένως, καθώς διάφορα είδη γνωστά κατά το παρελθόν δεν προσδιορίζονται πλέον, άλλα είδη έχουν εντοπιστεί, ενώ τρία νέα είδη προτείνονται. Οι απολιθωμένες χελώνες εντοπίζονται από το Κάτω Μειόκαινο, αλλά η κύρια γεωγραφική τους εξάπλωση εμφανίζεται στο Άνω Μειόκαινο. Η εξέλιξη των διαφόρων κλάδων βρίσκεται σε καλή συμφωνία με τις σημαντικές γεωτεκτονικές και κλιματικές αλλαγές που συνέβησαν στην περιοχή της Μεσογείου κατά το παρελθόν. Σχετικά με τη φυλογενετική ανάλυση, ένας νέος πίνακας 81 χαρακτήρων ορίζεται, δίνοντας ελπιδοφόρα αποτελέσματα που επιτρέπουν την ανάλυση των φυλογενετικών σχέσεων και την εξελικτική σχέση των διαφόρων κλάδων των Testudinidae, όπως επίσης και την ανάπτυξη του</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-15 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12259</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2015</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13014</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Κινηματική της Παραμόρφωσης και Γεωτεκτονική Τοποθέτηση του συμπλέγματος Μαμωνίων και των Οφιολιθικών Μειγμάτων της ΝΔ Κύπρου = Structural Architecture, Kinematics of Deformation and Geotectonic Evolution of Mamonia Complex and Ophiolite Mẻlanges of SW Cyprus.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Βαρνάβα, Αντριανή Παύλος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η μελέτη των γεωλογικών και τεκτονικών διεργασιών που επηρέασαν το σύμπλεγμα Μαμωνίων στην νότιο-νοτιοδυτική Κύπρο. Το σύμπλεγμα Μαμωνίων χαρακτηρίζεται από πολύπλοκη γεωδυναμική εξέλιξη και μαζί με τα μεταμορφωμένα πετρώματα του Σχηματισμού Αγία Βαρβάρα αποτελούν το έναυσμα για την κατανόηση της γεωδυναμικής εξέλιξης και παλαιογεωγραφίας του ωκεανού της Νεοτηθύος. Το σύμπλεγμα Μαμωνίων διαχωρίζεται σε δύο βασικές τεκτονοστρωματογραφικές ομάδες, την Ομάδα Διαρίζος και την Ομάδα Άγιος Φώτιος. Η Ομάδα Διαρίζος, Ανώτερης Τριαδικής ηλικίας, έχει ιζηματογενή και ηφαιστειακά πετρώματα, ενώ η Ομάδα Άγιος Φώτιος, Άνω Τριαδικής-Μέσο Κρητιδικής ηλικίας αποτελείται από ιζηματογενείς σχηματισμούς. Μεταξύ των υποκείμενων σχηματισμών της Ομάδας Άγιος Φώτιος, Βλάμπουρος και Μαρώνας (Άνω Τριαδικό) και της υπερκείμενης ραδιολαριτικής σειράς του Σχηματισμού Επισκοπή [Μέσο Ιουρασικό (Καλλόβιο-Βαλαζίνιο)] αναγνωρίζεται ένα στρωματογραφικό κενό. Εξετάσαμε ένα δείγμα (cy_114_s9) από την στήλη Επισκοπή στο οποίο διαπιστώθηκε μια σημαντική ηλικία. Από την συνύπαρξη των ακτινοζώων Bernoullius rectispinus leporinus Conti &amp; Marcucci, Hexasaturnalis tetraspinus (Yao) and Theocapsommella cucurbiformis (Baumgartner) το ραδιολαριτικο δείγμα συσχετίστηκε με το Μέσο Βαθώνιο (Unitary Association Zone 6). Επομένως, προτάθηκε για πρώτη φορά η επέκταση του γνωστού ηλικιακού εύρους του Σχηματισμού Επισκοπή στο Βαθώνιο, μειώνοντας έτσι το στρωματογραφικό κενό μεταξύ των υποκείμενων σχηματισμών Βλάμπουρος και Μαρώνας και του υπερκείμενου Σχηματισμού Επισκοπή. Με το γεωθερμόμετρο αμφιβόλων (Τ) εκτιμήθηκαν οι θερμοκρασίες των μεταμορφωμένων πετρωμάτων από 300oC έως 720oC, με μείωση της θερμοκρασίας από τον πυρήνα προς την περιφέρεια των αμφιβόλων. Με το γεωβαρόμετρο πλαγιοκλάστου-αμφιβόλου (P) εκτιμήθηκαν οι πιέσεις από 8 έως 15kbar σε θερμοκρασίες 650oC και από 7 έως 15kbar σε θερμοκρασίες 705oC. Οι συγκεκριμένες τιμές θερμοκρασίας και πίεσης αναγνωρίζονται σε τυπικά πετρώματα μεταμορφικής σόλας και κάπως έτσι τα μεταμορφωμένα πετρώματα του Σχηματισμού Αγία Βαρβάρα χαρακτηρίζονται ως τυπικά πετρώματα αμφιβολιτικής σόλας. Σε ένα συνδυασμό των μεταμορφωμένων συνθηκών με τις υπαίθριες παρατηρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο σύμπλεγμα Μαμωνίων, εξήχθησαν πέντε τεκτονικά γεγονότα που συνέβαλαν στην γεωδυναμική εξέλιξη του. Το τεκτονικό γεγονός D0, ηλικίας Ανώτερο Κρητιδικό [Τουρόνιο-Καμπάνιο/90-83 Ma ή 90-76 Ma ηλικία αμφιβολιτών με βάση τους Spray &amp; Roddick (1981) και Chan et al. (2007), αντίστοιχα] σχετίζεται με την ενδοωκεάνια υποβύθιση και την αμφιβολιτική φάση που παρατηρείται στα μεταμορφωμένα πετρώματα σόλας του Σχηματισμού Αγία Βαρβάρα. Το τεκτονικό γεγονός D1, [Ανώτερο Κρητιδικό (Ανώτερο Καμπάνιο-Μαιστρίχτιο/70-68 Ma)], σχετίζεται με την μεταμορφική εξέλιξη των πετρωμάτων σόλας καθώς και με την κύρια τοποθέτηση (obduction) των οφιολιθικών πετρωμάτων Τρόδους-Ακάμα. Το γεγονός αυτό χαρακτηρίζεται από την μεσαίου βαθμού ανάδρομη πρασινοσχιστολιθική φάση η οποία επηρέασε τα μεταμορφωμένα πετρώματα του Σχηματισμού Αγία Βαρβάρα. Το τεκτονικό γεγονός D2, ηλικίας Ανώτερο Κρητιδικό (Μαιστρίχτιο/65 Ma), συνδέεται με την έντονη λεπίωση των σχηματισμών της νότιο-νοτιοδυτικής Κύπρου προς ΝΔ και με την τοπική αντιθετική φορά λεπίωσης (Back-thrust). Το τεκτονικό γεγονός D3, (Άνω Ολιγόκαινο-Μειόκαινο), συνδέεται με ρηξιγενή εκτατική τεκτονική και χαρακτηρίζεται από πλάγιο-κανονικά ρήγματα μεσαίας γωνίας κλίσης έως τυπικά ρήγματα οριζόντιας μετατόπισης. Το τελευταίο τεκτονικό γεγονός D4 σχετίζεται με το σύγχρονο τεκτονικό καθεστώς. Όπως εκτιμάται από την γεωδαιτική ανάλυση, αλλά και από τις υπαίθριες παρατηρήσεις, το τεκτονικό γεγονός D4 συνδέεται με ταυτόχρονη συμπίεση και έκταση. Η γενική διεύθυνση της συμπίεσης είναι ΒΒΔ-ΝΝΑ, ενώ της έκτασης ΑΒΑ-ΔΝΔ.

The aim of this study is to observe the geological and tectonic processes which affected the Mamonia Complex in south-southwest Cyprus. The Mamonia Complex is characterized by complicated geodynamic evolution, and along with the metamorphic rocks of Ayia Varvara Formation are the triggering of understanding the geodynamic evolution and palaeogeography of the Neotethyan ocean. The Mamonia Complex can be subdivided into two fundamental tectono-sedimentary units, the Dhiarizos Group, and the Ayios Photios Group. Dhiarizos Group (Upper Triassic) consists of sedimentary and volcanic rocks, while the Ayios Photios Group (Upper Triassic-Middle Cretaceous) consists of sedimentary formations. A stratigraphic hiatus is recognized between the underlying Fms of Ayios Photios, Vlambouros and Marona (Upper Triassic), and the overlying radiolitic sequence of Episkopi Fm [Middle Jurassic (Callovian-Vellangian)]. From a sample by Episkopi section a significant age is established. The co-occuerences of species Bernoullius rectispinus leporinus Conti &amp; Marcucci, Hexasaturnalis tetraspinus (Yao) and Theocapsommella cucurbiformis (Baumgartner) characterizes the Unitary Association Zone 6 (U.A.Z. 6) which is correlated with the Middle Vathonian. According to that we here propose extend down to the Bathonian the known age range of the Episkopi Fm, thereby reducing the stratigraphic hiatus between it and the underlying Upper Triassic Vlambouros and Marona Fms. The amphibole geothermometer (T) estimate of temperatures about 300oC until 720oC with a decrease of temperature from the core to rim of amphiboles. The plagioclase-amphibole geobarometer (P) of the metamorphic rocks estimate of about 8 until 15kbar at 650oC and from 7 until 15kbar at 705oC. Based on values of temperature and pressure the metamorphic rocks of Ayia Varvara Fm, in this study, they are characterized as typical rocks of metamorphic sole. A combination of metamorphic conditions with fieldwork observations that carried out in the type area of Mamonia Complex, five tectonics events was extracted which was contributed of its geodynamic evolution. The Upper Ctetaceous [Touronian-Campanian/90-83 Ma ή 90-76 Ma amphibolite ages by Spray &amp; Roddick (1981) and Chan et al. (2007), respectively] tectonic event D0 is related to the intra-oceanic subduction and the amphibolite phase that is observed on the metamorphic sole rocks of Ayia Varvara Fm. The tectonic event D1 [Upper Cretaceous (Upper Campanian-Maastrichtian/70-68 Ma)] is related to the gradual uplift of metamorphic sole rocks of Ayia Varvara Fm as well as the obduction of Trodos-Akama ophiolitic rocks. On this event the metamorphism that affected the metamorphic rocks of Ayia Varvara Fm reaches to medium-grade greenschist facies. The tectonic event D2 [Upper Cretaceous (Maastrichtian/65 Ma)] is related to the intensely imbrication of the formations in south-southwest Cyprus with main kinematic to the SW and the local back-thrusting. The tectonic event D3 (Upper Oligocene-Early Miocene) is related to extensional rifting tectonic and it is characterized by medium dip angles oblique-normal faults to generally strike-slip faults. The last tectonic event D4 is related to the contemporary regime. Based on GNSS analysis as well as the field observations, this event is associated with coeval compression and extension. Compression mainly direction is to NNW-SSE, while that of the extension is to ENE-WSW.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13014</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12478</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συμβολή στην εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότας με τη χρήση πολυμεταβλητών σεισμικών χρονοσειρών = Contibution to the seismiv hazard assessment by using multivariate seismiv time series.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Χοροζόγλου, Δημήτριος-Ευστάθιος Ε.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η διερεύνηση της σεισμικής συμπεριφοράς αποτελεί σημαντική επιστημονική πρόκληση και αναπόσπαστη συνιστώσα ανάπτυξης της γνώση μας για την σεισμογένεση και την εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας. Οι κύριοι σεισμοί (π.χ. ) καθώς και οι μετασεισμοί αυτών μπορούν να προκαλέσουν καταστροφικές συνέπειες με απώλειες ανθρώπινων ζωών. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας, για τον Ελληνικό χώρο, με βάση τη χρήση πολυμεταβλητών σεισμικών χρονοσειρών.
Στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο της διατριβής, η εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας επιχειρείται μέσω της κατασκευής είτε ενός σεισμικού δικτύου συσχέτισης, που προϋποθέτει την δημιουργία πολυμεταβλητής σεισμικής χρονοσειράς, ή δικτύου επανάληψης. Κόμβο του σεισμικού δικτύου συσχέτισης αποτελεί η κάθε μεταβλητή της πολυμεταβλητής χρονοσειράς που αντιπροσωπεύει είτε καλά καθορισμένη σεισμική ζώνη είτε κυψελίδα η οποία προκύπτει από την διαίρεση του Ελληνικού χώρου. Κάθε παρατήρηση της πολυμεταβλητής σεισμικής χρονοσειράς αποτυπώνει είτε το σύνολο των σεισμών ή την σεισμική ροπή που απελευθερώνεται σε κάθε κόμβο, αντίστοιχα. Οι συνδέσεις του σεισμικού δικτύου συσχέτισης μεταξύ των κόμβων του δίνονται από τον γραμμικό συντελεστή συσχέτισης Pearson που υπολογίζεται για κάθε ζεύγος μεταβλητών της πολυμεταβλητής σεισμικής χρονοσειράς. Αντίθετα, κόμβο του δικτύου επανάληψης αποτελεί ο κάθε σεισμός και οι συνδέσεις του δίνονται όταν η διαφορά της σεισμικής ροπής μεταξύ των κόμβων του είναι μικρότερη από ένα αυθαίρετο κατώφλι. Έχοντας σχηματίσει το σεισμικό δίκτυο, η εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας επιτυγχάνεται είτε μέσω της χρήσης μέτρων δικτύου που το χαρακτηρίζουν ή μέσω της μελέτης των μη-τετριμμένων τοπολογικών ιδιοτήτων του, όπως της δομής του μικρόκοσμου και της ελεύθερης κλίμακας, που μπορεί να παρουσιάζει. Επομένως, η εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας, επιχειρείται από την μελέτη είτε της δυναμικής εξέλιξης των τιμών βασικών μέτρων δικτύου ή της δυναμικής εξέλιξης της δομής του σεισμικού δικτύου που εξετάζεται σε κυλιόμενα χρονικά παράθυρα είτε πριν ή μετά από κύριους σεισμούς ή μετασεισμούς, αντίστοιχα, που έγιναν στον Ελληνικό χώρο και τις γύρω περιοχές κατά την περίοδο 1999-2018. Βρέθηκε, ότι οι τιμές των μέτρων δικτύου, σε αρκετές περιπτώσεις, είναι στατιστικά σημαντικές όπως και ότι το σεισμικό δίκτυο παρουσιάζει την δομή του μικρόκοσμου λίγο πριν τους κύριους σεισμούς.
Στο τέταρτο κεφάλαιο της διατριβής, η εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας επιχειρείται μέσω του κανονικοποιημένου συντελεστή που υπολογίζει την συσχέτιση μεταξύ πολυμεταβλητών χρονοσειρών με την εύρεση γραμμικών συνδυασμών τους που συσχετίζονται ισχυρά. Οι μεταβλητές της πολυμεταβλητής χρονοσειράς παριστάνουν το μέγεθος του παρόντος σεισμού και τη χρονική διαδοχή του, σε ημέρες, μέχρι τον επόμενο σεισμό. Ο κανονικοποιημένος συντελεστής συσχέτισης χρησιμοποιείται ώστε να εξετάσει αν υπάρχει στατιστική σημαντικότητα, μέσω κατάλληλου στατιστικού ελέγχου, της συσχέτισης στο μέγεθος και στο χρόνο μεταξύ των πέντε τελευταίων σεισμών, ανά ζεύγη, πριν από κύριους σεισμούς που έγιναν στον Ελληνικό χώρο κατά την περίοδο 1964-2018 για κάθε σεισμική ζώνη. Τα αποτελέσματα, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπογραμμίζουν την στατιστική σημαντικότητα της συσχέτισης μεταξύ των τελευταίων πέντε διαδοχικών, ανά ζεύγη, σεισμών πριν την γένεση κύριων σεισμών () για κάθε σεισμική ζώνη. Τέλος, παρουσιάζεται ο χάρτης που αφορά την πιθανότητα γένεσης του επερχομένου κύριου σεισμού () για κάθε σεισμική ζώνη που συμβάλει στην εκτίμηση της μελλοντικής σεισμικής δραστηριότητας.
Λέξεις κλειδιά: Δίκτυο συσχέτισης, Δίκτυο επανάληψης, Δίκτυο μικρόκοσμου, Δίκτυο ελεύθερης κλίμακας, Μέτρο δικτύου, Κανονικοποιημένος συντελεστής συσχέτισης, Πολυμεταβλητή χρονοσειρά, Σεισμική ζώνη, Σεισμική κυψελίδα, Σεισμική ροπή, Κύριος σεισμός, Μετασεισμική ακολουθία.

The investigation of the complex seismicity behavior constitutes a major scientific challenge and an indispensable component in improving our knowledge concerning seismogenesis and seismic hazard assessment. The strong earthquakes (e.g. ) as well as the aftershocks of them can cause catastrophic consequences with losses of human lives. The purpose of this doctoral thesis is the estimation of the future seismic activity for the Greek area, using the multivariate seismic time series.
In the second and third chapter of thesis, the estimation of the future seismic activity is attempted through the construction of either a correlation network or a recurrence plot. The node of the seismic correlation network is each variable of the multivariate seismic time series that represents a seismic zone as the Greek territory is divided. Each observation of multivariate seismic time series captures either the sum of the earthquakes that occurred or the cumulative seismic moment that released at each node, respectively. The connections of the seismic correlation network among of its nodes are given by the Pearson correlation coefficient. On the contrary, the node of the recurrence plot is each earthquake and the connections among of its nodes are given when the difference of magnitudes is less than an arbitrary threshold. Having formed the seismic network, the estimation of the future seismic activity is achieved either through the use of network measures or through the study of its non-trivial topological properties, such as the small-world and scale-free structure. Therefore, the estimation of seismic activity is attempted by studying either the dynamic evolution of network values or the dynamic evolution of network structure in sliding time windows either before or after from main shocks or strong aftershocks, respectively, that occurred in the Greek territory spanning the period 1999-2018. It is revealed that the values of network measures are, in many cases, statistically significant as well as that the seismic network presents the structure of the small-world shortly before the occurrence of main shocks.
In the fourth chapter of the thesis, the estimation of the future seismic activity is attempted through the canonical correlation analysis which calculates the correlation between multivariable time series by finding their strongly correlated linear combinations. The variables of the multivariate time series represent the magnitude of earthquake and its time succession, in days, until the occurrence of next earthquake. The canonical correlation analysis is used to examine whether there is statistical significance, using the appropriate statistical test, of the correlation between the last successive five earthquakes, per pair, that occurred before the occurrence of main shocks in the Greek territory spanning the period 1964-2018 for each seismic zone. The results reveal that the statistical significance of the correlation is present between the last five successive earthquakes, per pair, that occurred before the occurrence of main shocks in each seismic zone. In addition, the map for the probabilities of occurrence of the upcoming main shocks () for each seismic zone, is presented, to help the estimation of the future seismic activity for the Greek area.
Keywords: Correlation Network, Recurrence plot, Small-world network, Scale-free network, Network measure, Canonical Correlation Analysis (CCA), Multivariate time series, Seismic zone, Seismic cell, Seismic moment, Main shock, Aftershock sequence.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12478</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11380</identifier>
				<datestamp>2018-12-04T11:16:02Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181115 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Η ιστορική εξέλιξη της γεωλογικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα=The historical development of geological education in Greece</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Μακρή, Κυριακούλα Χρ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Οι Γεωεπιστημές αφορούν ένα επιστημονικό πεδίο που απασχόλησε την κοινωνική, οικονομική και εκπαιδευτική ζωή, από τις απαρχές του Ελληνικού Κράτους, καταδεικνύοντας την αναγκαιότητα της γεωλογικής επιστήμης σε όλους τους τομείς της εκπαίδευσης, της επιστημονικής έρευνας και της κοινωνικής ζωής. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι ο προσδιορισμός της θέσης και του περιεχομένου των Γεωεπιστημών στη Μέση Εκπαίδευση του Ελληνικού κράτους από το 1830 μέχρι το 2015 και η συγκεκριμενοποίηση των παραγόντων που συνέβαλαν στη διαμόρφωση τους. Το υλικό στο οποίο βασίζεται η έρευνα αποτελείται κυρίως από: αναλυτικά προγράμματα Μ.Ε., σχολικά εγχειρίδια Γεωεπιστημών για τη Μ.Ε. και άρθρα περιοδικών που εκδόθηκαν, παράχθηκαν και διακινήθηκαν από επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς, σχετιζόμενους με τις Γεωεπιστήμες. Η κύρια μεθοδολογία έρευνας είναι η ιστορικό- ερευνητική μέθοδος, με χρήση στοιχείων από την ανάλυση Bernstein και έμφαση στην ανάλυση περιεχομένου. Θεωρήθηκε ότι είναι η πιο συμβατή μεθοδολογία για την επαρκέστερη προσέγγιση των ερευνητικών ερωτημάτων της διατριβής, λόγω της μεγάλης πολυμορφίας του υλικού που αξιοποιήθηκε. Κατά την έρευνα προέκυψε πως το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων περιλαμβάνει κυρίως γνώσεις  πρακτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος (π.χ. εξορύξεις και αξιοποίηση φυσικών πόρων). Επιπλέον θέτονται με περιγραφικό τρόπο ένα ευρύ φάσμα αντικειμένων, όπως οι απόψεις για την ηφαιστειότητα, την ηλιακή δραστηριότητα, την αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια και τη γένεση των σεισμών. Το επίπεδο γνώσεων της Ορυκτολογίας σχετικά με τα μεταλλικά ορυκτά, τα βιομηχανικά ορυκτά και τους πολύτιμους λίθους χαρακτηρίζεται ικανοποιητικό, ενώ οι γνώσεις κλασσικής Γεωλογίας (Ιστ. Γεωλογία &amp; Γεωδυναμική) χαρακτηρίζονται περιγραφικές, όπου συχνά η ερμηνεία των γεωλογικών φαινομένων βασιζόταν από θρησκευτικές πεποιθήσεις και μυθολογικές προεκτάσεις. Το επίπεδο της γεωλογικής γνώσης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση υστερεί σχετικά με το αντίστοιχο επίπεδο στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Σε όλη τη χρονική περίοδο μελέτης, οι μεταβολές της διδασκαλίας των Γεωεπιστημών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, είναι εξαρτώμενες από τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η αξιοποίηση στοιχείων της ιστορίας της διδασκαλίας των Γεωεπιστημών στην κατανόηση της σύνδεσης Γεωλογίας, κοινωνίας και οικονομίας.

Geology has been developed and evolved in Greece, based on specific economical and socials needs, mainly at the 19th century and 20th century. It was then when the first scientific community of Geology, the Academic Faculties of Geology and the more important academicians made their appearance, resulting the consolidation of the Science of Geology in Greece. The social and cultural dimension of the Science of Geology is reflected at the Higher Education, as well as in the Secondary Education. The Science of Geology is been taught as autonomous course, or as part of other Natural Sciences, in the educational institutions of Secondary Education. Τhe research questions of study are: When, which needs and under which circumstances and influences was the first scientific community of Geology in Greece been created? What were the main facts and landmarks that caused the development and evolution of Geology in Greece? When and under which circumstances had the new theories of Science of Geology been adopted by the Greek scientific community? When were the modern landmarks concerning the evolution of Science of Geology been adopted at the Greek Educational System? Was and is the Greek Educational System contemporary to modern and state of the art Geological Theories? Is there an evident connection between the evolution of the Science of Geology at the Secondary and Higher Education in Greece? The main methodology of studying of school handbooks is the historical-research method research by using content analysis. It was considered as a suitable methodology to approximate adequately the objectives of the thesis because of the great diversity of the used material. The content of the textbooks includes knowledge of practical and economic interest (e.g. commercial minerals, exploitable resources). Furthermore, a broad spectrum of subjects such as theories of volcanism, solar activity, wind and water energy are cited in a descriptive way. The level and goal of the knowledge on Mineralogy were satisfactory regard to metallic minerals, industrial minerals and valuable stones and they were relevant to economic and practical applications of Science. On the contrary, the classical taught knowledge on Geology was simply descriptive and, often, the interpretation was conducted using beliefs from mythology and religion. Essentially, the level of knowledge reflects social and economic needs of the studied period, as well as the need of construction and function of metal and salt mines and it is evident that religious interference, which led to further delay of the modernization of textbooks. It is noteworthy that modern scientific concepts, such as the Theory of Evolution, the theory of Isostasias and Cosmogony, arriving on time in Greek textbooks, but only in the Higher Education, and therefore the level of geological knowledge in Secondary education is not consistent with that of the Higher Education.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-15 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11380</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2015</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2017 Grey literature at Theophrastus Library. School of Geology, AUTh</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12838</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"230124 2023                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Εκτίμηση των σφαλμάτων και της αβεβαιότητας του υετού στη νότια Αφρική σε περιοχικές κλιματικές προσομοιώσεις: διερεύνηση των φυσικών διεργασιών = Εκτίμηση των σφαλμάτων και της αβεβαιότητας του υετού στη νότια Αφρική σε περιοχικές κλιματικές προσομοιώσεις: διερεύνηση των φυσικών διεργασιών.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Karypidou, Maria Chara</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The climate of southern Africa is characterized by a plethora of distinct permanent and semi permanent atmospheric features that are interconnected at various levels of complexity, both over land and over the two adjacent oceans. The current Thesis aims to provide a comprehensive overview of the modeled and observed precipitation climatology over southern Africa, in all tools that are currently available in the climate community. Additionally, it aims to investigate the impact that the lateral boundary conditions exert on Regional Climate Model (RCM) simulations performed in the context of CORDEX-Africa, and to further investigate the dynamical processes over the study region that are responsible for precipitation in the CORDEX-Africa ensemble. Lastly, a series of RCM simulations using the Weather Research and Forecasting (WRF) model is used, with the purpose to examine the impact of cumulus parameterization schemes on precipitation over southern Africa.
It is concluded that RCM simulations significantly improve monthly precipitation amounts in the southern African region (CORDEX-0.44), relative to Global Climate Models (GCMs) from which they receive lateral boundary conditions (CMIP5). Moreover, the higher spatial resolution of the CORDEX-Africa ensemble allows the more accurate representation of topography, compared to that in the coarse resolution GCMs. This results to the low-tropospheric moisture inflow from the tropical Indian Ocean being correctly blocked by the mountains over the Tanzania region and hindering it from progressing towards the central southern African region, as is erroneously the case in the CMIP5 ensemble. In all months and for the various subregions considered, the regional models systematically reduce the precipitation bias, relative to the driving global models. Sensitivity experiments were performed using the WRF model, examining the impact of the cumulus parameterization scheme on several aspects of the southern Africa precipitation regime. 
The simulations showed that precipitation is significantly affected by the cumulus parameterization scheme and the results were consistent regardless of the study period. More specifically, the Betts - Miller – Janjic and New - Tiedtke schemes produced the more realistic results (compared to satellite precipitation products and the ERA5 reanalysis dataset) for the entire study period (rainy season 2012-2013), but also for the intense precipitation event examined during January 2013, over south-eastern South Africa. The Kain - Fritsch scheme displayed an overestimation of precipitation throughout the study period.

Το κλίμα της νότιας Αφρικής χαρακτηρίζεται από μια πληθώρα μόνιμων και ημιμόνιμων ατμοσφαιρικών χαρακτηριστικών που συνδέονται μεταξύ τους σε διάφορα επίπεδα πολυπλοκότητας, τόσο στην ξηρά όσο και στους δύο γειτνιάζοντες ωκεανούς. Η παρούσα Διατριβή στοχεύει στο να προσφέρει μια ολοκληρωμένη επισκόπηση της μοντελοποιημένης και παρατηρούμενης κλιματολογίας βροχοπτώσεων στη νότια Αφρική, αξιοποιώντας όλα τα εργαλεία που είναι επί του παρόντος διαθέσιμα στην κλιματική κοινότητα. Επιπλέον, στοχεύει στη διερεύνηση της επίδρασης που ασκούν οι πλευρικές οριακές συνθήκες στις προσομοιώσεις Περιοχικών Κλιματικών Μοντέλων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του CORDEX-Africa. Επιπρόσθετα, αποσκοπεί στη διερεύνηση των δυναμικών διεργασιών στην περιοχή μελέτης που είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία βροχόπτωσης στο σύνολο του σμήνους προσομοιώσεων του CORDEX-Africa. Τέλος, πραγματοποιείται μια σειρά προσομοιώσεων με χρήση του Weather Research and Forecasting μοντέλου (WRF), με σκοπό να εξεταστεί ο αντίκτυπος των σχημάτων παραμετροποίησης της ανωμεταφοράς στις διαδικασίες της βροχόπτωσης στη νότια Αφρική.
Συμπεραίνεται πως οι περιοχικές κλιματικές προσομοιώσεις βελτιώνουν σημαντικά τα μηνιαία ποσά βροχοπτώσεων στην περιοχή της νότιας Αφρικής (CORDEX-0.44), σε σχέση με τα Παγκόσμια Κλιματικά Μοντέλα από τα οποία λαμβάνουν πλευρικές οριακές συνθήκες (CMIP5). Επιπλέον, η υψηλότερη χωρική ανάλυση του συνόλου του σμήνους προσομοιώσεων CORDEX-Africa επιτρέπει την ακριβέστερη αναπαράσταση της τοπογραφίας, σε σύγκριση με αυτή που πραγματοποιείται από τα Παγκόσμια Κλιματικά Μοντέλα αδρής χωρικής ανάλυσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εισροή υγρασίας στα χαμηλά ύψη της τροπόσφαιρας προερχόμενη από τον τροπικό Ινδικό Ωκεανό να εμποδίζεται ορθώς από τα βουνά στην περιοχή της Τανζανίας και να μην της επιτρέπεται να προχωρήσει προς την περιοχή της κεντρικής νότιας Αφρικής, όπως λανθασμένα συμβαίνει στο σμήνος προσομοιώσεων CMIP5. Σε όλους τους μήνες, και για τις διάφορες υποπεριοχές που εξετάζονται, τα Περιοχικά Κλιματικά Μοντέλα μειώνουν συστηματικά το σφάλμα της βροχόπτωσης, σε σχέση με τα Παγκόσμια Κλιματικά Μοντέλα που τα οδηγούν.
Τα πειράματα ευαισθησίας πραγματοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας το μοντέλο WRF, εξετάζοντας την επίδραση του σχήματος παραμετροποίησης που ελέγχει τις διαδικασίες ανωμεταφοράς σε διάφορα χαρακτηριστικά που αφορούν τη βροχόπτωση στη νότια Αφρική. Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι η βροχόπτωση επηρεάζεται σημαντικά από το σχήμα παραμετροποίησης της ανωμεταφοράς και τα αποτελέσματα ήταν συνεπή ανεξάρτητα από την περίοδο μελέτης. Πιο συγκεκριμένα, τα σχήματα Betts - Miller - Janjic και New - Tiedtke παρήγαγαν τα πιο ρεαλιστικά αποτελέσματα (σε σύγκριση με τα χρησιμοποιούμενα δορυφορικά προϊόντα βροχόπτωσης και τα δεδομένα επανάλυσης ERA5) για ολόκληρη την περίοδο μελέτης. Το σχήμα Kain - Fritsch εμφάνισε συστηματική υπερεκτίμηση της βροχόπτωσης καθ&#039; όλη την περίοδο μελέτης.

</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12838</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2023 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12764</identifier>
				<datestamp>2022-02-15T07:40:35Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220215 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Προϊστορικά βραχογραφήματα στη Β. Ελλάδα = Pre historic rock engraving in North Greece.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Χατζηλαζαρίδης, Λάζαρος Ι.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Στην Ελλάδα εντοπίστηκαν και μελετούνται βραχογραφήματα. Κρίνοντας από την τεχνική τους δημιουργήθηκαν είτε με χάραξη, είτε με λάξευση, είτε με κρούση της επιφάνειας του βράχου με σκληρά, λεπτά και αιχμηρά αντικείμενα. Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στις χιλιάδες, πολλές φορές αλληλοκαλυπτόμενες παραστάσεις, που εντοπίστηκαν κυρίως στην ύπαιθρο αλλά και κάτω από βραχοσκεπές και μέσα σε σπήλαια της Βορ. Ελλάδας και ιδιαίτερα σε περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας. Στην Ελλάδα δεν βρέθηκαν βραχογραφήματα ζωγραφισμένα με φυσικά χρώματα όπως σε άλλες χώρες. Οι περισσότερες παραστάσεις είναι γραμμικά χαραγμένες και παρουσιάζουν χαρακτηριστική τυποποίηση που δηλώνει διαδεδομένο πολιτισμικό φαινόμενο. Έχουν διαστάσεις μερικά cm μέχρι 1m. Ταξινομήθηκαν σε ιδιαίτερες θεματικές ενότητες π.χ. ελάφια, άνθρωποι, άλλα ζώα, ιππείς – κυνηγοί, τόξα –δόρατα, εργαλεία, πλοιάρια κλπ. Η δημιουργία των βραχογραφημάτων ικανοποιούσε ανάγκες του ανθρώπου, όπως αυτήν της επικοινωνίας και άλλες. Τα βραχογραφήματα συνιστούν πρώιμο τρόπο έκφρασης και μπορούν να θεωρηθούν ως τα εναπομείναντα πρώτα εργαλεία σκέψης. Για το μεγαλύτερο σύνολο των βραχογραφημάτων προτείνεται η χρονική τοποθέτησή τους στα τέλη της Νεολιθικής εποχής μέχρι την πρώιμη εποχή του σιδήρου. Σκοπός της διατριβής είναι να αποτελέσει ένα πρώτο ερέθισμα, αλλά και μία πηγή πληροφόρησης για μια ουσιαστική γνωριμία με τα ελληνικά βραχογραφήματα, καθώς και η προστασία τους, η οποία έπεται  της γνώσης για την ύπαρξή τους και κυρίως της γνώσης για την αξία τους ως μνημείων πολιτισμικών.


“Rock engraving” or “rock carvings” have been located and are under study, in Greece. Commenting on their technique they were created either by scratching or chiselling or even by impacting on the surface of rocks with thin, hard and sharp objects. This doctoral thesis deals with the thousands of the depictions, (many covering each other) that were discovered in the open air as well as under rock – formed shelters and in caves of Northern Greece and especially in regions of Eastern Macedonia. There is no painted rock art found, coloured with natural paint, as it happened in other countries. Most of the depictions are engraved in a linear way and introduce a typical standardisation which shows a wide spread cultural phenomenon. Their dimensions vary from some centimetres to one metre. They are classified in units according to their theme e.g. deer, humans, other animals,  riders - hunters, tools, bows - spears e.t.c. The creation of rock carvings satisfied the needs of the early people such as the need for communication and others. Therefore, rock engravings suggest an early way of expressing one’ s self and can be considered as the remains of the first tools of thought. It is suggested, for the best part of the rock engravings, to date them at the late Neolithic period up to the early Iron era. The aim of the present doctoral thesis is to give a first incentive and to become a source of information in order people to have a better familiarisation, with the Greek rock engravings, as well as their protection, which will follow the knowledge of their existence and above all, their evaluation as cultural monuments.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-02-02 08:59:13</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12764</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2000</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

			<varfield id="787" i1="0" i2=" ">
			<subfield label="n">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/download/12764/14198</subfield>
		</varfield>
	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12441</identifier>
				<datestamp>2022-01-10T08:03:37Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200207 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μεταλλογένεση της μεταξύ Βεροίας και Ναούσης περιοχής = Metallogenesis in the area between Veroia and Naousa.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Εμμανουηλίδης, Χρήστος Β.</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα εργασία μελετώνται η ορυκτολογία, η χημική σύσταση και η γένεση των κοιτασμάτων χρωμίτη και συμπαγών σουλφιδίων της περιοχής ανάμεσα στη Βέροια και στη Νάουσα. Η περιοχή έρευνας ανήκει γεωτεκτονικά στο όριο των ζωνών Αλμωπίας και Πελαγονικής. Τα κοιτάσματα χρωμίτη φιλοξενούνται μέσα σε σερπεντινίτες που αποτελούν τα μέλη μίας οφειολιθικής σειράς Μεσοζωικής ηλικίας που αντιπροσωπεύει επωθημένα θραύσματα του φλοιού της Τηθύος. Η οφειολιθική σειρά περιλαμβάνει επίσης μεταβασικά πετρώματα καθώς και λευκογρανίτες και ιζηματογενή πετρώματα. Στην ορυκτολογική σύσταση των σερπεντινιτών συμμετέχουν σαν επουσιώδη χρωμίτης (Cr-σπινέλλιος ή Al-χρωμίτης) και μαγνητίτης. Oι επουσιώδεις σπινέλλιοι χαρακτηρίζονται ως αργιλιούχοι χρωμίτες και ανταποκρίνονται στη σύσταση σπινελλίων τύπου Ι ή των Αλπικού τύπου περιδοτιτών. Στα βασικά πετρώματα της οφειολιθικής σειράς οι συνθήκες μεταμόρφωσης καλύπτουν την φάση πρενίτη-πουμπελλυίτη. Το μητρικό μάγμα των μεταβασικών πετρωμάτων από το οποίο κρυσταλλώθηκαν ήταν θολεϊτικής σύστασης με χαμηλό Κ και το γεωτεκτονικό περιβάλλον σχηματισμού τους προσομοιάζει με εκείνο νησιωτικού τόξου (ΙΑΤ) πάνω από καταδυόμενη ωκεάνια λιθόσφαιρα (SSZ=supra subduction zone). Επτά χρωμιτοφόρες θέσεις (Άγιος Αθανάσιος, Πλατάνια Ρέμα, Παληορούγκα, Διχαλεύρι, Κουμαριά, Αρκοχώρι) μελετήθηκαν στην παρούσα διδακτορική διατριβή. Τα χρωμιτοφόρα σώματα είναι ακανόνιστης μορφής και έχουν υποστεί παραμόρφωση. Ο τύπος του μεταλλεύματος μορφολογικά είναι κυρίως ο συμπαγής που διαβαθμίζεται σε διάσπαρτο. Ο χρωμίτης του μεταλλεύματος παρουσιάζεται έντονα κατακλασμένος. Η εξαλλοίωση του χρωμίτη σε σιδηροχρωμίτη ερμηνεύεται σαν ένα μετασωματικό φαινόμενο που σχετίζεται με τη σερπεντινίωση και τη χαμηλού βαθμού μεταμόρφωση που χαρακτηρίζει όλη την περιοχή. Από άποψη ονοματολογίας οι χρωμίτες χαρακτηρίζονται ως αργιλιούχοι χρωμίτες. Τα χρωμιτικά κοιτάσματα της περιοχής μελέτης χαρακτηρίζονται ως Αλπικού τύπου λοβόμορφα ή οφειολιθικά και προσομοιάζουν τόσο με τα λοβόμορφα κοιτάσματα του Τρόοδους Κύπρου, του Βούρινου Κοζάνης, της Πίνδου και της Χαλκιδικής. Δείγματα μεταλλεύματος χρωμίτη αναλύθηκαν ως προς την περιεκτικότητά τους σε στοιχεία της ομάδας του λευκοχρύσου (PGE) και παρουσιάζουν ομοιομορφία στη σύστασή τους με μέσες τιμές σε Os: 32.25 ppb, Ir: 52.25 ppb, Ru: 72.38 ppb, Rh: 10.00 ppb, Pt: 20.38 ppb και Pd: 6.50 ppb. Όλα τα δείγματα χρωμιτίτη παρουσιάζουν εμφανή εμπλουτισμό σε Os, Ir και Ru (στα στοιχεία της υποομάδας του Ir ή IPGE). Όσον αφορά τη δημιουργία των λοβόμορφων κοιτασμάτων χρωμίτη της περιοχής μελέτης δεχόμαστε ότι τα τήγματα από τα οποία κρυσταλλώθηκε ο χρωμίτης ήταν μπονινιτικού τύπου ακόρεστα σε θείο, αποτέλεσμα υψηλού βαθμού μερικής τήξης έντονα εκχυμωμένου μανδυακού υλικού, σε περιβάλλον νησιωτικού τόξου πάνω από καταδυόμενη ωκεάνια λιθόσφαιρα (SSZ=supra subduction zone). Τα τήγματα έφθαναν στον ξενιστή χαρτσβουργίτη μέσω διαρρήξεων από διάταση και σταδιακά εξελίχθηκαν σε σύστημα πολλαπλών μαγματικών θαλάμων. Σ’ αυτούς έγινε η κρυστάλλωση και συγκέντρωση του χρωμίτη σε λοβόμορφα σώματα, κάτω από κατάλληλες φυσικοχημικές συνθήκες (T, P, fO2), είτε με διαδικασία ανάμιξης τηγμάτων διαφορετικής σύστασης είτε με αλληλεπίδραση τήγματος/πετρώματος. Οι εμφανίσεις των συμπαγών σουλφιδίων συναντώνται στις θέσεις Φυτιά, Ροδοχώρι και Κτήμα Ξυλαπετσίδη και είναι τύπου Κύπρου ή Cu-σιδηροπυρίτη. Τα ορυκτά της μεταλλοφορίας είναι: σιδηροπυρίτης, χαλκοπυρίτης, σφαλερίτης συνδέονται με τα μεταβασικά πετρώματα, ενώ η μεταλλοφορία της περιοχής Φυτιάς όπου υπάρχουν ακόμη μαγνητοπυρίτης, χρωμίτης και κοβαλτίνης συνδέονται με τα υπερβασικά πετρώματα. Τα σουλφίδια σχηματίστηκαν σε υποθαλάσσιο υδροθερμικό περιβάλλον σε αναγωγικές συνθήκες με τη θερμοκρασία μέχρι 300ºC και pH ελαφρώς όξινο. 

The subject of the present thesis is the study of the mineralogy, the geochemistry and the ore mineralization of the chromite and the massive sulfide deposits in the area between Veria and Naousa in Northern Greece. These deposits are hosted in the Naousa-Veria unit exposed in the Vermion mountain range. This unit is part of the Northern Pelagonian domain, close to its eastern border with the Western Almopias unit of the Vardar zone. The Naousa-Veria unit is characterized by an extensive ophiolitic mélange, exposed between Naousa and Veria areas. The chromite deposits are hosted in serpentinites which constitute part of a dismembered Mesozoic ophiolite complex, representing obducted blocks of the Tethyan oceanic crust on the Pelagonian zone. The ophiolite complex comprises also metadiabasic-metadoleritic rocks and in limited extent leucogranite and plagiogranite rocks at the area. The serpentinites are mainly after primary harzburgite. Accessory chrome-spinel and magnetite are also found in the serpentinites. The accessory spinels are classified as aluminian chromites and chromian spinels and are classified to the l-type or Alpine-type peridotite spinels. Ferritchrommite and magnetite is considered as a secondary mineral phase, formed during serpentinization.The grade of metamorphism ranges between the prehnite-pumpellyite facies. The primitive lavas of the metabasic rocks have crystallized from a low-K tholeitic magma. The tectonic environment of magma generation resembles that of an island arc (IAT) above a subducting lithosphere oceanic slab (supra subduction zone). Six chromite mineralized areas which were mined in the past (Agios Athanasios, Platania Rema, Paliorouga, Dichalevri, Koumaria, Arkochori) are studied in the present thesis. The chromite ore bodies are irregular in shape and display various degree of deformation. Ferritchromite is assigned to the serpentinization and to a low grade metamorphic overprint in the area. Chromite in chromite ore is usually associated with Cr-clinochlore and Cr-penninite and at Arkochori with the chromian garnet uvarovite-andradite. The studied chromites are classified as aluminian chromites. The contents of platinum group elements (PGE) in the chromite ore show a consistency and the average concentration is Os: 32.25 ppb, Ir: 52.25 ppb, Ru: 72.38 ppb, Rh:10.00 ppb, Pt: 20.38 ppb and Pd: 6.50 ppb. All chromitite samples show an evident enrichment in Os, Ir, and Ru (the elements of the subgroup of Ir or IPGE). The studied chromitites correspond to Alpine type complexes and assign their characterization as podiform or ophiolitic chromite deposits. They are correlated with the well-known podiform chromite deposits in the ophiolites of the Vourinos, Pindos and Chalkidiki (Greece) and Troodos (Cyprus). A supra subduction zone geodynamic setting is assigned for the formation of the studied podiform chromite deposits. The massive sulfides in Fytia, Rodochori and Ktima Xylapetsidis are of Cyprus or Cu-pyrite type. The mineralization consists mainly of pyrite, chalcopyrite and sphalerite, which are associated with the metabasic rocks. The mineralization in the Fytia area contains also pyrrhotite, chromite and cobaltine, which are associated with the ultrabasic rocks. The sulphides were formed in an submarine hydrothermal environment at reducing conditions, at temperatures up to 300ºC and in a slightly acidic pH envinronment.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2019-05-29 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12441</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2019</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header status="deleted">
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12312</identifier>
				<datestamp>2018-12-20T07:41:25Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12638</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Quaternary Chiroptera (Mammalia) from Loutra Almopias Cave A (Pella, Macedonia, Greece): systematics, phylogenetic relationships, biogeography, palaeoenvironment = Τα τεταρτογενή χειρόπτερα (Θηλαστικά) του σπηλαίου Α των Λουτρών Αλμωπίας (Πέλλα, Μακεδονία, Ελλάδα) : συστηματική, φυλογενετικές σχέσεις, βιογεωγραφία, παλαιοπεριβάλλον</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Piskoulis, Pavlos Ilias</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Σκοπός τις Διατριβής ήταν η μελέτη της πανίδας Χειρόπτερων που προέκυψαν από τις δυο διαφορετικές χρονολογικά πανίδες του Σπηλαίου Α των Λουτρών Αλμωπίας (Πέλλα, Μακεδονία), κάτι που θα συμβάλλει στη γνώση των Τεταρτογενών νυχτερίδων του Ελληνικού χώρου και της Βαλκανικής Χερσονήσου. Τα απολιθώματα που ανακτήθηκαν από τα ιζήματα του δαπέδου του σπηλαίου (LAC) είναι ηλικίας Άνω Πλειστόκαινου, ενώ τα απολιθώματα που ανακτήθηκαν από τον υπερυψωμένο θάλαμο LAC Ia είναι ηλικίας ανώτατου Πλειστόκαινου. Προσπάθειες για χρονολόγηση δειγμάτων απέτυχαν λόγω απουσίας κολλαγόνου από τα απολιθώματα. Ο σκοπός εξυπηρετήθηκε από την πρώτη ενδελεχή συστηματική ταξινόμηση και φαινετική ανάλυση απολιθωμάτων Χειρόπτερων από τον Ελληνικό χώρο, συσχέτιση των μελετημένων απολιθωμάτων μεταξύ των δυο διαφορετικών χρονολογικά πανίδων του Σπηλαίου Α, αλλά και με άλλες σύγχρονες και απολιθωμένες πανίδες από τον Ελληνικό χώρο και τη Βαλκανική Χερσόνησο, ταφονομική ανάλυση και παλαιοκλιματική/παλαιοοικολογική προσέγγιση βασισμένη. Όλα τα παραπάνω βασίστηκαν στον προσδιορισμό 9004 απολιθωμάτων Χειρόπτερων σύμφωνα με το μορφολογικά και μετρικά τους χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα τον προσδιορισμό 17 ειδών από τον LAC και 20 από τον LAC Ia από τρεις οικογένειες (Rhinolophidae, Vespertilionidae, Miniopteridae) και εννιά γένη (Rhinolophus, Myotis, Nyctalus, Pipistrellus, Vespertilio, Eptesicus, Plecotus, Barbastella, Miniopterus). Οκτώ είδη περιγράφονται για πρώτη φορά σε απολιθωματοφόρο αρχείο από τον Ελληνικό χώρο από το Σπήλαιο Α και ένα είδος περιγράφεται για πρώτη φορά σε απολιθωματοφόρο θέση ηλικίας Άνω Πλειστόκαινου από τη Βαλκανική Χερσόνησο. Δεκαεννιά είδη κάνουν τη νοτιότερη εμφάνισή τους από θέση ηλικίας Άνω Πλειστόκαινου της Βαλκανικής Χερσονήσου. Το Σπήλαιο Α φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε πρωτευόντως ως χώρος γέννησης και δευτερευόντως ως θερμό καταφύγιο κατά τη διάρκεια ψυχρών περιόδων. Επίσης, παρατηρείται θήρευση από τον Ευρασιατικό Μπούφο, Bubo bubo, η οποία όμως ήταν καιροσκοπική. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα απολιθώματα νυχτερίδων του Σπηλαίου Α προέκυψαν τόσο λόγω θανάτου από φυσικά αίτια, όσο και λόγω θήρευσης. Παράλληλα, το Σπήλαιο Α χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο κατά τη διάρκεια των παγετωδών περιόδων του Πλειστόκαινου, αλλά και ως αφετηρία για την επανακατοίκηση της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης μετά το τέλος του τελευταίου παγετώδους μέγιστου. Κατά το ανώτατο Πλειστόκαινο παρατηρείται αύξηση των ψυχρόφιλων ειδών, η οποία συμπίπτει περίπου με την έναρξη της Νεότερης Δρυάδος. Παρ&#039; όλα αυτά, οι πλειοψηφία των αναγνωρισμένων ειδών είναι τρωγλόφιλα με προτίμηση στα θερμά κλίματα. Το περιβάλλον κυνηγιού, προσδιορίζεται ως μικτού τύπου ή/και κλειστού με την παρουσία νερού να είναι απαραίτητη για ένα σημαντικό ποσοστό των αναγνωρισμένων ειδών. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των απολιθωμάτων Χειρόπτερων από το Σπήλαιο Α είναι παρόμοια με αυτά των αρτίγονων, εμφανίζοντας μόνο μικρές διαφοροποιήσεις στο μέγεθός τους, εκτός από τον Τρανορινόλοφο, Rhinolophus ferrumequinum, του οποίου το μέγεθος μειώνεται από το Άνω στο ανώτατο Πλειστόκαινο, καταδεικνύοντας την εξάρτησή σου από τις κλιματικές συνθήκες. Η φαινετική ανάλυση των νυχτερίδων του Σπηλαίου Α είναι η πρώτη που πραγματοποιείται σε Χειρόπτερα από τον Ελληνικό χώρο και επιβεβαιώνει τη χρησιμότητα της μεθόδου για αναγνώριση ειδών νυχτερίδων του Ευρωπαϊκού χώρου. Συμπερασματικά, η πανίδα των Χειρόπτερων ηλικίας Άνω Πλειστόκαινου από το Σπήλαιο Α, με τα μέχρι τώρα δεδομένα, αποδεικνύεται ως η πλουσιότερη και η πιο ποικίλη τόσο από τον Ελληνικό χώρο, όσο και από τη Βαλκανική Χερσόνησο.

The aim of the present Thesis is the examination of the chiropteran collection that has been retrieved from the two chronologically different fossiliferous assemblages of Loutra Almopias Cave A (Pella, Macedonia, Greece), which will contribute to the knowledge of the Quaternary bats of the Greek region and the Balkan Peninsula. The specimens retrieved from the cave’s floor sediments (LAC) are of Late Pleistocene age, whereas the specimens retrieved from the elevated chamber LAC Ia are of latest Pleistocene age. Attempts to date fossils failed due to their lack of collagen. The purpose was served by the first comprehensive systematic taxonomy and phenetic analysis of a fossil chiropteran fauna from the Greek region, correlation of the studied specimens with the two chronologically different faunal assemblages of the cave site and other modern and fossil assemblages from the Greek region and the broader region of the Balkan Peninsula, taphonomic analysis and a palaeoclimatological/palaeoecological approach. These were based on the determination of the 9004 chiropteran specimens according to their morphological and metrical characteristics, which resulted in the identification of 17 species from LAC and 20 from LAC Ia from three families (Rhinolophidae, Vespertilionidae, Miniopteridae) and nine genera (Rhinolophus, Myotis, Nyctalus, Pipistrellus, Vespertilio, Eptesicus, Plecotus, Barbastella, Miniopterus). Eight species described from Cave A are the first known records in Greece and one species is the first known record of a Late Pleistocene locality from the Balkan Peninsula. Nineteen species refer to the southernmost appearance of the Late Pleistocene of the Balkan Peninsula. Cave A served primarily as a nursery roost for many bats and secondarily as a warm refuge during colder periods. Predation from the European Eagle Owl, Bubo bubo, was opportunistic, indicating a mixed assemblage. Cave A acted as a refugium during the Pleistocene glacial oscillations and as a starting point for the repopulation of Central and Northern Europe after the Last Glacial Maximum. An increase in cold-adapted species is observed during the latest Pleistocene LAC Ia, which roughly coincides with the onset of Younger Dryas. The majority of the identified species are cave dwellers and have a preference for warm climatic conditions. A variety of different landscapes are used for foraging with a preference in mixed and/or forested areas with the presence of water bodies, being a must for a significant proportion of the identified taxa. The morphological characteristics of the chiropteran specimens from Cave A are similar to those of their extant representatives indicating only minor alterations to their body size apart from the body size of the Greater Horseshoe Bat, Rhinolophus ferrumequinum, which decreases from Late to latest Pleistocene, indicating its dependency on climate. The phenetic analysis of the chiropteran species from Cave A is the first ever conducted for Chiroptera from the Greek region and it confirms the reliability of the method for species discrimination of European bats. In conclusion, the Late Pleistocene bat fauna from Cave A is, up to date, the richest and most diverse not only from the Greek region, but from the Balkan Peninsula, too.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12638</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12284</identifier>
				<datestamp>2018-12-17T08:51:10Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181217 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη των μικροθηλαστικών των Τεταρτογενών αποθέσεων  του Σπηλαίου Α των Λουτρών Αλμωπίας (Πέλλα, Μακεδονία). Στρωματογραφία-Ταφονομία-Παλαιοπεριβάλλον = The micromammals of the Quaternary deposits from Cave A,  Loutra Almopias (Pella, Northern Greece).  Stratigraphy-Taphonomy-Paleoenvironment</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Χατζοπούλου, Αικατερίνη Χ.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στην παρούσα διατριβή μελετήθηκαν τα μικρά θηλαστικά από δύο διαφορετικές χρονολογικά θέσεις μέσα στο Σπήλαιο των Λουτρών Αλμωπίας (Πέλλα, Μακεδονία). Αυτό ανήκει σε σύμπλεγμα σπηλαίων που αναπτύχθηκε σε ασβεστόλιθο του Μαιστριχτίου, στους πρόποδες του όρους Βόρας. Πρόκειται για έναν απολιθωματοφόρο ορίζοντα στα ιζήματα του δαπέδου του σπηλαίου (θέση LAC) και έναν ορίζοντα που βρίσκεται σε υπερυψωμένο θάλαμο (θέση LAC Ia). Μετά από λεπτομερή ανασκαφική διαδικασία και επεξεργασία των ιζημάτων βρέθηκε μεγάλος αριθμός δοντιών και οστών μικροθηλαστικών (Εντομοφάγα, Τρωκτικά, Λαγόμορφα). O προσδιορισμός βασίστηκε στη μελέτη των μορφολογικών και μετρικών χαρακτηριστικών 3209 δειγμάτων. Στη θέση LAC προσδιορίστηκαν τα εξής είδη: Erinaceus cf. europaeus, Talpa europaea, Talpa sp. (μέγεθος Τ. minor), Sorex araneus, Sorex minutus, Neomys sp., Crocidura leucodon, Crocidura suaveolens, Spermophilus citellus, Apodemus mystacinus, Apodemus sylvaticus &amp; A. flavicollis, A. uralensis, Mus spicilegus, Cricetulus migratorius, Mesocricetus newtoni, Arvicola terrestris, Microtus arvalis &amp; M. agrestis, Microtus (Chionomys) nivalis, Microtus (Pitymys) cf. subterraneus, Clethrionomys glareolus, Dryomys nitedula, Glis glis, Muscardinus avellanarius, Sicista subtilis, Spalax leucodon, Ochotona pusilla και Lepus europaeus.Στη θέση LAC Ia προσδιορίστηκαν τα εξής είδη: Talpa europaea, Sorex araneus, S. minutus, Neomys sp., Crocidura leucodon, C. suaveolens, Spermophilus citellus, Apodemus mystacinus, A. sylvaticus &amp; A. flavicollis, A. uralensis, Cricetulus migratorius, Mesocricetus newtoni, Arvicola terrestris, Microtus arvalis &amp; M. agrestis, M. (Chionomys) nivalis, M. (Pitymys) cf. subterraneus, Clethrionomys glareolus, Dryomys nitedula, Glis glis, Muscardinus avellanarius, Spalax leucodon, Ochotona pusilla, Lepus timidus και L. europaeus. Επτά είδη από τα παραπάνω προσδιορίζονται για πρώτη φορά σε απολιθωμένες πανίδες της Ελλάδας (Talpa europaea,  Crocidura suaveolens, Apodemus uralensis, Mus spicilegus, Glis glis, Muscardinus avellanarius, Lepus timidus) και άλλα επτά είδη (Apodemus uralensis, Mesocricetus newtoni, Microtus arvalis, M. agrestis, Sicista subtilis, Ochotona pusilla, Lepus timidus) δεν αναφέρονται στη σύγχρονη πανίδα της Ελλάδας. Οι πανίδες LAC και LAC Ia χρονολογούνται ως νεότερες της τελευταίας μεσοπαγετώδους περιόδου Riss-Würm από την παρουσία του Arvicola terrestris και παλαιότερες του Ολοκαίνου από την παρουσία του Ochotona pusilla. Στις δύο πανίδες LAC και LAC Ia παρατηρείται μίξη τυπικών Πλειστοκαινικών ειδών (ψυχρότερων συνθηκών) με Ολοκαινικά είδη (θερμότερων συνθηκών). Η σύνθεση των πανίδων και οι απόλυτες χρονολογήσεις σε απολιθώματα και ιζήματα διαχωρίζουν τις δύο παραπάνω πανίδες: Η πανίδα LAC μπορεί να είναι σύγχρονη ή λίγο νεότερη της πανίδας των μεγάλων θηλαστικών (κυρίαρχο είδος Ursus ingressus) που βρέθηκαν στο δάπεδο του σπηλαίου αντιπροσωπεύοντας το Μέσο Würm (42.500 χρόνια BP) ως Last Glacial Maximum, ενώ η πανίδα LAC Ia είναι νεότερη (13.000-14.500 χρόνια BP) αντιπροσωπεύοντας το Younger Dryas, την τελευταία ψυχρή φάση της παγετώδους περιόδου Würm, πριν το Ολόκαινο. Η σύνθεση των πανίδων LAC και LAC Ia (ψυχρόφιλα και στεπικά είδη που χαρακτηρίζουν περιπαγετώδη περιβάλλοντα) φανερώνει ότι έζησαν σε ψυχρές και ξηρές συνθήκες, πιο ήπιες από τις τυπικές των Άλπεων κατά την τελευταία παγετώδη περίοδο. Η σύγκριση των ποσοστών συμμετοχής των ειδών δείχνει ότι η πανίδα LAC έζησε σε θερμότερες συνθήκες από την πανίδα LAC Ia. Η παρουσία του Lepus timidus στο θάλαμο LAC Ia σχετίζεται με το μέγιστο ψύχος στο τέλος της τελευταίας Παγετώδους περιόδου και αποτελεί τη νοτιότερη καταγραφή του είδους στην Ευρώπη. Από τις περιβαλλοντικές προτιμήσεις των ειδών που μελετήθηκαν προκύπτει ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν κωνοφόρα και φυλλοβόλα δάση και σημαντικές εκτάσεις λειμώνων. Οι κορυφές της οροσειράς του Βόρα ήταν πιθανά καλυμμένες με μικρής έκτασης παγετώνες, ενώ οι βραχώδεις εκτάσεις μεταξύ του δάσους και του χιονιού αποτέλεσαν ενδιαίτημα πολλών θηλαστικών και πτηνών που βρέθηκαν στις πανίδες του σπηλαίου Λουτρών Αλμωπίας. Υπήρχαν αρκετές συγκεντρώσεις νερού (ποτάμια και ρέματα). Το κλίμα ήταν ξηρότερο από το σημερινό. Από την ταφονομική μελέτη (σύνθεση πανίδας, θραυσματοποίηση, βαθμός αλλοίωσης από πεπτικά υγρά κ.ά.) στις πανίδες LAC και LAC Ia προκύπτει ότι τα μικροθηλαστικά αποτέλεσαν τη λεία διαφορετικών θηρευτών (πιθανά μπούφου, πετρίτη και κάποιου σαρκοφάγου θηλαστικού) και συγκεντρώθηκαν μέσα στο σπήλαιο με τα pellets ή τα περιττώματα του θηρευτή τους. Τα απολιθώματα έχουν υποστεί μικρής απόστασης μεταφορά και σύντομη ταφή. Το υλικό από το δάπεδο του σπηλαίου (LAC) μεταφέρθηκε στους θαλάμους του σπηλαίου με τη δράση του νερού, με αποτέλεσμα να υποστεί χημική αποσάθρωση και περαιτέρω θραυσματοποίηση συγκριτικά με αυτό από το LAC Ia. Οι παρατηρήσεις που προέκυψαν από τη μελέτη των απολιθωμάτων συμφωνούν με τα αποτελέσματα της μελέτης της ορυκτολογίας και της υφής των ιζημάτων του σπηλαίου (37 δείγματα). Πρόκειται για ποτάμιες έως λιμναίες αποθέσεις με εμφανή επεισόδια έντονων υδραυλικών συνθηκών. Τα ιζήματα αποτέθηκαν κοντά στην πηγή προέλευσής τους, με ταχεία διάβρωση των μητρικών πετρωμάτων, σε συνθήκες ημι-άνυδρου έως ξηρού κλίματος, με τη δράση κυρίως της φυσικής αποσάθρωσης. Η κύρια πηγή τροφοδοσίας των ιζημάτων είναι το αλπικό μεταμορφωμένο υπόβαθρο, τα ανθρακικά και τα όξινα ηφαιστειακά πετρώματα της ευρύτερης περιοχής. Το απολιθωματοφόρο ίζημα στη θέση LAC Ia είναι αδρόκοκκο και αποτελεί ανθρακική απόθεση. Το απολιθωματοφόρο ίζημα στο δάπεδο του σπηλαίου είναι αργιλικό και περιέχει κατά θέσεις κροκάλες και τρόχμαλους. Η παρουσία τους δείχνει ότι το κλαστικό φορτίο εισήλθε στη σπηλιά από διαφορετική από τη σημερινή είσοδο, σε κάποια πλημμυρική φάση του ΘερμThe micromammals of the Quaternary deposits from Cave A, 
Loutra Almopias (Pella, Northern Greece). 
Stratigraphy-Taphonomy-Paleoenvironmentοπόταμου, ο οποίος κατά το Άνω Πλειστόκαινο έρεε 75m πιο ψηλά από ότι σήμερα. 

The present thesis involves the study of the micromammals recovered from two chronologically different localities within the Loutra Almopias Cave (Pella, Macedonia, North Greece, 100 km WNW of Thessaloniki). The cave belongs to a cluster of caves in the Maastrichtian limestone at the foothills of Mount Voras. One fossiliferous horizon is located within the sediments of the cave floor (locality LAC) and the second one is located within the sediments of an elevated chamber, 5 m above the cave floor (locality LAC Ia). After detailed excavation process and treatment of the sediments, a large number of micromammalian teeth and bones was yielded (insectivores, rodents, lagomorphs). The determinations have been based on the study of the morphological and metrical characteristics of 3209 specimens. The following species have been recognised in the sediments of the locality LAC: Erinaceus cf. europaeus, Talpa europaea, Talpa sp. (metrically similar with Τ. minor), Sorex araneus, Sorex minutus, Neomys sp., Crocidura leucodon, Crocidura suaveolens, Spermophilus citellus, Apodemus mystacinus, Apodemus sylvaticus &amp; A. flavicollis, A. uralensis, Mus spicilegus, Cricetulus migratorius, Mesocricetus newtoni, Arvicola terrestris, Microtus arvalis &amp; M. agrestis, Microtus (Chionomys) nivalis, Microtus (Pitymys) cf. subterraneus, Clethrionomys glareolus, Dryomys nitedula, Glis glis, Muscardinus avellanarius, Sicista subtilis, Spalax leucodon, Ochotona pusilla and Lepus europaeus. The following species have been recognised in the sediments of the locality LAC Ia: Talpa europaea, Sorex araneus, S. minutus, Neomys sp., Crocidura leucodon, C. suaveolens, Spermophilus citellus, Apodemus mystacinus, A. sylvaticus &amp; A. flavicollis, A. uralensis, Cricetulus migratorius, Mesocricetus newtoni, Arvicola terrestris, Microtus arvalis &amp; M. agrestis, M. (Chionomys) nivalis, M. (Pitymys) cf. subterraneus, Clethrionomys glareolus, Dryomys nitedula, Glis glis, Muscardinus avellanarius, Spalax leucodon, Ochotona pusilla, Lepus timidus and L. europaeus. Seven of the above species are described for the first time in fossil assemblages from Greece: Talpa europaea, Crocidura suaveolens, Apodemus uralensis, Mus spicilegus, Glis glis, Muscardinus avellanarius, Lepus timidus. Seven species are not recorded in the extant fauna of Greece, namely Apodemus uralensis, Mesocricetus newtoni, Microtus arvalis, M. agrestis, Sicista subtilis, Ochotona pusilla, Lepus timidus. The faunas from LAC and LAC Ia are younger than the last interglacial period Riss-Würm, as suggested by the presence of Arvicola terrestris and older than the beginning of the Holocene, as suggested by the presence of Ochotona pusilla. Both faunas from LAC and LAC Ia show a mixture of typical Pleistocene species (cooler climatic conditions) with Holocene species (warmed climatic conditions). The faunal composition and the absolute dating of fossils and sediments confirm the chronological difference between these two faunas: the fauna from LAC may be contemporary or slightly younger than the macromammalian fauna from the cave floor, which is dominated by the cave bear species Ursus ingressus, and thus represents the Middle Würm (42,500 BP) to the Last Glacial Maximum, whereas the fauna from LAC Ia is younger (13,000-14,500 BP), representing the Younger Dryas, the last cold stadial of the Würm glacial period before the Holocene. The faunal composition from LAC and LAC Ia (psychrophilic and steppe species characterizing periglacial environments) suggests that the animals lived in cool and dry conditions, milder than the typical Alpian conditions during the last Ice Age. Comparisons of the representation percentages of the species in each fauna demonstrate that the fauna from LAC lived in warmer conditions than did that from LAC Ia. The presence of Lepus timidus in the locality LAC Ia is associated with the cool phase in the end of the last glacial period and represents the southernmost record of this species in Europe. The environmental preferences of the species that were studied reveal the presence in the region of coniferous and deciduous forests, as well as large areas of grassland. The peaks of Mount Voras were probably covered by minor glaciers, whereas rocky areas between the forests and the glaciers were habitat for many bird and mammal species present in the fossil faunas from the Loutra Almopias Cave. In this setting there were several water bodies in the form of rivers and streams. The climate seems to have been drier than today. The taphonomic study (faunal composition, fragmentation, degree of etching caused by digestive fluids, etc.) of the material from LAC and LAC Ia shows that the micromammals were the prey of various predators (possibly eagle owl, peregrine falcon and carnivor mammal) and their remains were assembled in the cave with pellets or feces of their predators. The fossils have undergone short-distance transportation and fast burial. The material from the floor of the cave (LAC) was transported to the chambers of the cave due to the action of water, it had been thus subject to chemical weathering and higher degree of fragmentation compared with that of the material from the locality LAC Ia. The conclusions of the study on the micromammalian fossils agree with the results of the mineralogical and textural study of the cave sediments (37 samples). They constitute fluvial to lacustrine deposits with prominent episodes of intense hydraulic conditions. The sediments were deposited close to their source, after rapid erosion of the source rocks, in conditions of semi-arid to dry climate, with the action mainly of physical weathering. The main source of sediments is the Alpine metamorphic basement, the carbonates and the acid volcanic rocks in the region. The fossiliferous sediment of the locality LAC Ia is coarse-grained and constitute a carbonate deposition. The fossiliferous sediment in the cave floor (LAC) is a clay containing pebbles and cobbles. Their presence of the latter indicates that the clastic material entered the cave from an entrance different than the current on, during a flood stage of the river Thermopotamos, which, during the Upper Pleistocene, flowed 75m higher than it does today.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-12-17 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12284</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2014</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12483</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Ορυκτολογική και γεωχημική περιβαλλοντική έρευνα στην ευρύτερη περιοχή Φιλίππων, Ν. Καβάλας = Mineralogical and geochemical environmental research in the wider area of Philippoi, Kavala Prefec.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Γιούρη, Αικατερίνη N.</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Ορυκτολογίας - Πετρολογίας - Κοιτασματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η παρούσα έρευνα αναφέρεται στη μελέτη της χημικής σύστασης των πετρωμάτων, στον προσδιορισμό της κοκκομετρικής, της ορυκτολογικής και της χημικής σύστασης των ιζημάτων, καθώς και τον προσδιορισμό της χημικής σύστασης επιφανειακών και πόσιμων υδάτων του υδρογραφικού δικτύου που αναπτύσσεται στην ευρύτερη περιοχή των Φιλίππων, Ν. Καβάλας. Η περιοχή έρευνας εντοπίζεται βόρεια της πόλης της Καβάλας και ΒΑ των Τεναγών των Φιλίππων, ενώ τα ρέματα τoυ υδρογραφικού της δικτύου αποστραγγίζουν μέρος του ΝΔ τμήματος της οροσειράς της Λεκάνης. Η επιλογή της περιοχής έγινε καθώς από κοιτασματολογικές και αρχαιομετρικές  μελέτες είναι γνωστή η έντονη μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή των Φιλίππων από την αρχαιότητα μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων πλούσιων σε Fe-Mn-Au, σε Pb-Zn-Ag καθώς επίσης σε Cu-Au και Fe-As-Au. Σκοπός  της έρευνας  ήταν να διερευνηθεί  η πιθανή επιβάρυνση από την δραστηριότητα αυτή αλλά και την σύγχρονη ανθρώπινη παρέμβαση στην περιοχή. Στα πλαίσια της παρούσας διδακτορικής διατριβής πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία στα πετρώματα, τα ιζήματα, και στα επιφανειακά και πόσιμα ύδατα στην ευρύτερη περιοχή των Φιλίππων στην οποία αναπτύσσονται τα ρέματα Παλαιάς Καβάλας, Ζυγού, Κρυονερίου, Φιλίππων, Κρηνίδων και του μεταλλείο της Αγίας Ελένης. Συνολικά λήφθηκαν και μελετήθηκαν ως προς τη σύστασή τους 17 δείγματα πετρωμάτων, 33 δείγματα ιζημάτων, 68 δείγματα επιφανειακών και 13 δείγματα πόσιμων υδάτων. Με βάση τα αποτελέσματα, η σύσταση των ιζημάτων της περιοχής έρευνας είναι ομοιόμορφη και αποτελείται από ορυκτά που είναι χαρακτηριστικά των πετρωμάτων του υποβάθρου της ευρύτερης περιοχής και των μεταλλοφοριών που αυτά φιλοξενούν. Από τη σύγκριση των συγκεντρώσεων των στοιχείων στα δείγματα των πετρωμάτων με αντίστοιχες τιμές που προτείνονται για τη μέση περιεκτικότητά τους στον φλοιό της Γης, προκύπτει ένας  εμπλουτισμός των μαρμάρων σε Co, W, Ag, Cd, των σχιστολίθων και των γνευσίων σε W, Ca, Ag, Co, As, Na, Mn, Sr, Ni, Cr και των γρανιτών σε Co, Pb, U και Sb. Οι γεωχημικές αναλύσεις των ιζημάτων έδειξαν έναν εμπλουτισμό αυτών σε Ag, As, Au, Bi, Cd, Cu, Mn, Pb, Sb και Zn που οφείλεται κυρίως στις μεταλλοφορίες που φιλοξενούν τα πετρώματα της περιοχής. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις των Cr, Hg, La, Ni, Th, U και V σχετίζονται κυρίως με τους σχιστόλιθους και τους αμφιβολίτες της ευρύτερης περιοχής Καβάλας-Φιλίππων. Οι γεωχημικές αναλύσεις των επιφανειακών υδάτων έδειξαν ότι τα επιφανειακά ύδατα της περιοχής έρευνας περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις σε As, Cr, Cu, Hg, Mn, Pb και Zn, χημικά στοιχεία στα οποία είναι εμπλουτισμένα τόσο τα πετρώματα όσο και τα ιζήματα της περιοχής. Τέλος, από τις γεωχημικές αναλύσεις των πόσιμων υδάτων προέκυψε ότι τα πόσιμα ύδατα της περιοχής έρευνας είναι ιδιαίτερα εμπλουτισμένα σε As, η περιεκτικότητα του οποίου στον οικισμό της Παλαιάς Καβάλας είναι έως και 2 φορές υψηλότερη από το όριο των 10 μg/L που θεσπίζει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των Η.Π.Α. (USEPA) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO).

The present research provides information about the geochemical composition of rocks, about the grain-size distribution, the mineralogical and geochemical composition of sediments as well as the geochemical composition of surface and drinking water samples collected throughout the catchment basin which is developed in the broader Philippoi area (Kavala Prefecture, Northern Greece). The branches of the main drainage system of the basin emanate from the Lekani mountains and flow north of the Kavala city, towards the Philippoi plain. The research area is characterized by the presence of various ore deposits enriched in Fe-Mn-Au, Pb-Zn-Ag, Cu-Au and Fe-As-Au, while anthropogenic activities like mining and agriculture have been taking place in the region, since the antiquity. The purpose of the research was to investigate the possible effects of these activities in the studied area, especially in terms of the environmental impact of metals. Collection of rock, sediment, surface and drinking water samples was carried out in the broader area of Philippoi. The study was mainly focused on the five streams of Palea Kavala, Zygos, Kryoneri, Philippoi and Krinides, since they flow among the ore deposits and the old mining wastes. Samples from the Agia Eleni mine were also collected. In total 17 rock samples, 33 sediment samples, 68 samples of surface water and 13 samples of drinking water were studied in the present dissertation. According to the results, the mineralogical composition of the sediments is uniform and consists of minerals which are characteristic of the geological bedrock rocks and the ore deposits that they host. The comparison of the elemental concentrations in the rock samples with the mean composition of the continental crust, revealed that the marbles are enriched in Co, W, Ag, Cd, the schists and gneisses are enriched in W, Ca, Ag, Co, As, Na, Mn, Sr, Ni, Cr, and the granites in Co, Pb, U and Sb. The geochemical analyses of the sediment samples demonstrated that their enrichment in Ag, As, Au, Bi, Cd, Cu, Mn, Pb, Sb and Zn is mainly attributed to the neighboring ore deposits, while the elevated concentrations of Cr, Hg, La, Ni, Th, U and V are mainly related to the rock formations, such as schists and amphibolites. The geochemical analyses of the surface water samples revealed that they are enriched in As, Cr, Cu, Hg, Mn, Pb and Zn, elements which are attributed to the local geological context. Finally, the geochemical analyses of the drinking water samples demonstrated that, in the research area, the drinking water samples are significantly enriched in As. Particularly in the Palea Kavala village, the As content is up to 2 times higher than the limit of 10 μg/L which is established by the European legislation, the US Environmental Protection Agency (USEPA) and the World Health Organization (WHO).</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12483</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/11583</identifier>
				<datestamp>2018-11-16T08:32:10Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"181105 2018                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη παλαιοϋδρολογικών και παλαιοκλιματικών συνθηκών στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης Καστοριάς με χρήση ισοτοπικών γεωχημείας</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Χαντζή, Παρασκευή</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Βασικός σκοπός της διατριβής ήταν η διερεύνηση παλαιοϋδρολογικών και παλαιοκλιματικών συνθηκών στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης Καστοριάς με τη χρήση ισοτοπικών μεθόδων. Η ανασύσταση των παλαιοϋδρολογικών και παλαιοκλιματικών συνθηκών επιχειρήθηκε μέσα από ιζήματα αρχικά, καθώς και από τη μελέτη βιολογικού υλικού (οστά ζώων) από την αρχαιολογική ανασκαφή του Δισπηλιού όπου αφορά την μοναδική ανασκαφή λιμναίου οικισμού στην Ελλάδα. Αναπτύχθηκαν κατάλληλα πρωτόκολλα για την απομόνωση της οργανικής (κολλαγόνο) και ανόργανης (βιοαπατίτης) φάσης του βιολογικού υλικού, όπου και ελέγχθηκαν για τον εντοπισμό τυχόν διαγενετικών επεισοδίων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την παλαιοκλιματική ερμηνεία. Οι ορυκτολογικές μέθοδοι (SEM, XRF, FTIR) που εφαρμόστηκαν στα δείγματα υδροξυαπατίτη καθώς και ο λόγος C/N που υπολογίστηκε για τα δείγματα κολλαγόνου απομόνωσαν μία ομάδα δειγμάτων που είχε επηρεαστεί από την αλληλεπίδραση του ταφονομικού περιβάλλοντος με το νερό της λίμνης και την ενσωμάτωση επανακρυσταλωμένου απατίτη. Τα υπόλοιπα δείγματα χρησιμοποιήθηκαν για ισοτοπικές αναλύσεις στον υδροξυαπατίτη (δ18Οc, δ13C) και στο κολλαγόνο (δ15Ν, δ13C, 14C).
Τα ισοτοπικά δεδομένα δ13C, δ18O, δ15N σε δείγματα ιζημάτων από την παρειά του σκάμματος της ανασκαφής του Δισπηλιού σε κάθετη τομή απέδειξαν την παρουσία πιο υγρών επεισοδίων περίπου το 3.5 kyrBP (3.8 calkyrBP) και το 4.7 kyrBP(5.5 calkyrBP). Η περίοδος περίπου το 2.4 kyr BP (2.5 cal kyr BP) παρουσίασε τιμές δ18O -12.5‰ PDB και δ13C -21.7‰ PDB. Αυτή η έντονη μετατόπιση σε πιο αρνητικές ισοτοπικές τιμές οξυγόνου και άνθρακα αντανακλούν ένα έντονο επεισόδιο απορροής υπό την επίδραση ενός έντονου υγρού επεισοδίου ή/και έντονης ανθρωπογενούς πίεσης στην υπολεκάνη απορροής του νεολιθικού οικισμού του Δισπηλιού. Οι μετρήσεις του ραδιοάνθρακα 14C σε δείγματα κολλαγόνου και ιζημάτων ενίσχυσαν τη βιβλιογραφική βάση δεδομένων και σε συνδυασμό με τα σταθερά ισότοπα απέδειξαν την ενεργοποίηση μηχανισμών εντονότερης ιζηματογένεσης περίπου το 2.4 kyr BP ως αποτέλεσμα επεισοδίων αποψίλωσης και/ή σε μία περίοδο με πιο υγρές συνθήκες. Υπολογίστηκαν και εφαρμόστηκαν παλαιοκλιματικές εξισώσεις συσχέτισης μεταξύ των τιμών δ18Oc του υδροξυαπατίτη των οστών και των τιμών δ18Ow του πόσιμου νερού για την άγρια πανίδα. Η κατακόρυφη ανάπτυξη των τιμών δ18Ow του πόσιμου νερού σε σχέση με το βάθος, και εν συνεχεία με τις τιμές 14C όπως προέκυψαν από το μοντέλο βάθους-ραδιοχρονολογήσεων, εντοπίζει ένα ψυχρότερο επεισόδιο μεταξύ 4.1 kyrBP(4.6 calkyrBP) - 4.7 kyrBP(5.5 calkyrBP) ενώ στη συνέχεια, μια μετάβαση σε θερμότερες συνθήκες περίπου το 2.4 kyrBP(2.5cal kyr BP). Οι ισοτοπικές τιμές αζώτου για τα δείγματα αγριόχοιρων είναι μεγαλύτερες από αυτές των ζαρκαδιών. Σύμφωνα με το μοντέλο πρωτεΐνης, βασισμένο στη συσχέτιση των τιμών δ15Ν και του ύψους κατακρημνισμάτων τα δείγματα κολλαγόνου του αγριόχοιρου εμφάνισαν ποσοστά φυτικής και ζωικής πρωτεΐνης 70% και 30% αντίστοιχα. Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν λαμβάνονταν υπόψιν τα κατακρημνίσματα τα ποσοστά φυτικής και ζωικής πρωτεΐνης υπολογίστηκαν 35% και 65% αντίστοιχα. Πέρα λοιπόν από την απόδειξη της κατά βάση φυτοφαγικής δίαιτας των αγριόχοιρων από την ανασκαφή του Δισπηλιού απεδείχθη και η διατάραξη του μοντέλου πρωτεΐνης στην περίπτωση που δεν λαμβάνεται υπόψη η κατανομή των κατακρημνισμάτων στις υπό μελέτη λεκάνες απορροής, οδηγώντας σε λανθασμένα συμπεράσματα.
A key objective of this study was the investigation of palaeohydrological and paleoclimatic changes in Kastoria Lake basin. The benchmark was the archaeological excavations of Dispilio, the unique lakeside settlement excavation in Greece. The reconstitution of paleoclimatic conditions attempted through sediments initially and then through the study of biological material (animal bones) from the archaeological excavation of Dispilio. Animal bone and teeth samples subjected to suitable protocols for the extraction of the organic (collagen) and inorganic (hydroxyapatite) phase and then tested to identify any diagenetic events that might affect the paleoclimatic interpretation. Mineralogical methods (SEM, XRF, FTIR) applied to hydroxyapatite samples as well as the C/N ratio calculated for the collagen samples isolating a group of samples that have been affected by the interaction with ambient water and the precipitation of recrystallized apatite. Rest of samples subjected to isotopic analysis; δ18Oc, δ13C for hydroxyapatite and δ15N, δ13C, 14C for collagen samples.
The isotope data δ18Oc, δ13C, δ15N on sediment samples from Dispilio excavated trenches in cross section showed the presence of wetter conditions about 3.5 kyr BP (3.8 cal kyr BP) and 4.7 kyr BP (5.5 cal kyr BP). The period about 2.4 kyr BP (2.5 cal kyr BP) presented δ18O -12.5 ‰ PDB and δ13C -21.7 ‰ PDB values. This pronounced shift to more negative oxygen and carbon isotope values reflected an intense drainage episode under the influence of wetter conditions and/or a strong anthropogenic pressure at the sub-basin of Neolithic settlement of Dispilio. Radiocarbon 14C measurements on collagen and sediment samples updated the literature database and in combination with the stable isotopes demonstrated an activation of stronger sedimentation mechanisms approximately 2.4 kyr BP as a result of deforestation episodes and/or under wetter conditions. Paleoclimatic equations between δ18Oc of animal bone hydroxyapatite and δ18Ow of drinking water were calculated and applied to the different kinds of animals. The vertical growth of drinking water δ18Ow values with respect to depth, and 14C values as resulted from the depth-radiocarbon model, detects a colder episode between 4.1 kyr BP (4.6 cal kyr BP) - 4.7 kyr BP (5.5 cal kyr BP) and then a transition to warmer conditions approximately about 2.4 kyr BP (2.5 cal kyr BP). Nitrogen isotope values for wild boar samples were higher than those of roe deer samples. According to the protein model based on the correlation between δ15N and precipitation regime, collagen samples from wild boar highlighted a diet with protein efficiency ratios of 70:30 mixtures of vegetable:plant protein. Conversely, if we don’t consider the precipitation regime plant and animal protein ratios were calculated 35% and 65% respectively. In addition to demonstrating the basically vegetarian diet of wild boar from Dispilio excavation, it was proved the influence of the precipitation regime on protein model.
 
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-05 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/11583</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2017</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προπτυχιάκες και Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12930</identifier>
				<datestamp>2024-04-24T05:54:24Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240418 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Study of the Quaternary equids of Greece: systematics, biostratigraphy, phylogeny, palaeoecology = Μελέτη των Τεταρτογενών ιπποειδών της Ελλάδας: συστηματική, βιοστρωματογραφία, φυλογένεση, παλαιοοικολογία</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Gkeme, Anastasia Georgios</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The present thesis offers important updated information on the systematics and evolution of the Greek Quaternary equids (genus Equus) that contributes to the biostratigraphy and palaeoecology of the Greek fossil record. The thesis deals with the study of more than 8000 equine specimens. The studied material comes from the following Quaternary fossiliferous localities: Dafnero (DNF, DFN3), Sésklo, Vatera (VAT-E, VAT-F, VAT-D), Volax, Vassiloudi, Gerakarou, Libakos, Polylakkos, E-Siatista, Kapetanios, Krimni (KRI, KRM, KMN), Riza-1, Tsiotra Vryssi, Apollonia, Alikes, Volos, Platanochori-1, Petralona Cave and Aggitis. The study mainly focused on the detailed description of the available specimens including many new fossils and nearly all the previously published ones. Evolutionary hypotheses were discussed and biostratigraphic contribution has been investigated. The palaeoecological adaptations of Pleistocene equids of the Greek and European fossil record were also examined. E. stenonis has been identified at Sésklo, Dafnero, Volax and Krimni-1 (partim). The range of variability between the various “subspecies” of E. stenonis is not adequate to discriminate them as separate subspecies but would appear to be assignable to population variability of a single species over time. Equus cf. E. senezensis and Equus aff. E. stehlini have been identified in Pyrgos. Equus altidens has been identified in Gerakarou, Krimni (KRI, KMN), Libakos, Tsiotra Vryssi, Petralona and E-Siatista. The presence of E. altidens in Petralona probably marks its last occurrence in Eastern Europe. The fossil remains from Vassiloudi show great similarities with E. suessenbornensis from Pirro Nord. E. apolloniensis is recorded in Apollonia, Volos and Alikes. The large sized Equus from Tsiotra Vrysi resembles both E. apolloniensis and Equus altidens granatensis. The equid from VAT-F resembles both E. apolloniensis and E. stenonis olivolanus, while the gigantic equid from VAT-E resembles the typical E. suessenbornensis and E. major. The caballoid E. ferus has been identified in Petralona Cave and Aggitis. The phylogenetic analysis of the Greek Equus focused only on species that include cranial, dental, and postcranial elements. The results of the cladistic analysis on E. apolloniensis support its attribution to primitive forms of modern equids based on its derived characters and increased hypsodonty. The asinine dental characters of this species place it within the E. asinus subclade. Further, the results also verify the close phylogenetic relationship of E. altidens from Gerakarou and Dmanisi. The results of the taxonomy and phylogeny of the Greek equid fossil record provided further confirmation of the biochronological correlation of the studied localities. During the early-middle Early Pleistocene E. stenonis, E. senezensis and possible E. stehlini are present in Greece. Equus altidens succeeded Equus stenonis during the late Early Pleistocene. Equus apolloniensis appears during the latest Villafranchian and Epivillafranchian of Greece. At the beginning of Middle Pleistocene in Europe, the stenonoid equids have gradually been replaced by the caballoids, the lineage of true horses (E. ferus). The results of the palaeoecological analyses (mesowear, microwear, ecomorphology-habitat scores) suggested grazing habits for all the Early to Middle Pleistocene Greek and European equids, indicative of open landscapes and savannah-like woodland environments.

Αντικείμενο της παρούσας διδακτορικής διατριβής αποτελεί η συστηματική, φυλογενετική, βιοστρωματογραφική και παλαιοοικολογική μελέτη των απολιθωμένων Τεταρτογενών (2,5 εκ. χρόνια πριν έως σήμερα) ιπποειδών της Ελλάδας. Το υλικό μελέτης αποτελείται από ~8.000 απολιθώματα κρανιακού, οδοντικού και μετακρανιακού υλικού προερχόμενα από 20 απολιθωματοφόρες θέσεις σε όλη την επικράτεια: Κεντρική Μακεδονία: Γερακαρού, Βασιλούδι, Ριζά-1, Κρήμνη (KRI, KRM, KMN), Τσιότρα Βρύση, Πλατανοχώρι, Απολλωνία, Σπήλαιο Πετραλώνων, Δυτική Μακεδονία: Δαφνερό (DFN, DFN3), Λίβακος, Καπετάνιος, Πολύλακκος, Σιάτιστα-Ε, Ανατολική Μακεδονία: Βώλακας, Αγγίτης, Θεσσαλία: Σέσκλο, Αλυκές, Βόλος, Πελοπόννησος: Πύργος, Βόρειο Αιγαίο: Βατερά Λέσβου (VAT-F, VAT-E). Οι Τεταρτογενείς πανίδες θηλαστικών της Ελλάδας αποτελούνται αποκλειστικά από το γένος Equus που αποτελεί το συντριπτικό ποσοστό των θηλαστικών. Το είδος Equus stenonis αναγνωρίστηκε στις θέσεις Δαφνερό, Βώλακας, Σέσκλο και Κρήμνη-1. Στην θέση Πύργος αναγνωρίστηκαν το Equus cf. E. senezensis και το Equus aff. E. stehlini. Το Equus altidens αναγνωρίστηκε στις θέσεις: Γερακαρού, Κρήμνη, Τσιότρα Βρύση, Σπήλαιο Πετραλώνων, Λίβακος, Πολύλακκος και Ε-Σιάτιστα. Τα κρανία και ο μετακρανιακός σκελετός παρουσιάζουν μορφολογικές και μορφομετρικές ομοιότητες με το E. altidens από το Pirro Nord (Ιταλία) και το Dmanisi (Γεωργία). Το άλογο από την Κρήμνη και την Τσιότρα Βρύση είναι κοντά στις αναλογίες του E. altidens από τη Venta Micena. Η παρουσία του E. altidens στο Σπήλαιο των Πετραλώνων πιθανώς σηματοδοτεί την τελευταία εμφάνιση του είδους στην Ανατολική Ευρώπη. Το μεγαλόσωμο άλογο από τη θέση Τσιότρα Βρύση παρουσιάζει ομοιότητες με αυτό της Απολλωνίας και της Venta Micena. Το υλικό από το Βασιλούδι παρουσιάζει ομοιότητες με το E. suessenbornensis από το Pirro Nord. To άλογο από τη θέση VAT-F έχει μορφομετρικές ομοιότητες με αυτό της Απολλωνίας και του E. stenonis olivolanus. Το άλογο από τη θέση VAT-Ε μοιάζει μορφολογικά με το τυπικό E. suessenbornensis και το E. major. Το Equus apolloniensis αναγνωρίστηκε στις θέσεις Απολλωνία, Βόλος και Αλυκές. Στις θέσεις Πετράλωνα και Αγγίτης αναγνωρίστηκε το E. ferus. Τα αποτελέσματα τις κλαδιστικής ανάλυσης επιβεβαίωσαν την κοινή φυλογενετική σχέση των αλόγων από την Γερακαρού και το Dmanisi. Το E. apolloniensis σχετίζεται φυλογενετικά με τον υποκλάδο του E. asinus. Τα αποτελέσματα της συστηματικής και φυλογενετικής ανάλυσης συνέβαλαν στην χρονολογική διάρθρωση των χερσαίων αποθέσεων του Τεταρτογενούς της Ελλάδας και στην χρονολόγηση των υπό μελέτη απολιθωματοφόρων θέσεων με βάση τα ιπποειδή. Κατά τις αρχές του Κατώτερου Πλειστόκαινου (early-middle Early Pleistocene) στην Ελλάδα εμφανίζονται το E. stenonis (DFN, SES, VOL, KRI), το E. senezensis και πιθανώς το E. stehlini (PYR). Περί το τέλος του Κατωτέρου Πλειστόκαινου της Ελλάδας το E. stenonis εξακολουθεί να υπάρχει, ενώ την άφιξή τους έχουν κάνει το E. altidens και το E. apolloniensis. Το E. altidens εμφανίζεται έως και το Μέσο Πλειστόκαινο. Στην έναρξη του Μέσου Πλειστοκαίνου της Ευρώπης, τα αρχαϊκά «stenonoid» άλογα σταδιακά αντικαταστάθηκαν από τα πιο εξελιγμένα «caballoid» άλογα. Τα αποτελέσματα της μεσοτριβής των δοντιών έδειξαν για τα άλογα της Ελλάδας να προτιμούν τη βόσκηση σε γρασίδι (grazing habits). Τα αποτελέσματα της μικροτριβής έδειξαν ότι τα Κάτω Πλειστοκαινικά άλογα είχαν ενδιάμεσες διατροφικές προτιμήσεις, υποδεικνύοντας ένα μωσαϊκό περιβάλλον με ανοικτά δάση-δασώδεις σαβάνες.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-18 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12930</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2023</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2023 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12808</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:42:19Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220608 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Εκπαιδευτική Έρευνα στη Διδακτική του Μαθήματος Γεωλογία-Γεωγραφία στη Μέση Εκπαίδευση και Πρόταση Διδασκαλίας = Educational Research in Teaching Geology Geography Course in Secondary Education and Didactic Proposals.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Βλάχου Βλαχοπούλου, Αγγελική Γεώργιος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή με θέμα: «Εκπαιδευτική Έρευνα στη Διδακτική του Μαθήματος Γεωλογία Γεωγραφία στη Μέση Εκπαίδευση και Πρόταση Διδασκαλίας», είχε σαν σκοπό τη διερεύνηση Γεωλογικών και Γεωγραφικών γνώσεων και Περιβαλλοντικών στάσεων των μαθητών/τριών της Γ΄ Γυμνασίου. Στην έρευνα συμμετείχαν 1502 μαθητές/-ήτριες Γ΄ Γυμνασίου 75 σχολείων από τις 13 περιφέρειες της Ελλάδος. Η εκπαιδευτική έρευνα μέσα από τα ερωτήματα, τα περισσότερα των οποίων συνοδεύτηκαν και από οπτικό υλικό, έθεσε στους/στις μαθητές/-ήτριες ζητήματα της καθημερινότητας, τους/τις ώθησε να χρησιμοποιήσουν κριτική σκέψη, να συγκρίνουν καταστάσεις για να βρουν τη βέλτιστη λύση και έθεσε οικολογικούς προβληματισμούς, θέματα που προτάσσουν και οι διεθνείς τάσεις της διδακτικής των Γεωεπιστημών. Με την έρευνα αυτή, έγινε αντιληπτό κατά πόσο υλοποιούνται οι στόχοι του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών (ΑΠΣ), καθώς και κατά πόσο οι μαθητές/-ήτριες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες αυτές σε καθημερινά ζητήματα. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων έδειξαν ότι παρόλο που οι μαθητές/-ήτριες θεωρούν το μάθημα εύκολο και βατό και οι βαθμοί τους είναι υψηλοί, οι μισοί/-ές περίπου μαθητές/-ήτριες υπολείπονται σε βασικές Γεωγραφικές και Γεωλογικές γνώσεις και γεωχωρικές δεξιότητες χρήσιμες για τη ζωή τους όπως υποστηρίζει και η βιβλιογραφία (Klonari &amp; Likouri 2015˙ Apostolopoulou &amp; Klonari, 2011˙ Likouri et al., 2017˙ Σπανός &amp; Ρέντζος, 2007). Σημαντικές παρανοήσεις εντοπίστηκαν σε θέματα αντίληψης της γεωμορφολογίας, των δυνάμεων που τη διαμορφώνουν και στη συσχέτιση των φαινομένων που προκαλούν οι ενδογενείς δυνάμεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι μαθητές/-ήτριες να μην μπορούν να αξιολογήσουν την έκταση και τις επιδράσεις της γεωμορφολογίας στη ζωή του ανθρώπου, καθώς και να έχουν σημαντικά κενά στις γνώσεις των μέτρων πρόληψης και προστασίας από τους σεισμούς, το οποίο επίσης υποστηρίζεται από τη διεθνή βιβλιογραφία (Αποστολοπούλου κ.α., 2009˙ Τσουνάκος κ.α., 2010˙ Κουτσόπουλος &amp; Πηγάκη, 2007˙ Dickerson et al., 2005˙ Likouri et al., 2017˙ Χριστόφαλου &amp; Χαλκιά, 2015˙ Νικολαράκη &amp; Σκουμιού, 2015˙ Σπυράτος &amp; Χαλκιά, 2007˙ Κλωνάρη, 2007b˙ Vasconcelos et al., 2017˙ Κυριακού, 2011˙ Arrhenius et al., 2020). Επίσης, οι μισοί/-ές μαθητές/-ήτριες αγνοούν τη επίδραση των πόλεων στο περιβάλλον και στο κλίμα αλλά ανησυχούν για την υγεία των κατοίκων τους που κινδυνεύει λόγω της ρύπανσης, εύρημα που υποστηρίζεται κι αυτό από τη διεθνή βιβλιογραφία (Guo et al., 2018˙ Gottlieb, 2013˙ Ramaswami et al., 2012). Όσον αφορά την αειφόρο διαχείριση των φυσικών πόρων, οι μισοί/-ές μαθητές/-ήτριες αδιαφορούν ή απλά δεν έχουν άποψη, γεγονός που φανερώνει πολύ περιορισμένη περιβαλλοντική συνείδηση σχετικά με τα συνεχώς αυξανόμενα περιβαλλοντικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Τέλος, αναδείχθηκε ο ρόλος που διαδραματίζουν το φύλο, η τοποθεσία του σχολείου, το επίπεδο μόρφωσης των γονιών, τα παιχνίδια και οι δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου, αλλά και συνδυασμός των άνω στις απαντήσεις των παιδιών, με κύριο εύρημα ότι η τοποθεσία του σχολείου και/ή το επίπεδο μόρφωσης των γονιών αποτελούν ρυθμιστικούς παράγοντες των επιδόσεών τους. Από τα αποτελέσματα της έρευνας είναι φανερό ότι δεν υλοποιούνται οι στόχοι του ΑΠΣ και οι μαθητές/-ήτριες στερούνται τα βασικά εφόδια για την μετέπειτα κοινωνική τους ζωή. Τα αποτελέσματα της έρευνας οδήγησαν σε προτάσεις για την αντιμετώπιση της έλλειψης γνώσεων και παρανοήσεων.

The present Doctoral Thesis on the topic: &quot;Educational Research in Teaching Geology Geography Course in Secondary Education and Didactic Proposal&quot;, is aimed at examing Geoscience knowledge and Environmental attitudes of the 3rd class Junior High School (JHS) students. A total of 1502 high school students from 75 schools from the 13 regions of Greece were participated. The educational research through the questions, most of which were accompanied by visual material, asked the students about everyday issues, urged them to use critical thinking, to compare situations in order to find the best solution and were asked about ecological issues. These issues are suggested by international trends in the teaching of Geosciences. With this research, it became apparent whether the objectives of the Curriculum are being implemented, as well as whether the students can use this knowledge and skills in everyday issues. The results of the analysis showed that although the students consider the lesson easy and their grades are high, about half of the students have lack of basic Geological and Geographical knowledge and Geospatial skills useful for their life (Klonari &amp; Likouri 2015˙ Apostolopoulou &amp; Klonari, 2011˙ Likouri et al., 2017˙ Σπανός &amp; Ρέντζος, 2007). Significant misunderstandings were identified in the perception of Geomorphology, the forces that shape Earth’s surface and the correlation between the phenomena that are caused by endogenous forces (earthquakes, volcanic activity and mountains’ formation). In consequence of that, students have the inability to perceive the effects of endogenous forces on human life. Furthermore, they have misunderstandings on earthquake prevention and protection measures, which is also supported by the international bibliography (Αποστολοπούλου κ.α., 2009˙ Τσουνάκος κ.α., 2010˙ Κουτσόπουλος &amp; Πηγάκη, 2007˙ Dickerson et al., 2005˙ Likouri et al., 2017˙ Χριστόφαλου &amp; Χαλκιά, 2015˙ Νικολαράκη &amp; Σκουμιού, 2015˙ Σπυράτος &amp; Χαλκιά, 2007˙ Κλωνάρη, 2007b˙ Vasconcelos et al., 2017˙ Κυριακού, 2011˙ Arrhenius et al., 2020). Also, half of the students are unaware of the impact of cities on the environment and climate but are concerned about the health risk due to the pollution, which is also supported by the international bibliography (Guo et al., 2018˙ Gottlieb, 2013˙ Ramaswami et al., 2012). Half of the students are uninterested in natural resources management or simply do not have an opinion, which reveals a very limited environmental awareness of the increasing environmental issues that humanity face. Finally, an important impact on the children’s answers have the gender, the location of the school, the educational level of education of the parents, the games and leisure activities, but also the combination of the above, with the main finding that the location of the school and/ or their parents&#039; level of education are regulators of their performance. Research results showed that the objectives of the Curriculum are not implemented and the students are deprived of the basic knowledge for their subsequent everyday life. The results of the research led to proposals in order to reduce the lack of knowledge and misunderstandings in specific cognitive areas.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-03-10 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12808</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2022</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2022 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12446</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Μελέτη μοντελόποίηση και πρόβλεψη ακραίων κλιματικών παραμέτρων στη λεκάνη της Μεσογείου = Study, modeling and prediction of extreme climatic parameters in rhe Mediterranean region</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Λάζογλου, Γεωργία Κ.</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
Τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο η ένταση όσο και η συχνότητα των ακραίων κλιματικών επεισοδίων έχει αυξηθεί δραματικά, προκαλώντας σοβαρότατα προβλήματα σε κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο. Συνεπώς, σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η μελέτη, η μοντελοποίηση και η πρόβλεψη της συμπεριφοράς των ακραίων επεισοδίων θερμοκρασίας και βροχόπτωσης στην περιοχή της Μεσογείου. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται αρχικά με τη μελέτη διαφόρων στατιστικών κατανομών, με στόχο την εύρεση αυτής που μπορεί να περιγράψει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη συμπεριφορά των ακραίων κλιματικών επεισοδίων. Για την τελική επιλογή τόσο της καταλληλότερης κατανομής όσο και της καταλληλότερης μεθόδου υπολογισμού των παραμέτρων της,  ακολουθήθηκε μία σειρά στατιστικών ελέγχων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η GPD κατανομή είναι η καταλληλότερη για την περιγραφή τόσο των ακραίων θερμοκρασιών όσο και βροχοπτώσεων στην περιοχή μελέτης. Επιπρόσθετα, και η GEV κατανομή είναι   κατάλληλη για την προσέγγιση των υψηλότερων τιμών των ακραίων, όταν οι κρίσιμες παράμετροι της υπολογίζονται με την Bayesian μέθοδο. Για τη μοντελοποίηση και την πρόβλεψη των ακραίων αναπτύχθηκε μια καινοτόμος στατιστική μέθοδος, η TIN-Copula. Η νέα μέθοδος, συνδυάζει τη θεωρίας των τριγωνικών ακανόνιστων δικτύων και των συζεύξεων. Η νέα μέθοδος παρουσιάζεται, αξιολογείται και προτείνεται για τη διόρθωση των σφαλμάτων μεροληψίας των κλιματικών μοντέλων σχετικά με την εκτίμηση των ακραίων τιμών, αλλά και για την εκτίμηση των χρονοσειρών των ακραίων θερμοκρασιών και βροχοπτώσεων σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Σύμφωνα με την νέα μέθοδο, η περιοχή μελέτης χωρίζεται σε ακανόνιστα μη αλληλεπικαλυπτόμενα τρίγωνα, ο σχηματισμός των οποίων γίνεται με τη χρήση των διαθέσιμων σταθμών. Με τη χρήση της θεωρίας των συζεύξεων πραγματοποιείται η διόρθωση ή η εκτίμηση των ακραίων τιμών θερμοκρασίας ή βροχόπτωσης για οποιοδήποτε σημείο εμπεριέχεται στα σχηματιζόμενα τρίγωνα. Στον τελικό υπολογισμό λαμβάνεται υπόψη και η απόσταση του σημείου από τις κορυφές του εκάστοτε τριγώνου. Τα αποτελέσματα της διατριβής, αποδεικνύουν ότι η προτεινόμενη μέθοδος αποτελεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο για τη μελέτη, τη μοντελοποίηση και την πρόβλεψη των ακραίων κλιματικών επεισοδίων.Αγγλική Περίληψη


The increasing trend of the frequency and intensity of temperature and precipitation extremes during the recent decades has substantial environmental and socioeconomic impacts. Thus, the objective of the present dissertation is to study, model and predict extreme temperature and precipitation episodes in the Mediterranean area. This is firstly achieved with the comparison of several mathematical distributions, in order to identify the most appropriate for the description of extreme precipitation, and high and low temperature episodes in Mediterranean. The selection of the distribution that can satisfactorily fit extreme events was made after a sequence of statistical tests. Additionally, as the method that is used for the calculation of the critical parameters of a distribution is an important factor for the results, three methods have been tested in order to select the most appropriate (MLE, L-moments, Bayesian). The results showed that, the GPD can characterize accurately both precipitation and temperature extremes while the GEV distribution with the Bayesian method is also appropriate especially for the greatest values. Additionally, the present dissertation, introduces, evaluates and uses a new statistical method, namely TIN-Copula method which is a combination of triangular irregular networks and copulas. The new method is proposed for the bias correction of regional climate models’ projections for extreme climate events, as well as for the simulation of extreme maximum and minimum temperatures and precipitations at areas with no available data. The concept of the TIN-Copula method starts with the division of the studied area in non-overlapping irregular triangles which are shaped using the location of the available stations. After that, using copulas, the extreme values of an unknown point included in a triangle are bias corrected or estimated. In the calculations, also the distances between the unknown point and the triangle vertices are taken into account. Finally, the evaluation of the new method proved that the ΤΙΝ-Copula is a really useful tool, both for bias correction and estimation of extreme climate episodes in Mediterranean area.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12446</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12643</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T08:52:48Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"220126 2022                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συσχέτιση παραμέτρων διατμητικής συμπεριφοράς ασυνεχειών και άρρηκτου πετρώματος = Correlation between the shear strength parameters of discontinuities and intact rock.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Τσικρίκης, Αναστάσιος Θωμάς</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η μηχανική συμπεριφορά της βραχόμαζας εξαρτάται τόσο από τα μηχανικά χαρακτηριστικά του άρρηκτου υλικού όσο και από τα μηχανικά χαρακτηριστικά των ασυνεχειών. Η συνηθέστερη εντατική κατάσταση της βραχόμαζας είναι η τριαξονική θλίψη και ως εκ τούτου η πλέον αξιόπιστη περιγραφή των μηχανικών χαρακτηριστικών του άρρηκτου πετρώματος επιτυγχάνεται μέσω εργαστηριακών δοκιμών τριαξονικής θλίψης. Από την άλλη πλευρά, η κατανόηση της μηχανικής συμπεριφοράς των επιφανειών των ασυνεχειών του πετρώματος μελετάται πληρέστερα μέσω δοκιμών άμεσης διάτμησης σε δείγματα των κρίσιμων ασυνεχειών της βραχόμαζας. Αντικείμενο της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της συσχέτισης των τιμών των παραμέτρων διατμητικής αντοχής ασυνεχειών πετρωμάτων και άρρηκτου πετρώματος. Η ερευνητική υπόθεση βασίζεται στη διαπίστωση ότι η αστοχία σε καταπόνηση τριαξονικής θλίψης πραγματοποιείται με διατμητική μορφή μέχρι το όριο ψαθυρής-όλκιμης συμπεριφοράς ενός άρρηκτου πετρώματος και επομένως οι παράμετροι  διατμητικής αντοχής της προκύπτουσας επιφάνειας του πετρώματος κατά μήκος της οποίας πραγματοποιείται διατμητική μετακίνηση, σχετίζεται με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της διατμητικής αντοχής μιας προ-ρηγματωμένης επιφάνειας (ασυνέχειας) του ιδίου πετρώματος. Το πειραματικό μέρος της διατριβής πραγματοποιήθηκε μέσω της εκτέλεσης δυο ανεξάρτητων προγραμμάτων εργαστηριακών δοκιμών που περιλαμβάνουν μια σειρά δοκιμών άμεσης διάτμησης σε ασυνέχειες πετρωμάτων που προέκυψαν με εφελκυστική διάρρηξη ή με κάμψη και μία σειρά δοκιμών τριαξονικής θλίψης σε κυλινδρικά δοκίμια άρρηκτων δειγμάτων από τα ίδια πετρώματα. Στόχος είναι η καλύτερη κατανόηση και ερμηνεία του μηχανισμού διάτμησης στις δυο καταπονήσεις και η θεώρησή τους κάτω από το ίδιο πρίσμα, καθώς και η μαθηματική έκφραση προσδιορισμού της διατμητικής αντοχής. Η έκφραση αυτή βασίζεται κυρίως σε φυσικές ιδιότητες και παραμέτρους που επηρεάζουν την αστοχία στις δυο καταπονήσεις. Για την υλοποίηση του πειραματικού μέρους της διατριβής εξετάστηκαν δεκατέσσερα διαφορετικά πετρώματα στα οποία περιλαμβάνονται Ψαμμίτες (2), Γραουβάκης, Ιλυόλιθος, Ασβεστόλιθοι (2), Μάρμαρα (3), Αμφιβολίτης, Διορίτες (2), Γρανοδιορίτης και Μεταδολερίτης. Συνολικά, λήφθηκαν βραχώδη δείγματα από δεκατέσσερις διαφορετικές θέσεις δειγματοληψίας, από τα οποία διαμορφώθηκαν και εξετάστηκαν ως προς τις φυσικές, και μηχανικές τους ιδιότητες. Αναλυτικά, στο εργαστηριακό μέρος της διατριβής υλοποιήθηκαν: 141 δοκιμές προσδιορισμού πορώδους και ξηρής πυκνότητας, 29 δοκιμές μονοαξονικής θλίψης, 144 δοκιμές τριαξονικής θλίψης, 110 δοκιμές σημειακής φόρτισης, 125 δοκιμές έμμεσου εφελκυσμού, 439 δοκιμές σκληρότητας διείσδυσης Brinell, 488 δοκιμές άμεσης διάτμησης ασυνεχειών, 15 λεπτές τομές 15 περιθλασιογράμματα XRD. Για όλα τα εξεταζόμενα πετρώματα πραγματοποιήθηκαν δοκιμές τριαξονικής θλίψης σε πλευρικές πιέσεις 0-70 MPa με σκοπό τον προσδιορισμό των παραμέτρων διατμητικής αντοχής και ιδιαίτερα της σταθεράς mi του κριτηρίου Hoek-Brown. Επιπλέον, αναλύθηκε η συμπεριφορά της αστοχίας με έμφαση στο όριο μεταξύ ψαθυρής και όλκιμης συμπεριφοράς καθώς αυτή η αστοχία αυτή  σχετίζεται με τη μη-διαστολική γωνία τριβής.Στα ίδια πετρώματα, πραγματοποιήθηκαν δοκιμές άμεσης διάτμησης υπό συνθήκες σταθερής ορθής τάσης στο εύρος 0-3 MPa, σε τεχνητές ασυνέχειες με συνολική ανηγμένη διατμητική μετατόπιση τουλάχιστον 5%. Σημαντική προσοχή δόθηκε στη λεπτομερή  καταγραφή της διαστολής του δοκιμίου, με τη βοήθεια της οποίας  διαχωρίστηκε η συνολική διατμητική αντοχή σε μια συνιστώσα τριβής (μη-διαστολική) και σε μια γεωμετρική συνιστώσα (διαστολή). Ιδιαίτερο τμήμα της έρευνας αποτέλεσε ο προσδιορισμός της σκληρότητας διείσδυσης με τη δοκιμή Brinell καθώς η εφαρμογή της στα εξετασθέντα πετρώματα συνεισφέρει στην κατανόηση και ερμηνεία της  θεωρίας πρόσφυσης των υλικών. 
Τα κυριότερα ευρήματα της διατριβής συνοψίζονται στα ακόλουθα: α) Η τιμή του κρίσιμου λόγου της κύριας αξονικής τάσης προς την πλευρική πίεση που αντιστοιχεί στη μετάβαση από όλκιμη σε ψαθυρή συμπεριφορά εξαρτάται από την ορυκτολογική σύσταση των πετρωμάτων. Ειδικότερα,  η μέση τιμή του λόγου αυτού προέκυψε ίση με 5,57 και 4,07 για τα ανθρακικά και τα πυριτικά πετρώματα αντίστοιχα, β) Η μέση τιμή του λόγου της πίεσης μετάβασης στην όλκιμη περιοχή προς την αντοχή σε ανεμπόδιστη θλίψη είναι περισσότερο από τρεις φορές υψηλότερη για πυριτικά πετρώματα από ό,τι για ανθρακικά πετρώματα, γ) Οι τιμές της μη διαστολικής γωνίας τριβής  που προκύπτουν από τις δοκιμές άμεσης διάτμησης ασυνεχειών πρακτικά ταυτίζονται με τις τιμές της γωνίας τριβής που προκύπτουν από την εντατική κατάσταση του άρρηκτου πετρώματος στη μετάβαση από την ψαθυρή στην όλκιμη συμπεριφορά, δ) Η σταθερά mi  του κριτηρίου Hoek-Brown αυξάνεται γραμμικά με την τιμή της σκληρότητας διείσδυσης Brinell, ενώ αντίθετα μειώνεται γραμμικά με την τιμή της μη-διαστολικής γωνίας τριβής. Η σταθερά mi  του κριτηρίου Hoek-Brown και η ανεμπόδιστη θλιπτική αντοχή αλληλεξαρτώνται από την πίεση  μετάβασης στην όλκιμη περιοχή pt, ε) Η μη διαστολική γωνία τριβής μειώνεται γραμμικά  με την τιμή της σκληρότητας. Οι παραπάνω συσχετίσεις αποτελούν τα καινοτόμα στοιχεία της παρούσας διατριβής. Τα αποτελέσματα της διατριβής, πιστεύεται ότι θα αποτελέσουν ένα χρήσιμο και πρακτικό εργαλείο στα χέρια των επιστημόνων που ασχολούνται με τη μελέτη τεχνικών έργων.

Τhe mechanical behavior of a rockmass depends on both the mechanical characteristics of the intact material and the mechanical characteristics of the discontinuities. The understanding of the mechanical behavior of the intact rock under various stress conditions as well as the verification of the mathematical and numerical prediction models of this behavior, is achieved mainly through laboratory tests. The most common stress state of a rock mass is the triaxial compression and therefore the most reliable description of the mechanical properties of intact rock is studied through laboratory triaxial compression tests. Through these tests it becomes clear that for low values of confining pressure the rocks behave in a brittle manner, with the development of a shear failure surface. In contrast, under high values of confining pressure, the behavior of the rocks becomes ductile, without the development of a macroscopically distinct flat failure surface, but with uniform deformation of the specimen. On the other hand, the understanding of the mechanical behavior of rock discontinuity surfaces is better studied through direct shear tests on samples of critical rock mass discontinuities. The objective of this dissertation is the investigation of the correlation between the parameters of shear strength of rock discontinuities and intact rock. The research hypothesis is based on the finding that the failure in triaxial compression of an intact rock takes place in shear in the entire brittle field and therefore the shear strength parameters of the resulting failure surface along which the shear displacement occurs are related with the corresponding shear strength characteristics of the of a pre-fractured surface (discontinuity) of the same rock. The experimental part of the thesis consists of two independent laboratory test programs involving a series of direct shear tests on artificial rock discontinuities generated by tensile splitting or bending fracturing and a second series of triaxial compression tests on cylindrical specimens from intact samples of the same rock.The aim of the thesis is to better understand and interpret the shear mechanism in the two stresses conditions and to consider them from the same perspective, as well to express mathematically the shear strength. This expression is mainly based on physical properties and parameters that affect the failure of the two stress conditions. The experimental verification was performed through the results of two independent laboratory test programs that include a series of direct shear tests on artificial rock discontinuities generated by tensile splitting and a series of triaxial compression tests on cylindrical specimens of the same rock. For the implementation of the experimental part of the dissertation, fourteen different rocks were collected from different sampling sites and tested, including Sandstones (2), Graywacke, Siltstone, Limestones (2), Marbles (3), Amphibolite, Diorites (2), Granodiorite and Metadolerite. The properties and the number of tests performed for the determination of their values are: Porosity and dry density: 141, Brinell hardness tests: 439, Point load strength: 110, Uniaxial compressive strength: 29, Indirect tensile strength (Brazilian test): 125, Triaxial compression of intact rock: 144, Direct shear tests on discontinuities: 488, Thin section: 15, X-Ray Diffractometry: 15. For all the rocks examined, triaxial compression tests were performed at confining pressures 0-70 MPa in order to determine the shear strength parameters and in particular the constant mi of the Hoek-Brown criterion. In addition, the failure behavior was analyzed with emphasis on the brittle - ductile transition as this state occurs under non-dilational shearing. In the same rocks, direct shear tests were performed under conditions of constant normal load (CNL) in the range of normal stress 0-3 MPa, in artificial discontinuities with a total relative shear displacement of at least 5%. Significant attention was paid to the detailed recording of the dilation of the specimen, which was used to separate the total shear strength into a frictional component (non-dilational) and a geometrical component (dilation). A special part of this research was devoted to the determination of the Brinell penetration hardness, since its application to the examined rocks contributes to the understanding and the interpretation of the adhesion theory to rock materials.The main findings of the thesis are summarized as follows: a) The value of the critical ratio of the major principal stress (σ1) to the confining pressure (σ3) corresponding to the brittle-ductile transition depends on the mineralogical composition of the tested rocks. In particular, the mean value of this ratio was 5.57 and 4.07 for carbonate and silicate rocks respectively. b) The value of the average transition pressure divided by the unconfined compressive strength σci is more than three times higher for silicate rocks than for carbonate rocks (2.37 and 0.73 respectively). c) The values of the non-dilational friction angle resulted from the direct shear tests of discontinuities are practically equal to the values of the friction angle resulted from the stress state of the intact rock in the brittle - ductile transition. d) The constant mi of the Hoek-Brown criterion increases linearly with the value of the Brinell penetration hardness and decreases linearly with the value of the non-dilational friction angle. The value of mi is found to increase with the ratio of the brittle-ductile transition pressure to the unconfined compressive strength. e) The non-dilational friction angle decreases linearly with the hardness value. The above correlations are the innovative elements of this dissertation. The results of the dissertation are believed to be a useful and practical tool in the hands of scientists involved in the study of technical projects.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2022-01-26 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12643</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2021</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2021 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12315</identifier>
				<datestamp>2019-04-15T08:52:50Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"161231 2016                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Διερεύνηση των αιτιών διάβρωσης των δομικών λίθων από τα ιερά της Δήμητρας και του Ασκληπιού στο Δίον.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Παπανικολάου, Ελένη</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Στη νότια Μακεδονία, στις ανατολικές παρυφές του Ολύμπου βρίσκεται το Δίον, η ιερή πόλη των αρχαίων Μακεδόνων. Ο οικισμός άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. και ως πόλη στη συνέχεια ευημερεί μέχρι και τον 4ο αι. μ. Χ. Έξω από τα τείχη της πόλης βρίσκεται πλήθος ιερών, ανάμεσά τους το ιερό της θεάς Δήμητρας, το αρχαιότερο στη Βόρεια Ελλάδα καθώς και το ιερό του θεού Ασκληπιού.  Τα οικοδομήματα των δυο ιερών σώζονται σε χαμηλό ύψος, ως επί το πλείστον οι θεμέλιοι δομικοί λίθοι τους. Από το 1973, με την έναρξη της ανασκαφής τους, οι λίθοι είναι πλέον εκτεθειμένοι στους διαβρωτικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες της περιοχής. Το γεγονός αυτό, προκάλεσε αλλαγές στα δομικά υλικά με την πάροδο του χρόνου. Σκοπός της εργασίας είναι ταυτοποιήσει τα είδη των πετρωμάτων, που χρησιμοποιήθηκαν στα δύο ιερά και στη συνέχεια να αναγνωρίσει και να καταγράψει τις μορφές διάβρωσης, που εμφανίστηκαν τόσο στην επιφάνεια, όσο και στο εσωτερικό των οικοδομικών λίθων, ώστε να συμβάλει στην προστασία τους.Αρχικά, πραγματοποιήθηκε πλήρης ορυκτολογική μελέτη των πετρωμάτων από τα θεμέλια των οικοδομημάτων των ιερών, με τη βοήθεια της οπτικής και ηλεκτρονικής μικροσκοπίας. Στη συνέχεια καταγράφηκαν τα είδη διάβρωσης, που παρατηρούνται στο σύνολο των πετρωμάτων με σημαντικότερα: ανάπτυξη πατίνας, κρούστες διαφόρων χρωματισμών, βιολογικές επικαθίσεις, γυψοποίηση στην επιφάνειά τους. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο δοκιμαστικές εφαρμογές επικαλυπτικών υλικών, με στόχο την επιλογή του υλικού, που θα επιφέρει τα μέγιστα επιθυμητά αποτελέσματα, όσον αφορά την προστασία των μνημείων. Από την έρευνα προέκυψε ότι οι κυριότεροι παράγοντες φθοράς των δομικών υλικών είναι η ύπαρξη νερού στην μάζα των υλικών, λόγω βροχής και τριχοειδούς αναρρίχησης, οι κυκλικές μεταβολές υγρών - ξηρών συνθηκών, που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής, η έντονη παρουσία επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, οι συχνές βροχοπτώσεις, η έντονη βλάστηση και οι μεγάλες θερμοκρασιακές μεταβολές στις διάφορες εποχές του χρόνου. Οι παράγοντες αυτοί, οδήγησαν σε αποσάθρωση, μερική διάλυση και ανακρυστάλλωση του ανθρακικού υλικού, απώλεια της δομικής συνοχής και της σταθερότητας της επιφάνειας των λίθων. Η ταυτοποίηση των πετρωμάτων των δομικών υλικών, η εξέταση των παραγόντων διάβρωσης αλλά και ο προσδιορισμός των προϊόντων διάβρωσης αποτελούν την απαρχή για την οργάνωση του σχεδίου συντήρησης. Ευρύτερος στόχος είναι η επιλογή και στη συνέχεια η εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων και υλικών για τον καθαρισμό, τη στερέωση και την προστασία των δομικών λίθων των ιερών της Δήμητρας και του Ασκληπιού στο Δίον. 

In southern Macedonia, on the eastern outskirts of Olympus lies Dion, the sacred city of the ancient Macedonians. The city began to develope from the late 6th century B.C. and prospers until the 4th century AD. The sanctuaries are located outside the city walls, including the Sanctuary of Demeter, the oldest in northern Greece and the sanctuary of Asclepius. 
The buildings of two sanctuaries are preserved at low altitudes, mostly the structural foundation of stones. Since 1973, with the beginning of the excavation, started their exposure to environmental factors in the region. This has caused changes in building materials over time. The purpose of this study is to identify and record the forms of erosion that occurred both on the surface and inside the building stone and thus contribute to their protection. Initially a complete mineralogical study of the rocks, found in both sanctuaries, was held using optical and electron microscopy. Then the types of corrosion kinds and products observed in the various rocks were recorded and significantly the development of patina, crusts of various colors, biological deposits, sulfation on their surface. Pilot projects were subsequently carried out with coating materials for the selection of the material that will produce the maximum desired results as regards to the protection of monuments.
From the combination of laboratory experiments and in situ IR thermometer measurements follow safe results concerning about the deterioration problems of the materials. The surface of the building materials are partially covered by the weathering products of the primary minerals such as secondary calcite and dolomite precipitated from water solutions, and recrystallized calcite and dolomite. Limited presence of crystallized salts on the surface or inside the pores of the materials is observed. Absence of significant amounts of various ions such as chlorides, nitrates or sulphates is observed in the rain and surface waters. The main weathering factor of the materials is the moisture penetration due to capillary action. In sunny conditions, moisture penetrates into the materials only by capillary absorption, while in wet conditions rain water and environmental humidity contribute also to the total moisture absorption. The existence of water in the bulk of the materials due to capillary penetration correlated with an intensive surface and underground water presence in the whole surrounding area lead to loss of the structural cohesion and the surface instability of the building materials. The study and identification of rock building materials, corrosion factors and products, are the starting point for the organization of the maintenance plan including the selection and therefore the application of appropriate methods and materials for cleaning, fixing and protect the building materials of the sanctuaries of Demeter and Asclepius of Dion archaeological area. This thesis entitled &#039;Investigation of corrosion factors of the building stones from the temples of Demeter and Asclepius in the Archaeological Site of Dion&#039; prepared in Geology, Faculty of Sciences, Aristotle University of Thessaloniki, Greece but essentially spread in the following sections: History and Archaeology, Chemistry, Biology, Physics, Civil Engineering and Meteorology because of interdisciplinarity.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2017-12-08 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12315</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2016</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2019 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/13028</identifier>
				<datestamp>2025-03-19T09:30:16Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"240423 2024                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Συνθήκες σχηματισμού των υπογενών σπηλαίων στο ελληνικό ορογενές: Ορυκτολογία, γεωχημεία, σταθερά ισότοπα (C, O, S), ρευστά εγκλείσματα = Formation conditions of hypogene caves in the Hellenic orogen: mineralogy, geochemistry, stable isotopes (C, Ο, S), fluid inclusions.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Λαζαρίδης, Γεώργιος Θεόδωρος</subfield>
						<subfield label="u">Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Γεωλογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Η διατριβή βασίστηκε στην υπαίθρια έρευνα για τον εντοπισμό υπογενών σπηλαίων στην Ελλάδα. Αναλυτικά μελετήθηκαν 33 σπήλαια στις ακόλουθες 21 τοποθεσίες: του Μαύρου Βράχου στο Σιδηρόκαστρο, σπήλαια στο Φαλακρό Όρος, σπήλαια στην περιοχή Λουτρών Ελευθερών, του Θεοχάρη στο Μενοίκιο, Ρετζικίου στη Θεσσαλονίκη, σπήλαια στο Όρος Άθως, Μαρώνειας, Καγιάλι και σπήλαια Κουφόβουνου στον Έβρο, Πετραλώνων και Νυχτερίδων στην περιοχή των Πετραλώνων, Αγίας Παρασκευής Χαλκιδικής, σπηλαιοβάραθρο Αλμωπίας, σπήλαια στο λατομείο Πολυκάρπης, σπήλαια Λέσβου, Ρούτση στη Ραψάνη, βάραθρο του Όρλιακα, σπήλαια Υμηττού, σπήλαια Ικαρίας, σπήλαιο Κρύας Βρύσης στην Καρδίτσα, Κουνουπέλι και Ανυγρίδων Νυμφών στη Δ. Πελοπόννησο. Τα σπήλαια αυτά αρχικά αναγνωρίστηκαν ως υπογενή με γεωμορφολογικά κριτήρια. Στη συνέχεια αναζητήθηκαν σπηλαιοθέματα που να συνδέεονται με τη σπηλαιογένεση, όπως είναι οι κρύσταλλοι και οι μαστοειδείς αποθέσεις. Από αυτές τις αποθέσεις συλλέχθηκαν δείγματα που μελετήθηκαν με διάφορες μεθόδους ως προς την ορυκτολογική, γεωχημική και ισοτοπική σύστασή τους. Επίσης, παρατηρήθηκαν στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης. Επιπλέον, έγινε μελέτη των ρευστών εγκλεισμάτων, ώστε να μετρηθούν οι θερμοκρασίες ομογενοποίησης των κρυστάλλων ασβεστίτη και η προέλευση των ρευστών.  
Από την έρευνα αυτή εντοπίστηκαν τα εξής ορυκτά: ασβεστίτης, αραγωνίτης, γύψος, αλουνίτης, πιγκερινγκίτης, ταμαρουγκίτης, βαρύτης, κίτρινη σανδαράχη, γκαιτίτης, χαλαζίας, οξείδια μαγγανίου, άμορφα πυριτικά και αργιλοπυριτικά ορυκτά. Τα οξείδια και υδροξείδια σιδήρου και μαγγανίου, μελετήθηκαν για πρώτη φορά στα ελληνικά σπήλαια και εντοπίστηκε η μοναδική ως τώρα περίπτωση στην Ελλάδα, απόθεσης που φέρει βιο-υπογραφές μικροοργανισμών στον γκαιτίτη του σπηλαίου του Μαύρου Βράχου. Ο χαλαζίας, βρέθηκε για πρώτη φορά σε ελληνικά σπήλαια. Μελετήθηκαν ειδικότερα ο ασβεστίτης, τα οξείδια και τα θειούχα με διάφορες μεθόδους κυρίως ως προς τη χημική και την ορυκτολογική σύσταση τους, τα σταθερά ισότοπα οξυγόνου, άνθρακα και θείου, καθώς και τα ρευστά εγκλείσματα. Τα δεδομένα που προέκυψαν συνδυάστηκαν με γεωμορφολογικά, τεκτονικά, υδρολογικά και άλλα στοιχεία στις επιμέρους περιοχές-σπήλαια, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για τη σπηλαιογένεση κάθε σπηλαίου ή ομάδας σπηλαίων. Για κάθε περίπτωση σπηλαίου που μελετήθηκε ερμηνεύεται η σπηλαιογένεση, ταξινομείται το σπήλαιο με βάση τους τύπους υπογενών σπηλαίων και δίνεται όπου είναι δυνατό ένα χρονικό πλαίσιο για το σχηματισμό του. Η σπηλαιογένεση οφείλεται σε διάλυση κυρίως από ανθρακικό οξύ και σε κάποιες περιπτώσεις από θειικό οξύ. Τα ρευστά που δημιούργησαν τα σπήλαια είχαν κυρίως μετεωρική προέλευση. Οι μέσες τιμές που εμφανίζουν οι θερμοκρασίες ομογενοποίησης που μετρήθηκαν στους ασβεστίτες είναι υψηλές και κυμαίνονται από 90°C έως 280°C.  
Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας τα υπογενή σπήλαια της Ελλάδας που μελετήθηκαν ανήκουν σε δύο κατηγορίες: τα ενδογενή υπογενή σπήλαια και αυτά που γίνονται σε ελεύθερους ή εγκλωβισμένους υδροφορείς που επικοινωνούν με τη θάλασσα και η σπηλαιογένεση εξαρτάται από το υδρόθειο. Στην περίπτωση των σπηλαίων της Αγίας Παρασκευής, διαπιστώνεται μια πολύπλοκη σπηλαιογένεση που συνδυάζει και τις δύο κατηγορίες.  
Με βάση τον τύπο των σπηλαίων, βρέθηκε μια στενή σχέση με υδροθερμικά ρευστά και την ύπαρξη εφελκυστικού γεωδυναμικού καθεστώτος, την κατάρρευση του ορογενούς που συνοδεύεται από εκτατικές κινήσεις και ρήγματα που μπορούν να ευνοήσουν την άνοδο ρευστών. Η διείσδυση πλουτωνικών σωμάτων, η δημιουργία λεκανών και κατά συνέπεια συνθηκών για γεωθερμική ανωμαλία και γεωθερμικά πεδία έχουν συνεπιδράσει στην εμφάνιση υπογενούς σπηλαιογένεσης. 
 
This thesis is based on fieldwork research for identifying hypogene caves in Greece. Specifically, 33 caves studied in the following 21 locations: Mavros Vrachos Quarry Cave (MVQ) in Sidirokastro, caves in Falakro Mountain, caves in the Loutra Eleftheron area, Theohari Cave in Menoikio, Retziki Cave in Thessaloniki, caves on Mount Athos, Maroneia Cave, Kagiali Cave, and Koufovouno cavew in Evros, Petralona and Nychteridon caves in the Petralona region, Aghia Paraskevi Caves in Chalkidiki, Almopia Varathron cave, Polycarpi Quarry caves, Lesvos caves, Routsi Cave in Rapsani, Orliakas pothole, Ymittos caves, Ikaria Caves, Kryas Vrysi Cave in Karditsa, and Kounoupeli and Anygridon Nymphon caves in the W. Peloponnese region. These caves were initially identified as hypogene based on geomorphological criteria and were further explored to locate cave formations associated with speleogenesis, such as the speleothems spar and mammillaries. Samples from these deposits were collected and studied using various methods, including mineralogical, geochemical, and isotopic analyses. Scanning electron microscopy was employed to investigate their structure. A fluid inclusions study aimed to measure the homogenization temperatures of calcite crystals and determine the origin of fluids. 
The minerals identified in this research include calcite, aragonite, gypsum, alunite, pickeringite, tamarugite, barite, orpiment, goethite, quartz, manganese oxides, amorphous siliceous, and alluminosilicate minerals. Iron and manganese oxides and hydroxides were studied for the first time in Greek caves, with the unique case of a deposit bearing microbial bio-signatures in the goethite of the MVQ. Quartz was discovered for the first time in Greek caves.
Specifically, calcite, Fe and Mn oxides, and sulfates were extensively studied based on their chemical and mineralogical composition, stable isotopes of oxygen, carbon, and sulfur, as well as fluid inclusions. These data, combined with geological, tectonic, hydrological, and other regional information, were used to draw conclusions about the speleogenesis of each cave or cave group. The speleogenesis is attributed mainly to dissolution by carbonic acid and, in some cases, sulfuric acid. The fluids that formed the caves were predominantly meteoric in origin. The peaks of homogenization temperatures measured in calcite crystals were high, ranging from 90°C to 280°C. 
Subsequently, all cases were examined and discussed in relation to the geological structure and evolution of the Greek orogeny. Based on the research results, the hypogene caves studied in Greece can be classified into two categories: endogenous hypogene caves and those formed in aquifers communicating laterally with the sea, where speleogenesis depends on the presence of hydrogen sulfide in the fluids. In the case of Agia Paraskevi Caves, a complex speleogenesis combining both categories of sulfuric acid and carbonic acid speleogenesis are observed. 
Based on the cave types, a close relationship was found with hydrothermal fluids and the presence of an extensional geodynamic regime, the collapse of the orogeny accompanied by faults that can favor the rise of fluids. The intrusion of plutonic bodies, the formation of basins, and consequently conditions for geothermal anomalies and geothermal fields have interacted in the occurence of hypogene speleogenesis.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2024-04-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/13028</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2024</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2024 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12501</identifier>
				<datestamp>2024-04-18T07:43:18Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"200923 2020                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Study of Atmosphere-Wildland Fires Interactions, using Numerical Models, in Greece = Μελέτης της αλληλεπίδρασης ατμόσφαιρας - δασικών πυρκαγιών με τη βοήθεια αριθμητικών μοντέλων.</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Kartsios, Stergios Vasileios</subfield>
						<subfield label="u">﻿Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Γεωλογίας. Τομέας Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας.</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">The present PhD dissertation investigated several aspects of atmosphere-wildland fire interactions by utilizing an online coupled atmosphere – fire numerical model (WRF-SFIRE), which is a combination of a numerical weather prediction (NWP) model with a semi-empirical numerical fire spread model. Subsequently, this PhD dissertation exploited the capabilities of WRF-SFIRE modelling system across several spatial scales, from mesoscale analysis on fire weather conditions during high-impact fire events in Greece to microscale analysis on highly idealized experiments, in Large Eddy Simulation (LES) mode. Additionally, this manuscript addressed the performance of the coupled model by utilizing a number of surface observational data from the Hellenic National Meteorological Service (HNMS) and several EO data from the Meteosat second generation (SEVIRI), SENTINEL-2 (MSI), Aqua, Terra (MODIS) and Suomi-NPP (VIIRS) satellites, respectively. 
The first study investigated the influence of the released heat fluxes from a surface fire on its characteristics (e.g. rate of spread, fire area), flow dynamics in the vicinity and plume properties. Specifically, the role of the extinction depth or e-folding depth parameter, zex (the height at which the fluxes are equal to 36% of their initial value), was assessed throughout eight highly idealized experiments, which were performed in LES mode. Results indicated that the choice of the zext parameter not only affected the vertical distribution of the fluxes but also the amount of the released energy from the surface fire. The higher the zext value, the higher the percentage of the released energy that resided on the first theta model level. Moreover, the calculated burn probabilities revealed that under identical initial atmospheric conditions but different e-folding depths discrepancies might occur in the resulted fire area. The coupled model was able to reproduce certain flow characteristics such as the convergence region ahead of the fire front and the descending rear inflow to the updraft’s base, in all experiments albeit structural differences were observed. In general, an increase of the zext parameter led to weaker time-averaged potential temperature anomalies both close to the ground and in the top of the convective plume. However, the temporal peaks in theta anomalies did not follow any linearity and their occurrence varied both in time and space. The analysis on near surface dynamics revealed discrepancies in the patterns and the magnitude of vertical vorticity and divergence fields, in the shape of the fire perimeter and the location of the fire head between the experiments. Low e-folding depth values produced more organized and intense counter-rotating vertical vorticity pairs and regions of vorticity along the fire flanks and in front of the active fire head, whilst in the sensitivities with zext greater than 50 m, this vorticity was less organized and more transient. The vorticity equation budget analysis showed that the solenoidal term was up to twelve orders of magnitude less than the other terms. The horizontal advection of vertical vorticity contributed the most to the increase of vorticity, while the tilting/twisting term was dominant at the early stages of the fire, where the ambient shear-generated horizontal vorticity, ωy, was oriented into vertical due to buoyant gradients from the surface fire.
The second study analyzed the prevailing weather conditions on 23rd of July 2018, assessed the performance of the WRF-SFIRE modelling system, investigated the role of the complex terrain to the mean flow and fire behavior and examined the uncertainty of ignition features during two high-impact fire events that occurred in Attica Region, Central Greece (Mati and Kineta fire events). The synoptic analysis revealed the presence of a positively tilted trough over the Central Mediterranean, moving eastwards and interacting with the subtropical jet, resulting in a strong westerly flow over Greece. The AWS in Penteli Mt. recorded gusts reaching 25 m s-1 between 1230 and 1430 UTC, while several HNMS surface stations in the wider area recorded wind gusts exceeding 20 m s-1 between 1200 and 1730 UTC. The coupled model validated in terms of temperature, relative humidity and wind speed against the available HNMS surface observations by applying the Inverse Distance Weighting (IDW) method, the Gressman method and a 4-grid point method. Although the model performed satisfactory, the air temperature (2 m) and wind speed (10 m) were overestimated, whilst the relative humidity (2m) was underestimated. The predicted fire perimeters were in satisfactory agreement with the observed ones, but there were time lags in the initial development of the fires’ momentum and subsequently discrepancies on the temporal evolution of the modeled fires occurred. Moreover, simulations revealed the presence of induced orographic waves, paths of high winds on the lee-slopes, transient resemblance of a hydraulic jump downstream of Penteli Mt., while indicated a downward transport of energy and momentum during the maximum wind speed occurrences. The turbulent and dynamically unstable conditions on the lee-slopes of Gerania Mts. (Kineta) and Penteli Mt. (Mati) contributed to the flow kinetic energy, while vorticity provided additional forcing into the fire spread rates. Quite different influences of topography in each fire event were found, where the isolated Gerania Mts contributed to warmer, drier and windier conditions leeward, while Penteli Mt. had a lesser impact on atmospheric variables downstream. In addition, the sensitivity experiments showed that the type of ignition along with the rate of spread during ignition influenced the most the fire propagation at the early stages of the fire at Mati event. Finally, fuel description had a lesser impact on the simulated rate of spreads during the early stages of the fire but influenced its behavior later.

Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή διερεύνησε τις αλληλεπιδράσεις ατμόσφαιρας – πυρός με τη βοήθεια ενός άμεσα συζευγμένου αριθμητικού μοντέλου (WRF-SFIRE), το οποίο αποτελεί συνδυασμό ενός αριθμητικού μοντέλου πρόγνωσης καιρού με ένα ημι-εμπειρικό μοντέλο διάδοσης του πυρός. Η αξιοποίηση των δυνατοτήτων του εν λόγω συστήματος επέτρεψε την ανάλυση των αναδράσεων ατμόσφαιρας-πυρός σε διαφορετικές χωρικές κλίμακες, από τη μέση κλίμακα και κατά τη διάρκεια πυρκαγιών με ακραία συμπεριφορά στον Ελλαδικό χώρο, έως τη μικροκλίμακα, μέσα από ιδεατά πειράματα με τη τεχνική Large Eddy Simulation (LES). Επιπρόσθετα, ελέγχθηκε η απόδοση του αριθμητικού συνδυασμού σε σύγκριση με παρατηρησιακά δεδομένα επιφανείας από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (ΕΜΥ) και δεδομένα τηλεπισκόπησης από τους δορυφόρους Meteosat (SEVIRI), SENTINEL-2 (MSI), Aqua, Terra (MODIS) και Suomi-NPP (VIIRS).
Στο πρώτο μέρος της ερευνητικής διεργασίας μελετήθηκε η επίδραση των εκλυόμενων ροών θερμότητας του πυρός στις ιδιότητές του (ρυθμός διάδοσης, καμένη έκταση κτλ.) και στα χαρακτηριστικά της ατμοσφαιρικής ροής και της επαγωγικής στήλης θερμότητας (πλούμιο), αντίστοιχα. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμήθηκε ο ρόλος της παραμέτρου heat extinction depth ή e-folding depth (zex , ύψος στο οποίο οι ροές θερμότητας αποκτούν το 36% της αρχικής τους τιμής), μέσα από οχτώ ιδεατά αριθμητικά πειράματα, τα οποία πραγματοποιήθηκαν με τη μέθοδο LES. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η τιμή του zex επηρέασε την καθ’ ύψος κατανομή των εκλυόμενων ροών αλλά επίσης και την ποσότητα της εκλυόμενης ενέργειας που «εισχωρεί» στο ατμοσφαιρικό μοντέλο. Όσο μεγαλύτερη ήταν η τιμή του zex τόσο μεγαλύτερο υπήρξε και το ποσοστό της ενέργειας που ήταν διαθέσιμο στο πρώτο θ επίπεδο του μοντέλου. Επιπρόσθετα, διαφορετικές τιμές zex κάτω από ίδιες αρχικές ατμοσφαιρικές συνθήκες είχαν ως αποτέλεσμα διαφορετικές καμένες περιοχές (σχήμα και έκταση). Αν και παρατηρήθηκαν διαφορές τόσο στη δομή όσο και στην ένταση τους, ο αριθμητικός συνδυασμός αναπαρήγαγε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ατμοσφαιρικής ροής, όπως τη ζώνη σύγκλισης μπροστά από το μέτωπο και την εκ των όπισθεν καθοδική εισροή αέρα προς τη βάση της επαγωγικής στήλης θερμότητας σε όλα τα πειράματα. Εν γένει, η αύξηση της παραμέτρου zex οδήγησε σε μικρότερες χρονικά-μέσες ανωμαλίες της δυνητικής θερμοκρασίας, κοντά στο έδαφος αλλά και στην κορυφή του πλουμίου. Ωστόσο, τα μέγιστα των ανωμαλιών αυτών δεν ακολούθησαν κάποια γραμμικότητα και η εμφάνισή τους διέφερε χωρο-χρονικά ανάμεσα στα πειράματα. Όσον αφορά τα δυναμικά χαρακτηριστικά της ροής, διαφορές παρατηρήθηκαν τόσο στην ένταση όσο και στα μοτίβα της κάθετης συνιστώσας του στροβιλισμού (οριζόντιος στροβιλισμός) και της απόκλισης κοντά στην επιφάνεια, επηρεάζοντας το σχήμα της καμένης έκτασης και τη θέση της κεφαλής. Μικρές τιμές του zex  οδήγησαν στην παραγωγή περισσότερο οργανωμένων και ενισχυμένων ζευγών στροβίλων, κυκλωνικής και αντικυκλωνικής φοράς αντίστοιχα, περιοχών έντονου οριζόντιου στροβιλισμού (θετικού ή αρνητικού) κατά μήκος των πλευρικών ορίων και έμπροσθεν της κεφαλής. Αντιθέτως στα πειράματα όπου η τιμή του zex  ήταν μεγαλύτερη των 50 m, ο οριζόντιος στροβιλισμός ήταν λιγότερο οργανωμένος και παροδικός. Ο όρος του σωληνοειδούς στην εξίσωση του στροβιλισμού (οριζόντιος) βρέθηκε έως και δώδεκα φορές μικρότερος σε σύγκριση με τους υπόλοιπους όρους, ενώ ο όρος της οριζόντιας μεταφοράς συνείσφερε θετικότερα στην αύξηση του οριζόντιου στροβιλισμού. Ο όρος της κλίσης/συστροφής βρέθηκε μεγαλύτερος κατά τα πρώιμα στάδια της φωτιάς, όπου η παραγόμενη λόγω κατακόρυφης διάτμησης του ανέμου, ψ συνιστώσα του στροβιλισμού προσανατολίστηκε κατακόρυφα εξαιτίας της έντονης ανωμεταφοράς από την φωτιά επιφανείας. 
Στο δεύτερο μέρος της ερευνητικής διεργασίας πραγματοποιήθηκε η συνοπτική ανάλυση, παρουσιάστηκαν οι επικρατούσες ατμοσφαιρικές συνθήκες στην επιφάνεια, διερευνήθηκε η επίδραση της τοπογραφίας στη μέση ροή και στη συμπεριφορά του πυρός και ελέγχθηκε η επίδραση των παραμέτρων της ανάφλεξης (τοποθεσία, χρόνος, είδος) στη καμένη έκταση, κατά τη διάρκεια των γεγονότων της 23ης Ιουλίου 2018, όπου εκδηλώθηκαν δύο πυρκαγιές με ακραία συμπεριφορά, σε Δυτική (περιοχή Κινέτα) και Ανατολική (περιοχή Μάτι) Αττική. Σύμφωνα με τη συνοπτική ανάλυση, η παρουσία ενός αυλώνα στην ανώτερη τροπόσφαιρα με θετική κλίση πάνω από την Κεντρική Μεσόγειο, η κίνησή του προς τα ανατολικά και η αλληλεπίδρασή του με τον υποτροπικό αεροχείμαρρο, οδήγησαν σε έντονη δυτική κυκλοφορία πάνω από τον Ελλαδικό χώρο. Ο αυτόματος μετεωρολογικός σταθμός στο Πεντελικό Όρος κατέγραψε ριπαίο άνεμο έως 25 m s-1, μεταξύ 1230 και 1430 UTC, ενώ αρκετοί σταθμοί επιφανείας (συνοπτικοί και δευτερεύοντες) της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ), στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, κατέγραψαν ριπές ανέμου μεγαλύτερες των 20 m s-1, μεταξύ 1200 και 1730 UTC. Ο αριθμητικός συνδυασμός αξιολογήθηκε ως προς την θερμοκρασία και υγρασία του αέρα και την ταχύτητα του ανέμου με βάση τα δεδομένα των σταθμών επιφανείας της ΕΜΥ, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους χωρικής παρεμβολής Inverse Distance Weighting (IDW), Gressman και 4-grid point. Η απόδοση του κρίθηκε ικανοποιητική, αν και βρέθηκε να υπερεκτιμά τη θερμοκρασία στα 2 m και τη ταχύτητα του ανέμου στα 10 m, και να υποεκτιμά τη σχετική υγρασία στα 2 m. Η προσομοίωση της καμένης έκτασης και στα δύο γεγονότα υπό μελέτη ήταν σε σχετική συμφωνία με τη εκάστοτε πραγματική, ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε καθυστέρηση στην ανάπτυξη της δυναμικής τους, με αποτέλεσμα να προκύψουν διαφορές ως προς την εξέλιξή τους χρονικά. Επιπλέον, η ανάλυση των αποτελεσμάτων της αριθμητικής προσομοίωσης υπέδειξε την παρουσία επαγόμενων κυμάνσεων λόγω ορεογραφίας στην ευρύτερη περιοχή, μονοπάτια ατμοσφαιρικής ροής μεγάλης ταχύτητας στα υπήνεμα των ορεινών εμποδίων, παροδική εμφάνιση χαρακτηριστικών ενός τυρβώδους υδραυλικού άλματος στα κατάντη του Όρους Πεντέλη και κατακόρυφη μεταφορά ενέργειας και ορμής προς τα έδαφος, κατά τη διάρκεια εμφάνισης των μέγιστων ταχυτήτων ανέμου. Η τύρβη και οι δυναμικά ασταθείς συνθήκες στα υπήνεμα των Γεράνειων Ορέων (περιοχή Κινέτα) και του Πεντελικού Όρους (περιοχή Μάτι) συνέβαλαν στην αύξηση της κινητικής ενέργειας της ροής, ενώ το πεδίο του στροβιλισμού εισήγαγε επιπλέον δυναμικό εξαναγκασμό στους ρυθμούς εξάπλωσης των πυρκαγιών. Η επίδραση της ορεογραφίας στην εκάστοτε πυρκαγιά βρέθηκε διαφορετική καθώς, η παρουσία των απομονωμένων Γεράνειων Ορέων οδήγησε σε θερμότερες και ξηρότερες συνθήκες, με ισχυρότερες ταχύτητες ανέμου στα κατάντη, ενώ το Όρος Πεντέλη είχε μικρότερη επίδραση στις ατμοσφαιρικές συνθήκες στην υπήνεμη πλευρά. Επιπλέον, τα πειράματα ευαισθησίας έδειξαν πως ο τύπος ανάφλεξης στο πυρικό μοντέλο μαζί με το ρυθμό εξάπλωσης κατά την ανάφλεξη επηρέασαν περισσότερο την εξάπλωση του πυρός κατά τα πρώτα στάδια της πυρκαγιάς στο Μάτι, σε σχέση με τις άλλες υπό διερεύνηση παραμέτρους. Τέλος, η κατηγοριοποίηση της καύσιμης ύλης δεν επηρέασε τόσο τους ρυθμούς εξάπλωσης κατά τα πρώτα στάδια της πυρκαγιάς όσο αργότερα.</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2020-09-23 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12501</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2020</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2020 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
		<record>
			<header>
				<identifier>oai:ojs.geolib.geo.auth.gr:article/12260</identifier>
				<datestamp>2018-12-04T11:15:59Z</datestamp>
				<setSpec>grelit:diss</setSpec>
			</header>
			<metadata>
<oai_marc status="c" type="a" level="m" encLvl="3" catForm="u"
	xmlns="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance"
	xsi:schemaLocation="http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc http://www.openarchives.org/OAI/1.1/oai_marc.xsd">
			<fixfield id="008">"151231 2015                        eng  "</fixfield>
				<varfield id="042" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">dc</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="245" i1="0" i2="0">
		<subfield label="a">Study of the High potassium magmatism in northern Greece. Implication for the mantle geochemistry and geodynamic evolution of the area</subfield>
	</varfield>

				<varfield id="100" i1="1" i2=" ">
			<subfield label="a">Pipera, Kyriaki K.</subfield>
						<subfield label="u">Aristotle University of Thessaloniki. School of Geology</subfield>								</varfield>
			<varfield id="520" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">
The Rhodope Massif is extending over large areas of northern Greece and southern Bulgaria. Ιt is defined as a key area for understanding the evolution of the Tethyan systems. It is considered today as a metamorphic complex, with a large scale nappe tectonics, interrupted by magmatic products, formed during the closure of the Tethys Ocean. Due to the complexity of the area many researchers have focused on its tectonic and magmatic evolution separately and few efforts have been made to combine petrology and tectonics. The present study combines all previous research carried out for the Tertiary magmatic products of the Hellenic part of the Rhodope Massif with new geochemical and isotopic data. It focuses both on the mafic and the felsic magmatic rocks, aiming to conclude on the nature of the mantle source, the role of the RM continental crust and to suggest a unified geodynamical model for the area. Although this research is dedicated to Greece, it is impossible to ignore the research that has been carried out in the Bulgarian part of the Rhodope Massif as both parts constitute an interrelated system. After the convergence and the thickening of the orogen, post-collision plutonic rocks (~50 Ma) are reported all over Rhodope Massif characterized by adakitic affinity. According to new data and new discrimination analysis applied here, the Elatia pluton belongs to this group of plutonic rocks and presents different
characteristics from the other magmatic rocks of the Hellenic Rhodope Massif. The following upper Oligocene-lower Miocene extensional deformation in the back-arc, is accompanied by the intrusion of plutonic and volcanic rocks which share almost similar geochemical features. The geochemistry of the mafic members of these rocks, present similar geochemical and isotopic characteristics and indicates derivation from a lithospheric enriched mantle source metasomatised from slab subducted released sediment melts and fluids. Additionally, limited deviations observed in the geochemistry of the mafic rocks suggest variable enrichment of the mantle source from the slab subducted released sediment melts and fluids resulting in a so-called a leopard-skin mantle. Subsequently, the mafic mantle-derived melts Page | 213intruded the Rhodopian crust and provided heat which, coupled with the decompression of the crust caused by the mantle upwelling, triggered melting of the Rhodope metamorphic rocks. Mixing and fractional crystallization process, as inferred from the presence of mafic enclaves to most of the studied areas, seems to be the driving mechanism between the mantle-derived mafic melts and the Rhodopian crustal anatectic melts. This interaction resulted in the genesis of the large volumes of magmas that gave genesis to the Tertiary plutonic and volcanic magmatic rocks intruding the Hellenic Rhodope Massif. The geodynamic setting suggested here, was induced by combining the origin of the magmatic rocks of the present study in comparison with the origin of the magmatic rocks of the Bulgarian RM and the previous geotectonic and geophysical studies in the area. Slab roll-back and detachment could be the driving forces toroidal mantle flow and mantle upwelling. Slab detachment however, could have occurred in deeper mantle (&gt;50 Km) and eliminated the asthenospheric mantle contribution at least in the geochemistry of the magmatic rocks of the Hellenic Rhodope Massif. Persisting extension and mantle upwelling  resulted in progressive thinning of upper lithospheric mantle and continental crust. Finally, asthenospheric diapirism occurred at some extent and resulted in the orogenic asthenospheric derived melts of the Bulgarian Rhodope Massif at the latest stages of the magmatic activity inlower Miocene.

Η Μάζα της Ροδόπης καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της βόρειας Ελλάδας και της νότιας Βουλγαρίας. Αποτελεί πολύ σημαντική περιοχή για την κατανόηση και την εξέλιξη των συστημάτων του ωκεανού της Τυθήος.  Σήμερα θεωρείται ένα μεταμορφικό σύμπλεγμα με μεγάλα τεκτονικά καλύμματα τα οποία διακόπτονται από διεισδύσεις μαγματικών προϊόντων που δημιουργήθηκαν κατά το κλείσιμο του ωκεανού της Τηθύος. Λόγω  της πολυπλοκότητας της περιοχής, πολλοί ερευνητές επικεντρώθηκαν ξεχωριστά στην τεκτονική και στη μαγματική εξέλιξη και λίγες είναι οι προσπάθειες που έγιναν να συνδυαστούν η πετρολογία μαζί με την  τεκτονική. Η παρούσα μελέτη συνδυάζει όλη την έρευνα που προηγήθηκε για τα Τριτογενή μαγματικά προϊόντα του ελληνικού μέρους της Μάζας της Ροδόπης με νέα γεωχημικά και ισοτοπικά στοιχεία. Επικεντρώνεται στα βασικά και στα όξινα μαγματικά πετρώματα με σκοπό να δώσει στοιχεία για την σύσταση του μανδύα, το ρόλο που έπαιξε ο ηπειρωτικός φλοιός της Μάζας της Ροδόπης και προτείνει ένα ολοκληρωμένο  γεωδυναμικό μοντέλο για την περιοχή. Παρότι η έρευνα αυτή αφορά τον ελληνικό χώρο είναι αδύνατο να αγνοηθεί η έρευνα που έχει γίνει για τη Βουλγαρική Μάζα της Ροδόπης καθώς και τα δύο μέρη αποτελούν ένα  ενιαίο σύστημα. Μετά τη σύγκλιση των ηπειρωτικών πλακών και την πάχυνση του ορογενούς, δημιουργήθηκαν μαγματικά πετρώματα που διεισδύουν σε όλη τη Μάζα της Ροδόπης και χαρακτηρίζονται από αδακιτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με νέα στοιχεία και μία νέα ανάλυση διάκρισης ο πλουτωνίτης της Ελατιάς φαίνεται πως ανήκει σε αυτήν την ομάδα πλουτωνικών πετρωμάτων της Μάζας της Ροδόπης και παρουσιάζει χαρακτηριστικά που  διαφέρουν από τα υπόλοιπα πετρώματα της Ελληνικής Μάζας της Ροδόπης. Το επικείμενο ολιγοκαινικό-κάτω μειοκαινικό εκτατικό παραμορφωτικό γεγονός που ακολούθησε πίσω από το τόξο της σύγκρουσης συνοδεύεται από την διείσδυση πλουτωνικών και ηφαιστειακών πετρωμάτων τα οποία παρουσιάζουν σχεδόν παρόμοια χαρακτηριστικά. Τα γεωχημικά και ισοτοπικά χαρακτηριστικά αυτών των πετρωμάτων καταδεικνύουν ότι προήλθαν από εμπλουτισμένη λιθοσφαιρική μανδυακή πηγή η οποία εμπλουτίστηκε από τήγματα ιζημάτων και ρευστών της καταδυόμενης ωκεάνιας λιθόσφαιρας. Επιπλέον, κάποιες περιορισμένες γεωχημικές διαφορές που παρουσιάζουν τα βασικά πετρώματα δείχνουν μεταβαλλόμενο εμπλουτισμό της μανδυακής πηγής από τα τήγματα και τα ρευστά της καταδυόμενης ωκεάνιας λιθόσφαιρας με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός λεγόμενου “leopard-skin” μανδύα, δηλαδή ενός ανομοιογενώς εμπλουτισμένου μανδύα. Στη συνέχεια τα βασικά τήγματα διείσδυσαν στον φλοιό της Ροδόπης προσφέροντας θερμότητα, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με την αποσυμπίεση του φλοιού που προκλήθηκε από την αναθόλωση του μανδύα προκάλεσαν τήξη των μεταμορφωμένων πετρωμάτων της Μάζας της Ροδόπης. Η διαδικασία της μίξη με ταυτόχρονη κλασματική κρυστάλλωση, όπως δείχνει η παρουσία εγκλεισμάτων στα περισσότερα πετρώματα των υπό μελέτη περιοχών, φαίνεται να αποτελεί τον κύριο μηχανισμό αλληλεπίδρασης μεταξύ των μανδυακής προέλευσης βασικών τηγμάτων και των ανατηκτικών φλοιικών τηγμάτων της Ελληνικής Μάζας της Ροδόπης. Το γεωδυναμικό καθεστώς που προτείνεται στην παρούσα μελέτη είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού της προέλευσης των μαγματικών πετρωμάτων της παρούσας μελέτης σε σύγκριση με την προέλευση των μαγματικών πετρωμάτων της Βουλγαρικής Ροδόπης καθώς και των προηγούμενων γεωτεκτονικών και γεωδυναμικών μελετών. Η αντίθετη, ως προς την κατεύθυνση της κατάδυσης, κίνηση του καταδυόμενου ωκεάνιου φλοιού (roll-back) και η αποκόλληση του (detachment) θα μπορούσαν να αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις που προκάλεσαν ροή επιστροφής (return flow) και αναθόλωση (upwelling) του μανδύα. Η αποκόλληση της καταδυόμενης ωκεάνιας λιθοσφαιρικής πλάκας θα έπρεπε να έχει λάβει χώρα σε βαθύτερα σημεία του μανδύα (&gt;50 χλμ) ώστε να εμπόδισε τη συμβολή ασθενοσφαιρικού μανδυακού υλικού τουλάχιστον στα μαγματικά πετρωμάτα της Ελληνικής Μάζας της Ροδόπης. Η συνεχής έκταση στην περιοχή και η αναθόλωση του μανδύα είχαν σαν αποτέλεσμα στην προοδευτική λέπτυνση του λιθοσφαιρικού μανδύα και του ηπειρωτικού φλοιού. Τελικά, ασθενοσφαιρική διείσδυση θα πρέπει να έλαβε χώρα σε κάποιο χρόνο στα τελικά στάδια της μαγματικής δραστηριότητας, μετά από εκτεταμένη λέπτυνση, στο κάτω Μειόκαινο και συνέβαλε στη δημιουργία των πετρωμάτων με ορογενετικά ασθενοσφαιρικά χαρακτηριστικά της Ανατολικής Βουλγαρίας.
</subfield>
	</varfield>
						<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="b">Aristorle University of Thessaloniki</subfield>
	</varfield>
	<varfield id="260" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="c">2018-11-15 00:00:00</subfield>
	</varfield>

		<varfield id="655" i1=" " i2="7">
		<subfield label="a">Διδακτορικά</subfield>
	</varfield>
			<varfield id="856" i1=" " i2=" ">
			<subfield label="q">application/pdf</subfield>
		</varfield>
		<varfield id="856" i1="4" i2="0">
		<subfield label="u">http://geolib.geo.auth.gr/digeo/index.php/grelit/article/view/12260</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="786" i1="0" i2=" ">
		<subfield label="n">Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.; Διατριβές έτους 2015</subfield>
	</varfield>

	<varfield id="546" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">gre</subfield>
	</varfield>

	
			
	<varfield id="540" i1=" " i2=" ">
		<subfield label="a">Copyright (c) 2018 Προ/Μεταπτυχιακές Διατριβές στη Βιβλιοθήκη Θεόφραστος του Τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ.</subfield>
	</varfield>
</oai_marc>			</metadata>
		</record>
	</ListRecords>
</OAI-PMH>
